Αυτό είναι ένα καλό λήμμα. Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες ακολουθώντας αυτό τον σύνδεσμο.

Λαδίσλαος Β΄ Γιαγκελόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Βλαντισλάβ Β΄ Γιαγκέλο)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βλαντισλάβ/Λαδίσλαος Β΄ Γιαγκέλο
Jogaila (Władysław II).jpg
Ο Βλαντισλάβ Γιαγκέλο σε τρίπτυχο στον καθεδρικό της Κρακοβίας
Μέγας Δούκας της Λιθουανίας
Περίοδος Μάιος 1377 - Αύγουστος 1381, 3/15 Αυγούστου 1382 - 1 Ιουνίου 1434
Προκάτοχος Αλγκίρντας
Διάδοχος Κεστούτις (1381), Σκιργκάιλα (αντιβασιλέας του Γιαγκέλο, 1386-1392), Βιτάουτας (αντιβασιλέας του Γιαγκέλο, 1392-1430)
Βασιλιάς της Πολωνίας
Περίοδος 4 Μαρτίου 1386 - 1 Ιουνίου 1434
Προκάτοχος Εδβίγη
Διάδοχος Λαδίσλαος Γ΄
Σύζυγος Εδβίγη της Πολωνίας,
Άννα του Τσέλιε,
Ελισάβετ Γκρανόβσκα,
Σοφία του Χαλσάνι
Επίγονοι Ελισάβετ Μπονιφάτσια,
Γιαντβίγκα της Λιθουανίας,
Λαδίσλαος Γ΄,
Καζίμηρος Δ΄ Γιαγκέλον
Πατέρας Αλγκίρντας
Μητέρα Ουλιάνα του Τβερ
Γέννηση 1348
Βίλνιους, Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας
Θάνατος 1 Ιουνίου 1434
Γκρόντεκ Γιαγκελόνσκι, βασίλειο της Πολωνίας
Τόπος ταφής Καθεδρικός Ναός της Κρακοβίας
Θρησκεία Ρωμαιοκαθολικός
(πρώην παγανιστής)
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
δεδομέναπ  σ  ε )

Ο Γιογκάιλα (Jogaila) και αργότερα Βλαντισλάφ Β΄ Γιαγκέλο (Władysław II Jagiełło, πολωνική προφορά: [vwadɨˈswaf jaˈgʲɛwwɔ]), στα ελληνικά Λαδίσλαος Β΄ Γιαγκέλον[1], 1348 - 1 Ιουνίου 1434) ήταν μέγας δούκας της Λιθουανίας (1377-1434) και στη συνέχεια βασιλιάς της Πολωνίας (1386-1399), στην αρχή με τη σύζυγό του Γιαντβίγκα της Πολωνίας και στη συνέχεια μοναδικός βασιλιάς της Πολωνίας.

Γεννήθηκε παγανιστής και το 1386 προσηλυτίστηκε στον Καθολικισμό και βαπτίστηκε Λαδίσλαος στην Κρακοβία, νυμφεύθηκε τη νεαρή βασίλισσα Γιαντβίγκα (Εδβίγη) και στέφθηκε Βασιλιάς της Πολωνίας ως Λαδίσλαος Β΄ Γιαγκέλο.[2] Το 1387 εκχριστιάνισε τη Λιθουανία. Μετά τον θάνατο της βασίλισσας Γιαντβίγκα έμεινε μόνος βασιλιάς για άλλα 35 χρόνια και έθεσε τα θεμέλια για την Πολωνο-Λιθουανική ένωση. Ήταν μέλος της δυναστείας των Γιαγκελόνων στην Πολωνία η οποία φέρει το όνομά του και προηγουμένως ήταν γνωστή ως δυναστειών των Γκεντιμινιδών στο Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας. Η δυναστεία βασίλευε ταυτόχρονα και στα δύο κράτη μέχρι το 1572 και ήταν μια από τις δυναστείες με τις εντονότερες επιδράσεις στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και την πρώιμη σύγχρονη εποχή.[3] Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, το Πολωνο-Λιθουανικό κράτος ήταν το μεγαλύτερο στον χριστιανικό κόσμο.[4]

Ο Γιογκάιλα ήταν ο τελευταίος παγανιστής ηγεμόνας της μεσαιωνικής Λιθουανίας. Αφότου ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Πολωνίας, αποτέλεσμα της Ένωσης του Κρέβο, η νεοσύστατη Πολωνο-Λιθουανική Ένωση αντιμετώπισε την ανερχόμενη δύναμη των Τευτόνων Ιπποτών. Η νίκη στη μάχη του Γκρούνβαλντ το 1410, ακολουθούμενη από την Ειρήνη του Τορν, εξασφάλισαν τα πολωνικά και λιθουανικά σύνορα και σηματοδότησαν την άνοδο της Πολωνο-Λιθουανικής συμμαχίας ως σημαντικής δύναμης στην Ευρώπη. Η βασιλεία του Λαδισλάου Β΄ επεξέτεινε τα πολωνικά σύνορα και συχνά θεωρείται η αφετηρία της χρυσής εποχής της Πολωνίας.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λιθουανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα χρόνια του Γιογκάιλα και ούτε το έτος γέννησής του είναι γνωστό με ακρίβεια. Παλαιότεροι ιστορικοί υπέθεταν ότι είχε γεννηθεί το 1352, όμως νεότερες έρευνες υποδεικνύουν μια μεθύστερη ημερομηνία, περίπου το 1362.[5] Ήταν απόγονος της δυναστείας των Γκεντιμινιδών και πιθανότατα γεννήθηκε στο Βίλνιους. Οι γονείς του ήταν ο Αλγκίρντας, μέγας δούκας της Λιθουανίας, και η δεύτερη γυναίκα του, Ουλιάνα, κόρη του Αλεξάνδρου Α΄, πρίγκιπα του Τβερ.

Το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας το οποίο ανέλαβε να κυβερνήσει ο Γιογκάιλα το 1377 ήταν μια πολιτική ενότητα αποτελούμενη από δύο κύριες, αλλά πολύ διαφορετικές εθνότητες και δύο πολιτικά συστήματα: την εθνικά συμπαγή Λιθουανία στα βορειοδυτικά και τις απέραντες ρουθηνικές περιοχές των πρώην Ρως του Κιέβου, που περιλάμβαναν τις σημερινές Ουκρανία και Λευκορωσία, καθώς και τμήμα της δυτικής Ρωσίας.[6] Αρχικά, ο Γιογκάιλα, όπως και ο πατέρας του, κυβερνούσε τις νότιες και τις ανατολικές περιοχές της Λιθουανίας, ενώ ο θείος του Κεστούτις, δούκας του Τρακάι, συνέχισε να εξουσιάζει στα βορειοδυτικά.[nb 1] Η διαδοχή του Γιογκάιλα σύντομα έθεσε αυτό το σύστημα υπό αμφισβήτηση.[3]

Στην αρχή της βασιλείας του, ο Γιογκάιλα απασχολήθηκε με αναταραχές στα εδάφη των Ρως της Λιθουανίας. Το 1377-78, ο Αντρέι του Πόλοτσκ, ο μεγαλύτερος γιος του Αλγκίρντας, αμφισβήτησε την εξουσία του Γιογκάιλα και επεδίωξε να γίνει μέγας δούκας. (Σημειωτέον ότι ο ίδιος ο Αλγκίρντας είχε επιλέξει τον μικρότερο και από δεύτερο γάμο Γιογκάιλα ως διάδοχό του). Το 1380, ο Αντρέι και ένας άλλος αδελφός, ο Ντμίτρι, συμμάχησαν με τον πρίγκιπα Ντμίτρι της Μόσχας ενάντια στη συμμαχία Γιογκάιλα με τον εμίρη Μαμάι, ηγετική μορφή της Χρυσής Ορδής.[7] Ο Γιογκάιλα δεν βοήθησε τον Μαμάι, χρονοτριβώντας κοντά στο πεδίο της μάχης, με αποτέλεσμα ο στρατός του Μαμάι να ηττηθεί στη μάχη του Κουλίκοβο. Αυτή η ακριβοπληρωμένη λόγω μεγάλων απωλειών νίκη των Μοσχοβιτών ενάντια στη Χρυσή Ορδή, μακροπρόθεσμα σήμανε την αρχή μιας αργής ανοδικής πορείας του Μεγάλου Δουκάτου της Μόσχας, το οποίο έγινε μέσα σε έναν αιώνα η σημαντικότερη απειλή για την ακεραιότητα, την ευημερία και την επιβίωση της Λιθουανίας. Όμως, το 1380, η Μοσχοβία ήταν πολύ αποδυναμωμένη λόγω της μάχης, και έτσι ο Γιογκάιλα ήταν σε θέση να αρχίσει τον αγώνα για κυριαρχία ενάντια στον Κεστούτις.

Στα βορειοδυτικά, η Λιθουανία αντιμετώπιζε διαρκείς στρατιωτικές επιθέσεις από τους Τεύτονες Ιππότες, οι οποίοι είχαν ως στόχο να πολεμήσουν και να εκχριστιανίσουν τις παγανιστικές φυλές της Βαλτικής των Αρχαίων Πρώσων, Γιατβινγκιανών και Λιθουανών. Το 1380, ο Γιογκάιλα συνήψε με τους Τεύτονες Ιππότες τη μυστική Συνθήκη του Ντοβιντίσκες ενάντια στον Κεστούτις.[3] Όταν ο Κεστούτις ανακάλυψε το σχέδιο ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Ο Κεστούτις κατέλαβε το Βίλνιους, εκθρόνισε τον Γιογκάιλα και αυτοανακηρύχθηκε μέγας δούκας στη θέση του.[8] Το 1382, ο Γιογκάιλα συγκέντρωσε στρατό από υποτελείς του πατέρα του και αντιμετώπισε τον Κεστούτις κοντά στο Τρακάι. Ο Κεστούτις και ο γιος του Βιτάουτας πήγαν στο στρατόπεδο του Γιογκάιλα για διαπραγματεύσεις, αλλά εξαπατήθηκαν και φυλακίστηκαν στο κάστρο της Κρέβα, όπου ο Κεστούτις βρέθηκε νεκρός, πιθανότατα δολοφονημένος, μια εβδομάδα αργότερα.[9] Ο Βιτάουτας απέδρασε στο τευτονικό οχυρό του Μαρίενμπουργκ και βαπτίστηκε Χριστιανός με το όνομα Βίγκαντ.[8]

Με την Συνθήκη του Ντούμπισα, με την οποία επιβράβευε τους Ιππότες για τη βοήθειά τους ενάντια στον Κεστούτις και τον Βιτάουτας, ο Γιογκάιλα υποσχόταν εκχριστιανισμό και παραχωρούσε τη Σαμογετία δυτικά του ποταμού Ντούμπισα. Όμως, όταν ο Γιογκάιλα δεν επικύρωσε τη συνθήκη, οι Τεύτονες εισέβαλαν στη Λιθουανία το καλοκαίρι του 1383. Το 1384, ο Γιογκάιλα συμφιλιώθηκε με τον Βιτάουτας, υποσχόμενος να του επιστρέψει το Τρακάι. Ο Βιτάουτας στη συνέχεια στράφηκε εναντίον των Τευτόνων, λεηλατώντας πολλά Πρωσικά κάστρα.[10]

Βάπτιση και γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωσίδα μητέρα του Γιογκάιλα, Ουλιάνα του Τβερ, τον πίεζε να παντρευτεί τη Σοφία, κόρη του πρίγκιπα Ντμίτρι της Μόσχας, ο οποίος όμως απαιτούσε από τον Γιογκάιλα να προσχωρήσει στην Ορθοδοξία.[nb 2] Όμως, αυτή η επιλογή ήταν απίθανο να σταματήσει τις σταυροφορίες ενάντια στη Λιθουανία των Τευτόνων Ιπποτών, οι θεωρούσαν τους ορθόδοξους σχισματικούς και λίγο καλύτερους από τους ειδωλολάτρες[3][8]. Οπότε, ο Γιογκάιλα επέλεξε να αποδεχθεί την πολωνική πρόσκληση να γίνει καθολικός και να παντρευτεί την εντεκάχρονη βασίλισσα Γιαντβίγκα της Πολωνίας.[nb 3] Οι ευγενείς της Μικρής Πολωνίας προχώρησαν σε αυτήν την προσφορά για πολλούς λόγους. Ήθελαν να εξουδετερώσουν την απειλή της ίδιας της Λιθουανίας και να εξασφαλίσουν τις γόνιμες εκτάσεις της Γαλικίας-Βολινίας.[11] Επίσης, οι Πολωνοί ευγενείς είδαν την προσφορά ως ευκαιρία για να αυξήσουν τα προνόμιά τους[12] και να αποφύγουν την αυστριακή επιρροή που επαπειλούνταν από την προηγούμενη μνηστεία της Γιαντβίγκα με τον Γουλιέλμο, Δούκα της Αυστρίας.[13]

Στις 14 Αυγούστου 1385, στο κάστρο της Κρέβα, ο Γιογκάιλα εκπλήρωσε τις προγαμιαίες υποσχέσεις του υπογράφοντας την Ένωση του Κρέβο. Ανάμεσα στις υποσχέσεις αυτές ήταν η υιοθέτηση του Χριστιανισμού, ο επαναπατρισμός «κλεμμένων» εδαφών της Πολωνίας από τους γείτονές της, και το terras suas Lithuaniae et Russiae Coronae Regni Poloniae perpetuo applicareτις χώρες του του λιθουανικού και του ρωσικού στέμματος στο βασίλειο της Πολωνίας για πάντα να προσαρτήσει»), όρος στον οποίο δόθηκαν πάμπολλες ερμηνείες, από την αποδοχή μιας απλής προσωπικής ένωσης Λιθουανίας και Πολωνίας μέχρι την επιβολή της πλήρους ενσωμάτωσης της Λιθουανίας στην Πολωνία.[14] Η Ένωση του Κρέβο έχει χαρακτηριστεί τόσο ως μακρόπνοο σχέδιο[15] όσο και ως απελπισμένο παιχνίδι[16].

Ο Γιογκάιλα βαπτίστηκε στον Καθεδρικό Βάβελ στην Κρακοβία στις 15 Φεβρουαρίου 1386 και από τότε χρησιμοποιούσε το όνομα Βλαντισλάβ ή κάποια από τις εκδοχές του στα λατινικά.[17] Ο γάμος έλαβε χώρα τρεις μέρες αργότερα και τις 4 Μαρτίου 1386, ο Γιογκάιλα στέφθηκε βασιλιάς Λαδίσλαος Β΄ από τον αρχιεπίσκοπο Μποντζάντα. Επίσης, υιοθετήθηκε νόμιμα από τη μητέρα της Γιαντβίγκα, Ελισάβετ της Βοσνίας, ώστε να διατηρήσει τον θρόνο σε περίπτωση θανάτου της Γιαντβίγκα.[8] Η βασιλική βάπτιση είχε ως αποτέλεσμα να εκχριστιανιστεί το μεγαλύτερο τμήμα της αυλής και της αριστοκρατίας του Γιογκάιλα, καθώς και να λάβουν χώρα μαζικές βαπτίσεις στα ποτάμια της Λιθουανίας,[18] απαρχή του τελικού εκχριστιανισμού της Λιθουανίας.

Ηγέτης της Πολωνίας και της Λιθουανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάρρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία και Λιθουανία (1386–1434).

Ο Βλαντισλάβ (Λαδίσλαος) Β΄ Γιαγκέλο και η βασίλισσα Γιαντβίγκα συμβασίλευσαν, και αν και η Γιαντβίγκα πιθανότατα είχε λίγες πραγματικές εξουσίες, έλαβε ενεργό μέρος στη πολιτική και πολιτιστική ζωή της Πολωνίας. Το 1387, οδήγησε δύο επιτυχείς εκστρατείες στην ερυθρή Ρουθηνία, ανέκτησε εδάφη που ο πατέρας της Λουδοβίκος Α΄ της Ουγγαρίας είχε μεταφέρει από την Πολωνία στην Ουγγαρία, και εξασφάλισε την υποταγή του Πέτρου Α΄, βοεβόδα της Μολδαβίας.[19] Το 1390, η ίδια προσωπικά άρχισε τις διαπραγματεύσεις με το Τευτονικό Τάγμα. Όμως οι περισσότερες πολιτικές αρμοδιότητες ήταν στον Λαδίσλαο Β΄[19], ενώ η Γιαντβίγκα επιδόθηκε σε πολιτιστικές και φιλανθρωπικές δραστηριότητες, για τις οποίες ακόμα η μνήμη της τιμάται.

Λίγο μετά την ανάρρησή του στον πολωνικό θρόνο, ο Γιαγκέλο παραχώρησε στο Βίλνιους χάρτη ελευθεριών παρόμοιο με αυτό της Κρακοβίας, σύμφωνα με τον νόμο του Μαγδεμβούργου και ο Βιτάουτας έδωσε δικαιώματα σε μια εβραϊκή κοινότητα του Τρακάι σχεδόν ίδια με αυτά των Εβραίων της Πολωνίας κατά τις βασιλείες του Βολέσλαου του Ευσεβούς και του Καζίμηρου του Μεγάλου.[20] Η προσπάθεια ενοποίησης των νομικών συστημάτων ήταν μερική και άνιση αρχικά,[19] αλλά μέχρι την εποχή της Ένωσης του Λούμπλιν το 1569, οι διαφορές στο δικαστικό και διοικητικό σύστημα της Πολωνίας και Λιθουανίας ήταν λίγες.[21]

Αποτέλεσμα τον μέτρων του Λαδίσλαου Β΄ ήταν η επέκταση του καθολικισμού στη Λιθουανία σε βάρος των Ορθοδόξων. Για παράδειγμα το 1387 και το 1413, οι καθολικοί βογιάροι είχαν ειδικά δικαστικά και πολιτικά προνόμια τα οποία τα είχαν αρνηθεί στους ορθοδόξους βογιάρους.[22]

Προκλήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βάπτιση του Λαδίσλαου Β΄ απέτυχε να σταματήσει τη σταυροφορία των Τευτόνων Ιπποτών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι ο εκχριστιανισμός του ήταν φαινομενικός, ή ακόμη και αίρεση, και ξανάρχισαν τις επιδρομές τους με την πρόφαση ότι υπήρχαν ακόμη παγανιστές στη Λιθουανία.[8][23] Όμως, από αυτό το χρονικό σημείο και μετά, το τάγμα δυσκολευόταν να προβάλλει αιτίες για μια σταυροφορία και αντιμετώπιζε την αυξανόμενη απειλή που αποτελούσε για την ύπαρξή του το βασίλειο της Πολωνία και η συμμαχία με τη χριστιανική Λιθουανία.[24][25] Ο Λαδίσλαος Β΄ υποστήριξε τη δημιουργία της επισκοπής του Βίλνιους με επίσκοπο τον Αντρέι Βασίλκο, πρώην εξομολογητή της Ελισάβετ της Ουγγαρίας. Η επισκοπή, η οποία περιλάμβανε επίσης τη Σαμογετία, τότε σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο των Τευτόνων, υπαγόταν στην έδρα του Γκνιέζνο και όχι στο τευτονικό Κένιγκσμπεργκ (σήμ. Καλίνινγκραντ).[8] Η απόφαση μπορεί να μη βελτίωσε τις σχέσεις με τους Τεύτονες, αλλά δημιούργησε ισχυρότερους δεσμούς ανάμεσα σε Λιθουανία και Πολωνία, επιτρέποντας στην πολωνική εκκλησία να βοηθά ελεύθερη την αντίστοιχη στη Λιθουανία.[18]

Το 1389, η εξουσία του Λαδίσλαου Β΄ στη Λιθουανία αντιμετώπισε την αναζωπυρωμένη πρόκληση από τον Βιτάουτας, ο οποίος έφερε βαρέως την εξουσία που είχε ο Σκιργκάιλα στη Λιθουανία σε βάρος του ίδιου.[10] Ο Βιτάουτας ξεκίνησε εμφύλιο πόλεμο στη Λιθουανία, με στόχο να γίνει μέγας δούκας. Τις 4 Σεπτεμβρίου 1390, οι ενωμένες δυνάμεις του Βιτάουτας και τους μεγάλου μαγίστρου των Τευτόνων, Κόνραντ φον Βάλλενροντε, πολιόρκησαν το Βίλνιους, το οποίο υπερασπιζόταν ο αντιβασιλέας του Βλαντισλάβ, ο Σκιργκάιλα με το ενωμένο πολωνικό, λιθουανικό και ρουθηνιακό στρατό.[3] Αν και οι Ιππότες ήραν την πολιορκία μετά από ένα μήνα, κατέστρεψαν την εξωτερική πόλη. Η αιματηρή διαμάχη τελικά σταμάτησε προσωρινά το 1392 με την Ειρήνη του Οστρόβ, με την οποία ο Λαδίσλαος Β΄ παρέδωσε τη διακυβέρνηση της Λιθουανίας στον ξάδελφό του με αντάλλαγμα ειρήνη: ο Βιτάουτας θα κυβερνούσε τη Λιθουανία μέχρι το θάνατό του ως μέγας δούκας (magnus dux), υπό την επικυριαρχία του υπέρτατου δούκα (dux supremus) στο πρόσωπο του Πολωνού μονάρχη.[26] Ο Σκιργκάιλα από δούκας του Τρακάι έγινε πρίγκιπας του Κιέβου.[27] Ο Βιτάουτας αρχικά δέχθηκε την κατάσταση αυτή αλλά σύντομα άρχισε να επιδιώκει την ανεξαρτησία της Λιθουανίας από την Πολωνία.[19][28]

Η παρατεταμένη περίοδος πολέμου ανάμεσα σε Λιθουανούς και Τεύτονες Ιππότες έληξε στις 12 Οκτωβρίου 1398 με τη Συνθήκη του Σαλίνας, η οποία πήρε το όνομά της από τη νησίδα στον ποταμό Νέμαν όπου υπογράφηκε. Η Λιθουανία συμφώνησε να δώσει τη Σαμογετία και να βοηθήσει το Τάγμα στην εκστρατεία του ενάντια στο Πσκοφ, ενώ το Τάγμα θα βοηθούσε τη Λιθουανία να κατακτήσει το Νόβγκοροντ.[19] Σύντομα, ο Βιτάουτας στέφθηκε βασιλιάς από τους τοπικούς ευγενείς αλλά τον επόμενο χρόνο οι δυνάμεις του και αυτές του συμμάχου του, του χαν Τοκτάμις της Λευκής Ορδής, συνετρίβησαν στη Μάχη του ποταμού Βόρσκλα στις 12 Αυγούστου 1399 από τους Τατάρους, με συνέπεια να τερματιστούν οι βλέψεις του στα ανατολικά και να αναγκαστεί να ζητήσει προστασία από τον Λαδίσλαο Β΄.[3][28]

Μόνος βασιλιάς της Πολωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες ενέργειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλική σφραγίδα του Γιαγκελόν.

Τις 22 Ιουνίου 1399, η Γιατβίγκα γέννησε ένα κορίτσι, το οποίο βαπτίστηκε Ελισαβέτα Μπονιφάτσια, αλλά τόσο η μητέρα όσο και η κόρη πέθαναν εντός μηνός, με αποτέλεσμα ο Λαδίσλαος Β΄ να μείνει μόνος βασιλιάς της Πολωνίας και χωρίς διάδοχο ή επαρκή νομιμότητα βασιλείας. Ο θάνατος της Γιατβίγκα υπονόμευσε την βασιλεία του Λαδίσλαου Β΄ και αναζωπύρωσε την αντιπαλότητα ανάμεσα στους ευγενείς της Ελάσσονος Πολωνίας, οι οποίοι ήταν φιλικά προσκείμενοι στον Λαδίσλαο Β΄, και την επαρχιακή αριστοκρατία της Μεγάλης Πολωνίας. Το 1402, ο Λαδίσλαος Β΄ νυμφεύθηκε την Άννα του Τσέλιε, εγγονή του Καζιμίρ Γ' της Πολωνίας. Ήταν ένας γάμος ο οποίος τον νομιμοποίησε και πάλι επαρκώς στον θρόνο.

Η Ένωση του Βίλνιους και Ραντόμ το 1401 επιβεβαίωσε τη θέση του Βιτάουτας ως μεγάλου δούκα υπό την επικυριαρχία του Λαδισλάου Β΄ και επιβεβαίωσε ότι οι απόγονοι του Βλαντισλάβ θα λάβουν τον τίτλο του μεγάλου δούκα, ενώ αν ο Λαδίσλαος Β΄ δεν είχε κληρονόμους, οι βογιάροι της Λιθουανίας θα εξέλεγαν νέο ηγεμόνα.[29][30] Καθώς κανένας από τους δυο δεν είχε απογόνους εκείνη τη χρονική στιγμη, οι επιπτώσεις της συνθήκης ήταν απρόβλεπτες, αλλά ενίσχυσαν τις σχέσεις Πολωνίας και Λιθουανίας και δημιούργησαν μόνιμη αμυντική συμμαχία ανάμεσα στα δύο κράτη, ενδυναμώνοντας την θέση της Λιθουανίας σε ένα νέο πόλεμο με τους Τεύτονες, στον οποίο οι Πολωνοί δεν έλαβαν επισήμως μέρος.[24][28] Η συνθήκη άφησε άθικτες τις εξουσίες των ευγενών της Πολωνίας και αύξησε την ισχύ των βογιάρων της Λιθουανίας, με αποτέλεσμα να αυξηθεί τη δημοφιλία του Λαδισλάου στη Λιθουανία.[19]

Στο τέλος του 1401, ξέσπασε νέος πόλεμος με το τευτονικό τάγμα και οι Λιθουανοί υπερφαλαγγίστηκαν από τον πόλεμο σε δύο μέτωπα καθώς παράλληλα αντιμετώπιζαν εξεγέρσεις στις ανατολικές επαρχίες. Ένας άλλος αδελφός του Λαδισλάου Β΄, ο Σβιτριγκάιλα, εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση, οργάνωσε εξεγέρσεις πίσω από τις γραμμές και αυτοανακηρύχθηκε μέγας δούκας της Λιθουανίας.[23] Τις 31 Ιανουαρίου 1402 μετέβη στο Μαρίενμπουργκ, όπου δέχθηκε διαβεβαιώσεις υποστήριξης των Ιπποτών.[29]

Πόλεμος με τους Τεύτονες Ιππότες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος τέλειωσε με τη Συνθήκη του Ρατσιάζ στις 22 Μαΐου 1404. Ο Λαδίσλαος Β΄ αποδέχθηκε την επίσημη προσάρτηση της Σαμογετίας στο Τευτονικό Κράτος και συμφώνησε να υποστηρίξει τα σχέδια του Τάγματος για εκστρατεία στο Πσκοφ. Σε αντάλλαγμα, ο Κόνραντ φον Γιούνγκινγκεν, μέγας μάγιστρος των Τευτόνων, ανέλαβε να πουλήσει στην Πολωνία τα διεκδικούμενα εδάφη του Ντόμπριν και την πόλη Ζλοτόριγια και να υποστηρίξει τον Βιτάουτας σε μια νέα επίθεση ενάντια στο Νόβγκοροντ.[29] Και οι δύο πλευρές είχαν λόγους να συνάψουν τη συνθήκη εκείνη τη χρονική στιγμή. Το Τάγμα χρειαζόταν χρόνο για να οχυρώσει τις νέες του κτήσεις, οι Πολωνοί και οι Λιθουανοί είχαν να αντιμετωπίσουν προκλήσεις στα ανατολικά και στη Σιλεσία.

Επίσης, το 1404, ο Λαδίσλαος Β΄ συναντήθηκε με τον Βεντσεσλάβο Δ΄ της Βοημίας στο Βράντισλαβ (σημ. Βρότσλαβ της Πολωνίας). Ο Βεντσεσλάβος προσφέρθηκε να επιστρέψει τη Σιλεσία στην Πολωνία, αν ο Λαδίσλαος Β΄ τον βοηθούσε στον αγώνα του για την εξουσία εντός της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[31] Ο Λαδίσλαος Β΄ απέρριψε την πρόταση, με τη σύμφωνη γνώμη των ευγενών της Πολωνίας και της Σιλεσίας, καθώς δεν επιθυμούσε ένα νέο στρατιωτικό μέτωπο στα δυτικά.[32]

Πόλωνο-Λιθουανο-Τευτονικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δεκέμβριο του 1408, ο Λαδίσλαος Β΄ και ο Βιτάουτας συναντήθηκαν στο κάστρο του Ναβαχρουντάκ, όπου αποφάσισαν να υποκινήσουν εξέγερση στη Σαμογετία ενάντια στο Τευτονικό Τάγμα ώστε να απομακρυνθούν ιπποτικές (γερμανικές) δυνάμεις από την ανατολική Πομερανία. Ο Λαδίσλαος υποσχέθηκε να αποζημιώσει τον Βιτάουτας για την υποστήριξή του, επιστρέφοντας τη Σαμογετία στη Λιθουανία σε μελλοντική συνθήκη ειρήνης.[33] Η εξέγερση, η οποία άρχισε τον Μάιο του 1409 προκάλεσε μικρή μόνο αντίδραση των Τευτόνων, οι οποίοι ακόμη δεν είχαν ισχυροποιήσει την εξουσία τους στη Σαμογετία κατασκευάζοντας κάστρα. Τον Ιούνιο όμως, έστειλαν διπλωμάτες στην αυλή του Λαδισλάου Β΄, προειδοποιώντας τους Πολωνούς ευγενείς να μην εμπλακούν σε πόλεμο ανάμεσα στη Λιθουανία και τους Τεύτονες. Ο Λαδίσλαος Β΄ όμως παρέκαμψε τους ευγενείς και πληροφόρησε τον νέο μέγα μάγιστρο Ούρλιχ φον Γιούγκιγκεν ότι αν οι Ιππότες κατέπνιγαν την επανάσταση στη Σαμογετία, οι Πολωνοί θα παρενέβαιναν. Αυτό οδήγησε το Τευτονικό Τάγμα να κηρύξει τον πόλεμο στη Πολωνία στις 6 Αυγούστου, την οποία κήρυξη ο Βλαντισλάβ την έμαθε στις 14 Αυγούστου.[34]

Τα κάστρα στα βόρεια σύνορα ήταν σε τόσο κακή κατάσταση, ώστε οι Τεύτονες κατέλαβαν εύκολα αυτά στη Ζλοτόριγια, το Ντόμπρζιν και το Μπομποβνίκι, ενώ οι Γερμανοί αστοί τους προσκάλεσαν στο Μπίντγκοστς. Ο Λαδίσλαος Β΄ κατέφτασε στα τέλη Σεπτεμβρίου, και ανέκτησε το Μπίντγκοτσς εντός μιας εβδομάδας και ήρθε σε συμφωνία με το Τάγμα στις 8 Οκτωβρίου. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, οι δύο στρατοί προετοιμάστηκαν για τη μεγάλη σύγκρουση. Ο Λαδίσλαος Β΄ δημιούργησε σταθμό ανεφοδιασμού στο Πλοκ, στη Μασοβία, και κατασκεύασε και μετέφερε βόρεια στον Βιστούλα μια πλωτή γέφυρα.[35]

Παράλληλα, και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε διπλωματικές ενέργειες. Οι Τεύτονες έστειλαν γράμματα στους μονάρχες της Ευρώπης, αναγγέλλοντας ότι διεξήγαν Σταυροφορία ενάντια στους ειδωλολάτρες.[36] Ο Λαδίσλαος Β΄ έστειλε και αυτός με τη σειρά του γράμματα, κατηγορώντας τους Ιππότες ότι σχεδίαζαν να κατακτήσουν ολόκληρο το κόσμο.[37] Αυτά τα γράμματα είχαν ως αποτέλεσμα πολλοί μονάρχες να συνταχθούν και με τις δύο πλευρές. Ο Βεντσελάβος Δ΄ της Βοημίας υπέγραψε επιθετική συμφωνία με τους Πολωνούς ενάντια στο Τευτονικό Τάγμα, ενώ ο αδελφός του, Σιγισμούνδος του Λουξεμβούργου συμμάχησε με το Τευτονικό Τάγμα και κήρυξε το πόλεμο στην Πολωνία τις 12 Ιουλίου, αν και οι Ούγγροι υποτελείς του αρνήθηκαν να πολεμήσουν.[38]

Μάχη του Γκρούνβαλντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απεικόνιση της Μάχης του Γκρούνβαλντ, Jan Matejko (1410).

Όταν ο πόλεμος ξανάρχισε τον Ιούνιο του 1410, ο Λαδίσλαος Β΄ προήλασε στα εδάφη του Τευτονικού τάγματος, επικεφαλής ενός στρατού αποτελούμενου από περίπου 20.000 ευγενείς, 15.000 πεζούς και 2.000 έφιππους μισθοφόρους, μισθωμένους κυρίως από τη Βοημία. Πέρασε τον Βιστούλα από την πλωτή γέφυρα στο Τσέρβινσκ και συναντήθηκε με τον στρατό του Βιτάουτας, ο οποίος αριθμούσε 11.000 ελαφρούς ιππείς, και περιλάμβανε Λιθουανούς, Ρουθηνούς και Τατάρους.[39] Ο στρατός των Τευτόνων αποτελούνταν από 18.000 ιππείς, κυρίως Γερμανούς, και 5.000 πεζούς. Τα ακριβή μεγέθη των δύο στρατών όμως παραμένουν άγνωστα. Στις 15 Ιουλίου, στη Μάχη του Γκρούνβαλντ (γνωστή και ως μάχη του Τάννενμπεργκ ή του Ζαλγκίρις), μία από τις μεγαλύτερες και αγριότερες μάχες του Μεσαίωνα,[40] η νίκη των Πολωνών-Λιθουανών ήταν τόσο συντριπτική ώστε ο στρατός των Τευτόνων σχεδόν εξοντώθηκε και οι περισσότεροι διοικητές του τάγματος σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης, ανάμεσα στους οποίους ο μέγας μάγιστρος. Οι απώλειες των δύο πλευρών αναφέρεται ότι ανήλθαν σε χιλιάδες στρατιώτες.[39]

Ο δρόμος για την πρωτεύουσα των Τευτόνων, το Μαρίενμπουργκ, ήταν ανοικτός, όμως για λόγους που οι πηγές δεν εξηγούν, ο Λαδίσλαος Β΄ δίστασε να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά του.[41] Στις 17 Ιουλίου ο στρατός του άρχισε την αργή πορεία του προς το Μαρίενμπουργκ, όπου έφτασε στις 25 Ιουλίου. Ο νέος μάγιστρος, Χάινριχ φον Πλάουεν, μέχρι τότε είχε οργανώσει την άμυνα του κάστρου.[42][43] Ακολούθησε μια πολιορκία του κάστρου χωρίς μεγάλο ζήλο, που τερματίστηκε στις 19 Σεπτεμβρίου. Το γεγονός αυτό αποδίδεται στο απόρθητο των οχυρώσεων του κάστρου, στις μεγάλες απώλειες στις τάξεις των Λιθουανών, στον φόβο νέων μεγάλων απωλειών, ακόμη και στην θέληση του Λαδισλάου Β΄ να παραμείνει το Τάγμα εξασθενημένο αλλά όχι κατεστραμμένο, ώστε να μη διαταραχθεί η ισορροπία ανάμεσα στην Λιθουανία και στην Πολωνία (η οποία θα προσαρτούσε πιθανότατα τα περισσότερα από τα εδάφη του Τάγματος αν αυτό εκμηδενιζόταν). Όμως η έλλειψη πηγών έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.[44][44]

Διαφωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος τέλειωσε το 1411 με την Ειρήνη του Τόρουν, στην οποία ούτε η Πολωνία ούτε η Λιθουανία εκμεταλλεύτηκαν το διαπραγματευτικό τους πλεονέκτημα στο έπακρο, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των Πολωνών ευγενών. Η Πολωνία ανέκτησε τα εδάφη του Ντόμπρζιν, η Λιθουανία τη Σαμογετία και η Μασοβία μια μικρή έκταση πέρα από τον ποταμό Βκρα. Το μεγαλύτερο τμήμα όμως της επικράτειας των Τευτόνων, συμπεριλαμβανόμενων πόλεων οι οποίες είχαν παραδοθεί, παρέμεινε ακέραιο. Ο Λαδίσλαος Β΄ στην συνέχεια απελευθέρωσε υψηλόβαθμους Τεύτονες ιππότες και αξιωματούχους για σχετικά μικρά λύτρα. Όμως το σύνολο των λύτρων αποδείχθηκε σημαντική απώλεια χρημάτων για τους Τεύτονες.[45] Η αποτυχία του Λαδισλάου Β΄ να εκμεταλλευτεί τη νίκη ώστε να ικανοποιηθούν οι ευγενείς του, προκάλεσε αυξανόμενες αντιδράσεις εναντίον του μετά το 1411, η οποία τροφοδοτήθηκε και από την παραχώρηση της Ποδολίας, διαφιλονικούμενης από Πολωνία και Λιθουανία, στον Βιτάουτας, καθώς και από τη διετή απουσία του βασιλιά στη Λιθουανία.[46]

Σε μια προσπάθεια να υπερκεράσει τους επικριτές του, ο Λαδίσλαος Β΄ προήγαγε τον ηγέτη της αντιπολίτευσης, επίσκοπο Μικολάι Τράμπα, σε αρχιεπίσκοπο του Γκνιέζνο το φθινόπωρο του 1411 και τον αντικατέστησε στη Κρακοβία με τον Βόιτσιεχ Γιάστρεμπιτς, υποστηρικτή του Βιτάουτας.[46] Επεδίωξε επίσης να δημιουργήσει περισσότερους συμμάχους στη Λιθουανία. Με την Ένωση του Χόροντλο, η οποία υπογράφηκε τις 2 Οκτωβρίου 1413, διακήρυξε ότι το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας ήταν μόνιμα και ανέκκλητα συνδεδεμένο με το βασίλειο της Πολωνίας και έδωσε στους καθολικούς ευγενείς της Λιθουανίας προνόμια ισοδύναμα με αυτά της Πολωνικής αριστοκρατίας. Όρος της παραπάνω ρύθμισης απαγόρευε στους Πολωνούς ευγενείς να εκλέξουν μονάρχη χωρίς τη συγκατάθεση των Λιθουανών ευγενών, και στους Λιθουανούς ευγενείς να εκλέξουν μεγάλο δούκα χωρίς τη συγκατάθεση του Πολωνού μονάρχη.[30][47]

Τελευταίες συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1414 άρχισε μια νέα μορφή πολέμου, γνωστού ως Πόλεμος της Πείνας, λόγω της τακτικής της καμένης γης που χρησιμοποιούσαν οι Ιππότες, καταστρέφοντας χωράφια και μύλους. Όμως, επειδή τόσο οι Τεύτονες όσο και οι Λιθουανοί είχαν εξαντληθεί από προηγούμενο πόλεμο και δεν θέλησαν να εμπλακούν σε μεγάλη μάχη, οι συγκρούσεις σταμάτησαν το φθινόπωρο.[46] Οι εχθροπραξίες αναζωπυρώθηκαν ξανά το 1419, μετά την λήξη της Συνόδου της Κωνσταντίας, κατά την διάρκεια της οποίας είχαν ανασταλεί κατόπιν των επιμόνων αξιώσεων των παπικών απεσταλμένων.[46]

Η Σύνοδος της Κωνσταντίας ήταν σημείο καμπής για τις σταυροφορίες των Τευτόνων, όπως και για πολλές άλλες διαμάχες στην Ευρώπη. Ο Βιτάουτας έστειλε αντιπροσωπεία το 1415, στην οποία συμμετείχε ο μητροπολίτης Κιέβου και Σαμογετιανοί αυτόπτες. Έφτασαν στην Κωνσταντία στο τέλος του χρόνου για να εκφράσουν την επιθυμία τους να «βαπτιστούν σε νερό και όχι σε αίμα».[48] Οι Πολωνοί απεσταλμένοι, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Μικολάι Τράμπα, Ζάνισα Τσάρνι και Πάβελ Βλόντκοβιτς, συμμάχησαν για να σταματήσει ο εκχριστιανισμός των ειδωλολατρών με τη βία και η επιθετικότητα των Τευτόνων ενάντια στην Πολωνία και Λιθουανία.[49] Ως αποτέλεσμα της πολωνολιθουανικής διπλωματίας, η σύνοδος, παρά το ότι σκανδαλίστηκε με το ερώτημα του Βλόντκοβιτς σχετικά με τη νομιμότητα του μοναστικού κράτους, αρνήθηκε να εγκρίνει το αίτημα του Τευτονικού Τάγματος για νέα σταυροφορία και αντίθετα εμπιστεύτηκε τον εκχριστιανισμό των Σαμογετιανών στην Πολωνία και τη Λιθουανία.[50]

Στα θέματα που συζητήθηκαν στο συνέδριο ήταν και η Πόλεμοι των Χουσιτών της Βοημίας, οι οποίοι ήθελαν η Πολωνία να γίνει σύμμαχός τους στον πόλεμο ενάντια στον εκλεγμένο αυτοκράτορα και νέο βασιλιά της Βοημίας Σιγισμόνδο. Το 1421, η δίαιτα της Βοημίας κήρυξε έκπτωτο τον Σιγισμόνδο και προσέφερε το στέμμα στον Λαδίσλαο με την προϋπόθεση ότι θα αποδεχόταν τις θρησκευτικές αρχές των Τεσσάρων Άρθρων της Πράγας, κάτι για το οποίο ο τελευταίος δεν ήταν προετοιμασμένος. Μετά την άρνηση του Λαδισλάου Β΄, εξελέγη βασιλιάς της Βοημίας ο Βιτάουτας, ο οποίος όμως διαβεβαίωσε τον Πάπα ότι δεν συμφωνούσε με τους αιρετικούς. Ανάμεσα στο 1422 και το 1428, ο ανιψιός του Λαδίσλαου Β΄, ο Σιγισμόνδος Κόριμπουτ, προσπάθησε να κυβερνήσει τη Βοημία, η οποία είχε βυθιστεί στον πόλεμο, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.[51] Ο Βιτάουτας αποδέχθηκε την πρόταση του Σιγισμόνδου για το βασιλικό στέμμα το 1429, φαινομενικά με τη συναίνεση του Λαδισλάου Β΄, αλλά οι πολωνικές δυνάμεις παρενέβησαν στη μεταβίβαση του στέμματος και η στέψη ακυρώθηκε.[30][52]

Το 1422 άρχισε νέος πόλεμος -ο πόλεμος Γκόλουμπ- ενάντια στους Τεύτονες Ιππότες, τους οποίους ο Λαδίσλαος Β΄ νίκησε προτού φτάσουν οι αυτοκρατορικές ενισχύσει. Η Συνθήκη του Μέλνο τερμάτισε τις βλέψεις των Τευτόνων στη Σαμογετία και καθόρισε μόνιμα σύνορα ανάμεσα στους Τεύτονες της Πρωσσίας και τη Λιθουανία. Οι Λιθουανοί απέκτησαν τη Σαμογετία και το λιμένα Παλάνγκα, αλλά η πόλη Κλαϊπέντα παρέμεινε στους Ιππότες.[30] Τα σύνορα αυτά παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα για σχεδόν 500 χρόνια, μέχρι το 1920. Οι όροι όμως της συνθήκης θεωρήθηκε ότι μετέτρεψαν την πολωνική νίκη σε ήττα, καθώς ο Λαδίσλαος Β΄ αποκήρυξε τις διεκδικήσεις της Πολωνίας στην Πομερανία, Πομεραλία (Ανατολική Πομερανία) και τα εδάφη του Χέλμο, για τις οποίες έλαβε σε αντάλλαγμα μόνο την πόλη Νιέζαβα.[53] Αν και η Συνθήκη του Μέλνο έκλεισε ένα κεφάλαιο πολέμων ανάμεσα στους Τεύτονες και τη Λιθουανία, τα μακροχρόνια προβλήματα με τη Πολωνία δεν λύθηκαν. Σποραδικές συγκρούσεις ανάμεσα σε Πολωνία και Τεύτονες έλαβαν χώρα ανάμεσα στο 1431 και 1435.

Ρωγμές στη συνεργασία Πολωνίας και Λιθουανίας μετά το θάνατο του Βιτάουτας το 1430 προσέφεραν στους Τεύτονες μια νέα ευκαιρία να παρέμβουν στην Πολωνία. Ο Λαδίσλαος Β΄ είχε υποστηρίξει τον αδελφό του Σβιτριγκάιλα ως μέγα δούκα της Λιθουανίας,[54] όμως όταν ο Σβιτριγκάιλα, με την υποστήριξη των Τευτόνων και δυσαρεστημένων Ρως ευγενών,[55] επαναστάτησε ενάντια στην πολωνική επικυριαρχία στη Λιθουανία, και οι Πολωνοί, υπό τη ηγεσία του επισκόπου Ζμπίγκνιεγβ Ολεσνίκι της Κρακοβίας, κατέλαβαν την Ποδολία, την οποία ο Λαδίσλαος Β΄ είχε δώσει στη Λιθουανία το 1411, και τη Βολινία.[30] Το 1432, μια φιλοπολωνική παράταξη εξέλεξε τον αδελφό του Βιτάουτας, το Ζυγκίμαντας, ως μέγα δούκα,[54] με αποτέλεσμα ένοπλες διαμάχες για τη λιθουανική διαδοχή, οι οποίες συνεχίστηκαν για χρόνια με το θάνατο του Λαδισλάου Β΄.[55][30]

Θάνατος και διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαρκοφάγος του Γιαγκέλο στον καθεδρικό Βάβελ.

Η δεύτερη σύζυγος του Λαδισλάου Β΄, Άννα του Τσέλιε, είχε πεθάνει το 1416, έχοντας γεννήσει μια κόρη, τη Γιατβίγκα. Το 1417, ο Λαδίσλαος Β΄ νυμφεύτηκε την Ελισάβετ της Πίλιτσα, η οποία πέθανε το 1420 χωρίς να γεννήσει παιδιά, και δύο χρόνια αργότερα, τη Σοφία του Χάλσανι, η οποία γέννησε δύο γιους. Ο θάνατος της πρώτης συζύγου του Γιατβίγκα βασίλισσας της Πολωνίας, της τελευταίας κληρονόμου του κλάδου των Πιαστ, έδωσε στον Λαδίσλαο Β΄ το δικαίωμα να χρήσει τους γιους του με τη Σοφία διαδόχους, αν και έπρεπε να προβεί σε παραχωρήσεις προς τους ευγενείς της Πολωνίας, καθώς η μοναρχία ήταν αιρετή. Ο Λαδίσλαος Β΄ Γιαγκέλο πέθανε το 1434, αφήνοντας την Πολωνία στον μεγαλύτερο γιο του Βλάντισλαβ Γ΄ και τη Λιθουανία στο νεότερο, Καζίμηρο Δ΄, ανήλικους εκείνη τη στιγμή.[56][57]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κάποιοι ιστορικοί έχουν αποκαλέσει αυτό το σύστημα διαρχία (Sruogienė-Sruoga 1987; Deveike 1950). Όμως, ο Ρόουελ αναφέρει ότι σε αντίθεση με τον επίσημο ορισμό της διαρχίας, οι δύο ηγέτες δεν ήταν ίσοι, με τον μέγα δούκα στο Βίλνιους να είναι ανώτερος (Rowell 1994, σελ. 68).
  2. Ο ιστορικός Τζον Μέγειντορφ αναφέρει ότι ο Γιογκάιλα ίσως ήταν ήδη ορθόδοξος «Το 1377, ο Όλγκερντ της Λιθουανίας πέθανε, αφήνοντας το μεγάλο πριγκιπάτο στο γιο του Γιαγκέλο, έναν ορθόδοξο χριστιανό...» (Meyendorff 1989, σελ. 205). Ο Ντμίτρι, όμως, είχε ως όρο για το γάμο ο Γιογκάιλα να βαπτιστεί ορθόδοξος (Dvornik 1992, σελ. 221).
  3. Η Γιατβίγκα είχε ήδη στεφθεί βασιλιάς της Πολωνίας (rex poloni), επειδή το πολωνικό πολιτιστικό σύστημα δεν είχε όρο για κυβερνούσα βασίλισσα (Stone 2001, σελ. 8).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Λαδίσλαος Β΄ Γιάγκελον». Δομή. 18. Εκδόσεις ΔΟΜΗ Α.Ε.. 2003, σσ. 132. 
  2. Bojtár 2000, σελ. 182
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Bojtár 2000, σελίδες 180–186
  4. Anna Boczkowska, Sarkofag Władysława II Jagiełły i Donatello, Gdańsk 2011, σελ. 27.
  5. Tęgowski 1999, σελίδες 124–125
  6. Stone 2001, σελ. 4
  7. Plokhy 2006, σελ. 46
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 Rowell 2000, σελίδες 709–712
  9. Bojtár 2000, σελ. 181
  10. 10,0 10,1 Mickūnaitė 1999, σελ. 157
  11. Lukowski & Zawadzki 2001, σελ. 42
  12. Dvornik 1992, σελ. 129
  13. Lukowski & Zawadzki 2001, σελ. 37
  14. Lukowski & Zawadzki 2001, σελ. 41; Stone 2001, σελ. 8
  15. Kłoczowski 2000, σελ. 55
  16. Lukowski & Zawadzki 2001, σελ. 38
  17. Sruogienė-Sruoga 1987
  18. 18,0 18,1 Kłoczowski 2000, σελίδες 54–57
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 19,4 19,5 Jasienica 1988, σελίδες 80–146
  20. Dvornik 1992, σελ. 344
  21. Magocsi 1996, σελ. 134
  22. 23,0 23,1 Housley 1992, σελ. 354
  23. 24,0 24,1 Sedlar 1994, σελ. 388
  24. Turnbull 2004, σελ. 22
  25. Rowell 2000, σελ. 732
  26. Stone 2001, σελ. 10
  27. 28,0 28,1 28,2 Dvornik 1992, σελίδες 222–225
  28. 29,0 29,1 29,2 Jasienica 1988, σελίδες 103–105
  29. 30,0 30,1 30,2 30,3 30,4 30,5 Stone 2001, σελ. 11
  30. New Cambridge Medieval History, 348.
  31. «Śląsk w polityce Piastów (Silesia within the policies of the Piasts. Polska Piastów. 2005. http://www.piastowie.kei.pl/piast2/slask.htm. Ανακτήθηκε στις 9 August 2006. 
  32. Karwasińska & Zakrzewski 1935, σελ. 21
  33. Jasienica 1988, σελίδες 106–107
  34. Turnbull 2003, σελίδες 32–33
  35. Delbrück 1990, σελ. 526
  36. Jasienica 1988, σελ. 108
  37. Jasienica 1988, σελ. 110
  38. 39,0 39,1 Stone 2001, σελ. 16
  39. Bojtár 2000, σελ. 182; Turnbull 2003, σελ. 7
  40. Turnbull 2003, σελ. 7
  41. Stone 2001, σελ. 17
  42. Turnbull 2003, σελ. 73
  43. 44,0 44,1 Jasienica 1988, σελίδες 113–120
  44. New Cambridge Medieval History, 364.
  45. 46,0 46,1 46,2 46,3 Jasienica 1988, σελίδες 121–124
  46. Dvornik 1992, σελίδες 342–343; New Cambridge Medieval History, 775–6.
  47. Housley 1992, σελ. 361; Rowell 2000, σελ. 733
  48. Kłoczowski 2000, σελ. 73
  49. Housley 1992, σελίδες 351–361
  50. Bideleux 1998, σελίδες 233–235; Turnbull & McBride 2004, σελίδες 11–12
  51. New Cambridge Medieval History, 353.
  52. Jasienica 1988, σελ. 130
  53. 54,0 54,1 Sruogienė-Sruoga 1987
  54. 55,0 55,1 Plokhy 2006, σελ. 98
  55. Sedlar 1994, σελ. 282
  56. Rowell 2000, σελ. 711

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]