Ροκ μουσική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ροκ (rock)
Καταγωγή: Ροκ εντ ρολ, Μπλουζ, Κάντρι, Ρύθμ εντ μπλουζ
Τόπος γέννησης: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Μουσικά όργανα: Ηλεκτρική κιθάραΜπάσοΝτραμς. Συχνά και Πλήκτρα
Συναφή Είδη: μπλουζ, ροκ εντ ρολ
Μουσικοί: Little Richard, Elvis Presley, Johnny Cash, The Sonics, The Beatles, The Rolling Stones, Animals, Jefferson Airplane, Deep Purple, The Who, Bob Dylan, Pink Floyd, Black Sabbath, Led Zeppelin, Marilyn Manson, Queen, The Ramones, Sex Pistols, The Police, U2, Van Halen, Guns N' Roses, R.E.M., The Cure, Nirvana, Kyuss, Green Day, Muse, Soundgarden, Deftones, Rage Against the Machine, Radiohead, Queens of the Stone Age, Red Hot Chili Peppers, Korn, Linkin Park, Arctic Monkeys, The Black Keys, The Killers, The Doors, Santana, Placebo, Dire Straits, Bon Jovi, The Cranberries, Jet, Lenny Kravitz, Sting, Scorpions, The Subways, Kasabian, The Offspring, Blur, Ξύλινα Σπαθιά, Bruce Springsteen, Robbie Williams, Rory Gallagher, The Police, The Clash, Editors, Edwyn Collins κ.α.

Κατηγορία:Ροκ συγκροτήματα, Κατηγορία:Ροκ μουσικοί

Είδη
Alternative rock - Art rock - Beat music - Britpop - Detroit rock - Emo - British rock - Experimental rock - Group Sounds - Grunge - Christian rock - Desert rock - Folk rock - Garage rock -Shock Rock - Glam rock - Hard rock - Instrumental rock - Indie rock - Krautrock - Post-rock - Power pop - Soft rock - Punk rock - Southern rock - Progressive rock - Country rock - Surf

Ο όρος ροκ στη μουσική, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα είδη που προέκυψαν από την εξέλιξη του είδους του rock and roll. Η μουσική ροκ (rock) [1] στο σύνολό της, αποτελεί ένα είδος δημοφιλούς μουσικής που χαρακτηρίζεται συνήθως από έντονο ρυθμό και από ευδιάκριτη, χαρακτηριστική μελωδία φωνητικών η οποία συνοδεύεται συνήθως από ηλεκτρικές κιθάρες, ηλεκτρικό μπάσο και ντραμς. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται και πληκτροφόρα όργανα, όπως πιάνο ή συνθεσάιζερ.

Εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στην Αμερική και είχε ως βάση την τεχνοτροπία του Rhythm and Blues και το ρυθμό του rock and roll των αφροαμερικάνικων κοινοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και το rockabilly, που ουσιαστικά ήταν η έκφραση των λευκών μέσω των προαναφερθέντων ειδών αφροαμερικανικής προέλευσης. Συνεισφορά στον ήχο που πρωτοχαρακτηρίστηκε ροκ, θεωρείται ότι είχε και η country μουσική. Αυτή, είχε στοιχεία μπλουζ και βασιζόταν στα παραδοσιακά είδη μουσικής των κατοίκων των ΗΠΑ και ήταν πολύ δημοφιλής, κυρίως μεταξύ των λευκών και στο Νότο.

Η μουσική ροκ επηρεάστηκε και επηρεάζεται ακόμη και σήμερα από τα άλλα είδη μουσικής που είναι δημοφιλή ανά περίοδο. Στη δεκαετία του 1960, η παραδοσιακή (folk) μουσική των λευκών κοινοτήτων των ΗΠΑ επηρέασε το υβρίδιο που ήταν γνωστό ως ροκ εκείνη την περίοδο, αλλά και επηρεάστηκε από αυτό με αποτέλεσμα τη δημιουργία του φολκ ροκ. Παράλληλα, γίνεται γνωστό το μπλουζ ροκ που αποτελεί την έκφανση του ροκ που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ηλεκτρική κιθάρα και στις μπλουζ ρίζες της μουσικής αυτής. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, εμφανίζεται το ψυχεδελικό ροκ, που φέρει στοιχεία από μουσικές της ανατολής. Λίγα χρόνια αργότερα, οι μουσικοί της ροκ που είχαν τζαζ παιδεία και μουσικοί τζαζ, δημιούργησαν το μείγμα που έγινε γνωστό ως τζαζ-ροκ φιούζιον, ή απλά φιούζιον. Στη δεκαετία του 1970, το ροκ υποσκελίστηκε από την επικράτηση της ντίσκο που αποτελούσε ένα μείγμα σόουλ, φανκ και λάτιν μουσικής και δέχτηκε επιρροές από τα είδη αυτά. Παράλληλα, δημιουργούνται τα υποείδη σοφτ ροκ, προγκρέσιβ ροκ, πανκ ροκ και χέβι μέταλ. Τη δεκαετία του 1980, γίνεται δημοφιλές το χαρντ ροκ και το εναλλακτικό ροκ (alternative rock) κάνει τα πρώτα του βήματα. Στην επόμενη δεκαετία, τα υποείδη της ροκ που εισάγονται είναι το γκραντζ, το μπριτ ποπ και το ανεξάρτητο ροκ (indie).

Προέλευση: Rock and Roll και Rockabilly[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Έλβις Πρίσλεϊ, μεταξύ άλλων, έκανε δημοφιλές το ροκαμπίλι και το ροκ εντ ρολ στο ευρύ κοινό. Και τα δύο είδη, θεωρούνται ότι έθεσαν τις βάσεις για τη ροκ.

Το ροκ εντ ρολ προήλθε από διάφορα μουσικά είδη που ήταν δημοφιλή στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και γνώρισε εξαιρετική δημοφιλία στις αρχές και στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Είχε ως βάσεις του τη μουσική rhythm and blues και την country. Η ροκ εντ ρολ αρχικά, ήταν ένα από τα είδη χορευτικής μουσικής των αφροαμερικανών. Μαύροι καλλιτέχνες όπως ο Little Richard, ο Chuck Berry και ο Fats Domino ερμήνευαν επιτυχίες του ροκ εντ ρολ, αλλά απευθύνονταν σε αφροαμερικάνικο κοινό. Αυτοί οι καλλιτέχνες του ροκ εντ ρολ, δέχτηκαν ρατσιστικές κριτικές σε μια εποχή που οι περισσότεροι χώροι διασκέδασης ήταν διαχωρισμένοι για λευκούς και μαύρους.

Η μαζική επιτυχία του ροκ εντ ρολ ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν λευκοί καλλιτέχνες διασκεύαζαν το υλικό των αφροαμερικάνων ή ακολούθησαν το στυλ τους, στο μουσικό είδος που έγινε γνωστό ως ροκαμπίλι. Ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Μπιλ Χάλει, ο Τζέρι Λι Λιούις και ο Τζόνι Κας ήταν μερικοί από αυτούς που εδραίωσαν το ροκ εντ ρολ στη συνείδηση των υπόλοιπων Αμερικανών και συνέβαλαν έτσι στην μεγάλη επιτυχία του. Ταυτόχρονα τα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής, δίνουν ώθηση στην οικιακή διασκέδαση που σχετίζεται με τη μουσική. Οι δίσκοι γραμμοφώνου που παράγονται στα μέσα της δεκαετίας του 1950 είναι πλέον 45 στροφών και όχι 78 και το 1957 [εκκρεμεί παραπομπή], η Ιαπωνική εταιρία TTEC (Tokyo Telecommunications Engineering Corporation) που αργότερα μετονομάστηκε σε Sony, εισάγει στην αμερικάνικη αγορά το πρώτο ραδιόφωνο με τρανζίστορ που αποτελείται πλήρως από μικρού μεγέθους ηλεκτρονικά στοιχεία [εκκρεμεί παραπομπή]. Εξαιτίας αυτών, οι νέοι σταδιακά μπόρεσαν να έχουν πρόσβαση σε ένα φτηνό σύστημα όπου θα άκουγαν μουσική. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, η δημοφιλής μουσική της περιόδου ήταν γνωστή σε όλο τον αμερικάνικο πληθυσμό. Κοινό ανεξαρτήτως χρώματος, παρακολουθούσε συναυλίες ροκ εντ ρολ και οι οπαδοί της μουσικής ανακάλυπταν τους καλλιτέχνες που είχαν ερμηνεύσει πρώτοι τα κομμάτια που ήξεραν από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση. Παράλληλα, αν και οι πωλήσεις των μεγάλων δισκογραφικών εταιριών γνώρισαν μια πτώση της τάξης του 30%, οι ανεξάρτητες δισκογραφικές άνθισαν καταλαμβάνοντας ένα μερίδιο πωλήσεων γύρω στο 55% στις ΗΠΑ. Οι πωλήσεις δίσκων ροκ εντ ρολ, κατέλαβαν το 1959 το 42,7% των συνολικών πωλήσεων [εκκρεμεί παραπομπή]. Βέβαια, εξαιτίας της επιτυχίας του είδους, όσοι προωθούσαν καλλιτέχνες της εποχής, χαρακτήριζαν ως ροκ εντ ρολ και άλλα είδη μουσικής όπως η ποπ της εποχής που είχε στοιχεία ροκ εντ ρολ, με στόχο την προσέλκυση μεγαλύτερου κοινού. Εντούτοις, η επικράτηση του ροκ εντ ρολ ξεπέρασε τα όρια των Ηνωμένων Πολιτειών και γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στη Βρετανία όπου αναπτύχθηκε το Βρετανικό ροκ.

Βρετανικό ροκ: Μέσα δεκαετίας 1950 - αρχές δεκαετίας 1960[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Ηνωμένο Βασίλειο το δημοφιλές κίνημα που είναι γνωστό ως "παραδοσιακή" τζαζ, έφερε πολλούς Αμερικάνους καλλιτέχνες της μπλουζ και τζαζ στη Βρετανία, οι οποίοι μετέδωσαν τους ροκ εντ ρολ και ροκαμπίλι ρυθμούς εκεί. Έτσι το ροκ εντ ρολ έγινε γνωστό και στο ευρωπαϊκό κοινό και γνώρισε την αποδοχή του. Βρετανοί καλλιτέχνες όπως οι Tommy Steele, Cliff Richard και Billy Fury έγιναν γνωστοί στα μέσα και τέλη της δεκαετίας του 1950, παίζοντας ροκ εντ ρολ και ροκαμπίλι. Η μουσική σκιφλ (skiffle) που είχε τις ρίζες της στις ΗΠΑ από το 1920 και ήταν πολύ δημοφιλής στη Βρετανία, επηρεάστηκε αισθητά από το ροκ εντ ρολ. Το νέο αυτό ύφος άνθισε ιδιαίτερα στα μέσα της δεκαετίας του 1950 καθώς δημιουργήθηκαν πολλά νέα συγκροτήματα, μεταξύ άλλων και οι The Quarry Men του Τζον Λέννον, που αποτέλεσαν το προπαρασκευαστικό συγκρότημα για τη δημιουργία των Beatles. Η Βρετανία, ανέπτυξε μεγάλη σκηνή ροκ εντ ρολ, που αναπτύχθηκε γρήγορα απαλλαγμένη από τα ρατσιστικά εμπόδια που κράτησαν τη rhythm and blues και άλλα είδη τέχνης αφροαμερικανών, στην απομόνωση στις ΗΠΑ.

Ο Κλιφ Ρίτσαρντ έκανε την πρώτη ροκ εντ ρολ επιτυχία στη Βρετανία με το τραγούδι του Move It και έτσι τέθηκαν για πολλούς οι βάσεις για τη δημιουργία του Βρετανικού ροκ ήχου. Το συγκρότημά του The Shadows, ήταν ένα από πολλά που γνώριζαν επιτυχία με ορχηστρικά κομμάτια μουσικής σερφ. Καθώς το ροκ εντ ρολ στην Αμερική άρχισε να φθίνει και να κλίνει προς το ελαφρύ ποπ και τις γλυκανάλατες μπαλάντες που ακούγονταν σε κλαμπ και χορούς, τα Βρετανικά ροκ συγκροτήματα συνέχισαν να παίζουν με ένταση, βαθιά επηρεασμένοι από το μπλουζ ροκ.

Το Garage rock της δεκαετίας του 1960[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βρετανική Εισβολή (British Invasion) όπως είναι γνωστή στον μουσικό τύπο η επικράτηση του Βρετανικού ροκ σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, διέδωσε παγκοσμίως το Βρετανικό ροκ και γνώρισε πολλούς μιμητές. Πολλοί εξ αυτών στις ΗΠΑ, προσπάθησαν να φτιάξουν τη δική τους συνοικιακή μπάντα. Οι πρόβες και οι ηχογραφήσεις γίνονταν συνήθως στα γκαράζ των σπιτιών τους χωρίς τα μέσα που παρείχε κάποια μεγάλη δισκογραφική εταιρία της εποχής. Εντούτοις αρκετοί, όπως οι The Sonics, ξεχώρισαν την περίοδο μεταξύ 1963 και 1967, οπότε και γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του το γκαράζ ροκ. Το garage rock είχε ονομαστεί αρχικά punk rock, αλλά αργότερα χρησιμοποιήθηκε ο όρος γκαράζ ροκ για να μη δημιουργείται σύγχυση με το πανκ ροκ όπως το έκαναν γνωστό οι Sex Pistols, που έγινε πολύ δημοφιλές κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970.

Η μουσική surf της δεκαετίας του 1960[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ήχος του ροκαμπίλι επηρέασε πολύ τη Δυτική Ακτή της Αμερικής ως προς την ανάπτυξη ενός νέου είδους μουσικής που ήταν κυρίως ορχηστρικό και έγινε γνωστό ως μουσική σερφ. Η υποκουλτούρα των οπαδών του συγκεκριμένου είδους μουσικής ήταν συνήθως ανταγωνιστική αυτής της ροκ εντ ρολ μουσικής, αλλά γενικά κατηγοριοποιείται ως ένα παρακλάδι της ευρύτερης ροκ εντ ρολ σκηνής. Η σερφ ήταν πιο γρήγορη από το ροκ εντ ρολ και ο ήχος της εμφάνιζε χαρακτηριστικές διαφορές, όπως οι κιθάρες με μεγάλο σήμα αντήχησης (reverb) ή ηχούς για να δοθεί μεγάλη αίσθηση του βάθους στον ήχο. Πολύ γνωστό συγκρότημα της σερφ ήταν οι Beach Boys που άφησαν το στίγμα τους στη σερφ προσθέτοντας πλούσιες μελωδίες στη φωνή, δημιουργώντας αυτό που έγινε γνωστό ως ο Ήχος της Καλιφόρνια.

Η Βρετανική ροκ σκηνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το τέλος του 1962, η Βρετανική ροκ σκηνή είχε αρχίσει να έχει τα πρώτα της δείγματα με ένα μεγάλο εύρος αμερικάνικων επιρροών και στοιχεία της soul, rhythm and blues και surf. Αρχικά, τα συγκροτήματα του είδους μετέφεραν μελωδίες Αμερικανών καλλιτεχνών, αλλά αργότερα εμφάνισαν και τις δικές τους συνθέσεις με μουσικές ιδέες όλο και πιο περίπλοκες, δίνοντας πολλές φορές μεγαλύτερη βαρύτητα στο αφροαμερικάνικο στοιχείο.

Οι Beatles από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, έκαναν την εμφάνιση τους με ένα σετ εμφάνισης, τραγουδιών και ύφους που έθεσε τα πρότυπα για τα μουσικά συγκροτήματα του μέλλοντος. Στα μέσα του 1962 οι Rolling Stones ξεκίνησαν ως ένα από τα πολλά συγκροτήματα που είχαν μεγάλη επιρροή από την μπλουζ, μαζί με τους Animals και Yardbirds. Στα τέλη του 1964 εμφανίζονται οι Kinks και ακολουθούν οι Who που παρουσιάζουν το νέο μοντερνιστικό στυλ. Προς το τέλος της δεκαετίας, τα συγκροτήματα της Βρετανικής ροκ σκηνής, πειραματίστηκαν με το ψυχεδελικό μουσικό ύφος που εμπεριείχε αναφορές στην υποκουλτούρα των ναρκωτικών και στις εμπειρίες με παραισθησιογόνες ουσίες.

Μετά την αρχική τους επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Beatles ξεκίνησαν σιγά σιγά να γίνονται γνωστοί στις Ηνωμένες Πολιτείες, αρχικά μέσω παρουσίασης των κομματιών τους από ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Αφού τα τραγούδια τους έγιναν γνωστά εκεί, οργανώθηκε μια εκτεταμένη περιοδεία των Beatles στις ΗΠΑ που οδήγησε σε μανιώδεις εκφράσεις θαυμασμού από πλευράς οπαδών, φαινόμενο που έγινε γνωστό ως Beatlemania. Μετά τους Beatles και άλλα Βρετανικά συγκροτήματα επισκέφθηκαν τις ΗΠΑ, όπως οι Rolling Stones, οι Animals και οι Yardbirds.

Η μουσική ροκ ως αντικουλτούρα (1963-1974)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η αντικουλτούρα της γενιάς μπητ συσχετίστηκε με το ευρύτερο αντιπολεμικό κίνημα που είχε ταχθεί ενάντια στην απειλή της ατομικής βόμβας, κυρίως με την Καμπάνια για Πυρηνικό Αφοπλισμό (Campaign for Nuclear Disarmament - CMD) στη Βρετανία. Και τα δύο κινήματα συνδέθηκαν με την τζαζ σκηνή και με την αναγέννηση της μουσικής φολκ, που έλαβε χώρα κυρίως σε Αμερική και Βρετανία τις δεκαετίες του 1950 και 1960.

Το Folk rock[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Bob Dylan με την φολκ τραγουδίστρια Joan Baez στη Διαδήλωση για τα Κοινωνικά Δικαιώματα στην Ουάσινγκτον το 1963.

Η φολκ σκηνή απαρτιζόταν από καλλιτέχνες που πέρα από την ίδια την παραδοσιακή μουσική, είχαν ενδιαφέρον στα ακουστικά όργανα, στα παραδοσιακά τραγούδια και στην κάντρι μπλουζ, την ακουστική έκφανση της μπλουζ. Οι καλλιτέχνες της αναγέννησης της φολκ που συντελέστηκε εκείνη την περίοδο, προτιμούσαν να ερμηνεύουν τραγούδια που είχαν κάποιο κοινωνικά προοδευτικό μήνυμα, πράγμα που είχε απήχηση και στο κοινό τους. Πρωτοπόρος της φολκ, πριν ακόμη από την περίοδο της αναγέννησης της τη δεκαετία του 1950, θεωρείτο ο Woody Guthrie ο οποίος χαρακτηριζόταν ως στρατευμένος καλλιτέχνης με πολλά τραγούδια διαμαρτυρίας στο ρεπερτόριό του. Την περίοδο της ανάπτυξης του κινήματος της φολκ, ο Μπομπ Ντίλαν ήρθε στο προσκήνιο και έκανε επιτυχίες τραγούδια διαμαρτυρίας όπως τα Blowin' in the Wind και Masters of War. Έτσι αυτού του είδους το τραγούδι έγινε γνωστό σε ευρύτερο κοινό.

Οι Byrds, παίζοντας το τραγούδι του Μπομπ Ντίλαν Mr. Tambourine Man, συνέβαλαν στην ανάπτυξη της μόδας του Φολκ ροκ και έδωσαν ώθηση στο είδος του ψυχεδελικού ροκ το οποίο αντιπροσώπευαν μεταξύ διαφόρων άλλων ειδών. Ο Ντίλαν συνέχισε την ανοδική πορεία του φολκ ροκ με το σινγκλ για το τραγούδι του Like a Rolling Stone του 1965, να φτάνει στο νούμερο 2 των τσαρτς των Ηνωμένων Πολιτειών, ακολουθώντας το Help! των εξαιρετικά δημοφιλών Beatles. Καλλιτέχνες της φολκ ροκ όπως ο Neil Young, οι Simon & Garfunkel, The Mamas & the Papas, Joni Mitchell και οι The Band, έκαναν το κίνημα της φολκ ροκ πολύ δημοφιλές έως και μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960 στην Αμερική.

Στη Βρετανία το φολκ ροκ έγινε εξίσου δημοφιλές με την Αμερική. Οι Fairport Convention εφάρμοσαν τεχνικές της ροκ σε παραδοσιακά Βρετανικά τραγούδια και το παράδειγμα τους ακολουθήθηκε από μπάντες όπως οι Steeleye Span.

Το ψυχεδελικό ροκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Furthur το λεωφορείο των Merry Pranksters.

Παράλληλα με το δημοφιλές φολκ ροκ και λίγο αργότερα εμφανίστηκε και το ψυχεδελικό ροκ το οποίο προσέλκυσε έντονα το ενδιαφέρον από τα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Η ψυχεδέλεια εμφανίστηκε αρχικά στη φολκ σκηνή με τους Holy Modal Rounders που εισήγαγαν τον όρο το 1964. Με μουσικό υπόβαθρο που περιλάμβανε στοιχεία φολκ αλλά και jug band (μπάντας παραδοσιακών και αυτοσχέδιων οργάνων), οι Grateful Dead μπήκαν στην ίδια γραμμή με τους Merry Pranksters των οποίων η μουσική δημιουργία τροφοδοτούνταν από τη χρήση LSD.

Ο συναυλιακός χώρος με το όνομα The Fillmore, αποτελούσε σημείο αναφοράς για τα συγκροτήματα του ψυχεδελικού ροκ στη δεκαετία του 1960, όπως οι Country Joe and the Fish και οι Jefferson Airplane. Οι Byrds το 1966 έκαναν επιτυχία το τραγούδι τους Eight Miles High το σινγκλ του οποίου έφτασε στο νούμερο 14 στο Billboard Hot 100 των ΗΠΑ. Το ίδιο κομμάτι διασκεύασαν και οι Ολλανδοί Golden Earring, το 1970 και έτσι έγιναν γνωστοί στις Ηνωμένες Πολιτείες με το ομώνυμο άλμπουμ τους. Η διασκευή τους στο εν λόγω τραγούδι διαρκούσε 19 λεπτά, ενώ η αυθεντική εκδοχή του ήταν τρεισήμισι λεπτά, στις συναυλίες τους στο Fillmore δε, όπου έπαιζαν τακτικά, διαρκούσε έως και 40 λεπτά με αλλεπάλληλα σόλο και τζαμαρίσματα (προσθήκες αυτοσχεδιασμού).

Στη Βρετανία, οι Pink Floyd, είχαν ξεκινήσει να αναπτύσσουν τις ιδέες τους πάνω στο ψυχεδελικό ροκ από το 1965 στην "underground" σκηνή. To 1966, δημιουργήθηκαν οι Soft Machine και ο Βρετανός Donovan κάνει επιτυχία το ψυχεδελικό με επιρροές φολκ τραγούδι του, Sunshine Superman. Τον Αύγουστο του 1966 οι Beatles με το άλμπουμ τους Revolver, χρησιμοποίησαν την ψυχεδέλεια σε τραγούδια τους όπως το Yellow Submarine και το Tomorrow Never Knows. Οι Beach Boys του Brian Wilson, κυκλοφορούν την ίδια χρονιά το Pet Sounds, με έντονα στοιχεία ψυχεδέλειας, γεγονός που αποδίδεται στη χρήση LSD από τον Wilson που ήταν ο κυρίως συνθέτης του άλμπουμ. Την ίδια χρονιά εμφανίζονται οι Βρετανοί Cream με τους Ginger Baker, Jack Bruce και Eric Clapton και συνδυάζουν το μπλουζ ροκ με την ψυχεδέλεια. Το 1967, ο Jimi Hendrix, γίνεται παγκοσμίως γνωστός με την εμφάνιση του στο Monterey Pop Festival στην Καλιφόρνια, αφού την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο με το σινγκλ του Stone Free. Με την παγκόσμια φήμη που έχει πλέον εδραιώνεται σαν κιθαρίστας, που πέρα από τις καινοτόμες τεχνικές του, χρησιμοποιεί στοιχεία ψυχεδέλειας τόσο στην εκτέλεση, όσο και στην παραγωγή των τραγουδιών του, γεγονός που αλλάζει και τη θεώρηση της παραγωγής δίσκων.

Το 1967 οι Pink Floyd κυκλοφορούν το πρώτο σινγκλ τους με το τραγούδι του Syd Barrett, Arnold Layne και φτάνουν στο #20 στα Βρετανικά τσαρτς για σινγκλς, αν και αργότερα το τραγούδι απαγορεύεται και δεν παίζεται στο ραδιόφωνο, εξαιτίας του θέματος που πραγματεύονται οι στίχοι του (έναν άντρα που ντύνεται με γυναικεία ρούχα). Το άλμπουμ των Beatles με τίτλο Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band, κυκλοφορεί 4 μήνες μετά, τον Ιούνιο του ίδιου έτους και κάνει μεγάλη αίσθηση στους κύκλους της ροκ μουσικής γενικά, ενώ στο τέλος της χρονιάς κυκλοφορούν τα άλμπουμ The Piper at the Gates of Dawn των Pink Floyd και το Disraeli Gears των Cream.

Το μεσουράνημα του ροκ σαν κίνημα των νέων έγινε εμφανές σε μεγάλα ροκ φεστιβάλ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με πιο γνωστό το φεστιβάλ του Woodstock του 1969 που ξεκίνησε ως μουσικό και καλλιτεχνικό τριήμερο φεστιβάλ όπου συγκεντρώθηκαν υπερδιπλάσιοι του προβλεπόμενου θεατές. Εξιδανικευμένο σήμερα, αναφέρεται σαν την κορυφαία συγκέντρωση νέων, οπαδών της ροκ μουσικής και της υποκουλτούρας των χίπις.

Το progressive rock[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το progressive rock (γνωστό και ως "προοδευτικό ροκ" στα ελληνικά), εμφανίστηκε λίγο αργότερα από το ψυχεδελικό ροκ στην Αγγλία. Οι μπάντες του είδους αυτού πειραματίστηκαν με διάφορα όργανα εκτός του καθιερωμένου σετ κιθάρας - μπάσου - ντραμς και εισήγαγαν νέες μορφές στα τραγούδια ως προς τα μουσικά μέρη που απάρτιζαν τα κομμάτια. Συγκροτήματα όπως οι Beatles, οι Pink Floyd, οι Moody Blues, οι Deep Purple και οι Golden Earring πειραματίστηκαν με όργανα όπως έγχορδα ορχήστρας, πνευστά, αλλά και πλήρεις ορχήστρες. Τα ροκ συγκροτήματα του είδους, ξεπέρασαν κατά πολύ το ως τότε καθιερωμένο τρίλεπτο διάρκειας ενός ροκ τραγουδιού και ηχογράφησαν πιο περίπλοκα στη δομή τραγούδια χρησιμοποιώντας ενίοτε συγχορδίες που είχαν τη βάση τους στην τζαζ και άλλα υποείδη που ξεκίνησαν από αυτήν όπως η φιούζιον. Οι επιρροές των συγκροτημάτων του προοδευτικού ροκ έρχονταν από πολλά είδη, συμπεριλαμβανομένων της κλασσικής, της τζαζ και της ηλεκτρονικής μουσικής. Τα τραγούδια στο σύνολό τους δε, είχαν μεγαλύτερη ποικιλία από τα άλλα ροκ τραγούδια. Κυμαίνονταν από ήρεμα και πλούσια σε μελωδία, έως ατονικά, παράφωνα και περίπλοκα κομμάτια.

Γνωστά συγκροτήματα προοδευτικού ροκ ήταν τα εξής: Barclay James Harvest, Camel, Caravan, Van Der Graaf Generator, Pink Floyd, Emerson, Lake & Palmer, Faust, Genesis, Gentle Giant, Gong, Jethro Tull, King Crimson, Magma, The Nice, Pavlov's Dog, Rush, Eloy, Soft Machine και Yes.

Krautrock[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Krautrock

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, το ροκ από τις ΗΠΑ και την Μεγάλη Βρετανία έγινε αρκετά δημοφιλές στο Γερμανικό κοινό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πρωτοποριακοί Γερμανοί μουσικοί, που έπαιζαν έως τότε ένα μείγμα κλασικής και ηλεκτρονικής μουσικής, χρησιμοποίησαν τα ηλεκτρονικά όργανα για να παράγουν ένα μουσικό ύφος που αναμείγνυε ήχους του προοδευτικού ροκ με ήχους του ψυχεδελικού ροκ. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, μπάντες του Γερμανικού προοδευτικού ροκ που αργότερα ονομάστηκε krautrock, δημιουργούσαν στα κομμάτια τους διάφορα μουσικά μίγματα όπως ροκ με τζαζ και Ασιατική μουσική, μεταξύ άλλων. Πρωτοπόροι αυτού του είδους όπως οι Neu! και οι Kraftwerk, επηρέασαν αισθητά την τέκνο μουσική και άλλα είδη αργότερα.

Το Heavy Metal[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, εμφανίζονται κάποια συγκροτήματα που με τον ήχο τους δημιουργούν ένα παρακλάδι της ροκ που παίρνει το όνομά Heavy Metal. Οι Black Sabbath, από το Άστον του Μπέρμιγχαμ, κυκλοφορούν το 1969 το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ τους και ο ήχος τους περιγράφεται από δημοσιογράφους, ως ήχος βαρέων μετάλλων - μία παρομοίωση που είχε χρησιμοποιηθεί και για τον ήχο άλλων καλλιτεχνών της ροκ παλιότερα, όπως για παράδειγμα για τον Τζίμι Χέντριξ [εκκρεμεί παραπομπή]. Το είδος του Χέβι Μέταλ, όπως πρωτοεμφανίζεται, χαρακτηρίζεται ηχητικά από έντονο και βαρύ ρυθμό, με επιρροές από μπλουζ ροκ στις μελωδίες και παραμόρφωση που προερχόταν από ψαλιδισμό των κυματομορφών μέσω υπερενίσχυσης του σήματος της κιθάρας. Πολλά συγκροτήματα χρησιμοποίησαν αυτόν τον ήχο και τον συνδύασαν με άλλους με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν και άλλα υποείδη του Χέβι Μέταλ. Τα υποείδη του Χέβι Μέταλ έγιναν δημοφιλή στη δεκαετία του 1970 και ακόμη περισσότερο στη δεκαετία του 1980. Επιπλέον, αρκετά συγκροτήματα του είδους ελκύουν το ενδιαφέρον ακόμη και σήμερα με εμφανίσεις και κυκλοφορίες τους.

Η δεκαετία 1970[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ροκ συνδυάστηκε με την αντίθεση στην επικρατούσα κοινωνική κουλτούρα στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Εντούτοις, στη δεκαετία του 1970, η μουσική ροκ έγινε πολύ δημοφιλής και στο κοινό που ακολουθούσε τις γενικές τάσεις ως προς τη μουσική.

Το Arena Rock[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Beatles και οι Rolling Stones είχαν ήδη θέσει τις βάσεις για μαζικές ζωντανές εμφανίσεις σε στάδια και χώρους αθλητικών αναμετρήσεων (αγγλικά: Arena). Η αυξανόμενη δημοτικότητα του Χέβι Μέταλ και του Προοδευτικού Ροκ, συνετέλεσε στο να εξαντλούνται τα εισιτήρια στις εμφανίσεις όλο και περισσότερων συγκροτήματων σε μεγάλους χώρους. Οι επιχειρήσεις που σχετίζονταν με τη μουσική, είδαν το γεγονός σαν ευκαιρία για μεγάλα κέρδη και έτσι προώθησαν συγκροτήματα με τον τίτλο των συγκροτημάτων "Αρένα ροκ". Αρχικά, συγκροτήματα των οποίων οι ρίζες ανήκαν σε άλλα παρακλάδια της ροκ μουσικής, όπως οι Queen, οι Pink Floyd και οι Genesis, άνοιξαν το δρόμο για πολυδάπανες ζωντανές εμφανίσεις που προσέλκυαν μεγάλο αριθμό κοινού. Αυτό το δρόμο ακολούθησαν και άλλα συγκροτήματα όπως οι Boston, Styx, Foreigner και οι Journey, μεταξύ άλλων, που έπαιζαν παρόμοια μουσική στην οποία όμως απουσίαζαν τα στοιχεία προοδευτικού ροκ και χέβι μέταλ. Αυτό το κίνημα αποτέλεσε τη βάση για το power pop των επόμενων δεκαετιών αλλά και για τις ζωντανές εμφανίσεις πολλών δημοφιλών καλλιτεχνών.

Το πιο εύπεπτο ως προς την ακρόαση Arena rock, έδωσε το έναυσμα σε πολλά συγκροτήματα να ακολουθήσουν ένα παρόμοιο ύφος και έτσι γεννήθηκε το είδος του soft rock/pop.

Το Soft Rock[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική ροκ όπως φάνηκε μπορούσε να γίνει λιγότερο σκληρή, κινούμενη κάπου μεταξύ του ποπ και του ροκ. Υπήρξαν κάποια βραχύβια συγκροτήματα που έκαναν γνωστό τον ήχο του soft rock/pop όπως οι Partridge Family, οι Cowsills, οι Osmonds, και οι Archies.

Με τη διάλυση των Beatles το 1970, άλλα συγκροτήματα και καλλιτέχνες χρησιμοποίησαν τον ήχο που συναντάται σε μερικά τραγούδια τους και χαρακτηρίζεται ως soft rock ("απαλό" ροκ). Με την εφαρμογή των κατάλληλων ενορχηστρώσεων δημιουργήσαν τα τραγούδια που ονομάστηκαν αργότερα "power ballads" (μπαλάντες με έντονο ρυθμό που θύμιζαν τον μέταλ ήχο και διακρίνονται συνήθως από την ερωτική θεματολογία). Σόλο καλλιτέχνες όπως ο Μπάρι Μανίλοου, η Ολίβια Νιούτον Τζον και ο Έρικ Κάρμεν, καθώς και συγκροτήματα όπως οι Bread και οι Carpenters έκαναν δημοφιλές το είδος που σήμερα είναι γνωστό σαν σοφτ ροκ.

Ταυτόχρονα, άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες της ποπ της δεκαετίας του 1960, που δεν ανήκαν στην κατηγορία των "ροκ σταρ", όπως ο Νιλ Ντάιμοντ και η Μπάρμπρα Στρέιζαντ εξακολουθούσαν να βρίσκονται στα τσαρτς, ενίοτε κινούμενοι μουσικά στο δυσδιάκριτο όριο μεταξύ ποπ και σοφτ ροκ.

Το κλασικό ροκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο μεταξύ, συγκροτήματα όπως οι Queen, Led Zeppelin, Black Sabbath, AC/DC, Aerosmith, ZZ Top, Van Halen, και Rolling Stones αλλά και σόλο καλλιτέχνες όπως ο Πήτερ Φράμπτον που ακούγονταν κυρίως στο ραδιόφωνο AM, μοιράζονταν τις θέσεις στα τσαρτς με συγκροτήματα του σοφτ ροκ.

Για παράδειγμα το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ του 1976 του Πήτερ Φράμπτον με τίτλο Frampton Comes Alive, έγινε άμεσα το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ με τις καλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, ρεκόρ που καταρρίφθηκε αργότερα, αλλά ακόμη και σήμερα παραμένει ένα από τα άλμπουμ με τις καλύτερες πωλήσεις παγκοσμίως [2]. Όμοια το τραγούδι των Aerosmith με τίτλο Walk This Way έφτασε στο νούμερο 10 του Billboard Hot 100 το 1977. Εξαιρετικά δημοφιλή έγιναν το Stairway to Heaven των Led Zeppelin και το Bohemian Rhapsody των Queen, που συνέδεσαν κατά κάποιον τρόπο το σκληρό ροκ με το δημοφιλές σοφτ ροκ.

Η Disco, το Punk και το New Wave[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική Ντίσκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ η μουσική Funk (φανκ) αποτελούσε τμήμα της ροκ εντ ρολ σκηνής στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τελικά έδωσε χώρο σε πιο εύπεπτα τραγούδια με χορευτικό ρυθμό. Το είδος της disco (ντίσκο) ξεκίνησε από σχήματα και καλλιτέχνες όπως οι Donna Summer, K.C. and the Sunshine Band, MFSB, The Three Degrees, The O'Jays, Barry White, Gloria Gaynor, CHIC, The Trammps και άλλους. Ξαφνικά πολλές επιτυχίες των τσαρτς είχαν χορευτικό ρυθμό ντίσκο και οι ντισκοτέκ (οι χώροι διασκέδασης με μουσική ντίσκο κυρίως), που ήταν δημοφιλείς στην Ευρώπη, κέρδισαν έδαφος και στις ΗΠΑ.

Ένα γκρουπ στενά συνδεδεμένο με την εποχή της ντίσκο ήταν οι Bee Gees, των οποίων η μουσική για την ταινία του 1977, με τίτλο Πυρετός το Σαββατόβραδο (Saturday Night Fever), σημάδεψε το απόγειο της εποχής. Πολλά γνωστά σχήματα της ροκ όπως οι Rolling Stones, ο Rod Stewart, οι Queen και οι Grateful Dead [3] χρησιμοποίησαν ρυθμούς ντίσκο στις κυκλοφορίες τους, ενώ πολλοί ροκ ραδιοφωνικοί σταθμοί ξεκίνησαν να εκπέμπουν πρόγραμμα ντίσκο.

Το τέλος της δεκαετίας του 1970, ξεκίνησε σταδιακά η πτώση της δημοτικότητας του είδους της ντίσκο, αφού για πολλούς η μαζική παραγωγή και εκμετάλλευση του δημοφιλούς είδους, είχε ως αποτέλεσμα την πτώση σε ποιότητα της μουσικής αυτής. Το κίνημα αντι-ντίσκο οδήγησε σε γεγονότα ενάντια στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς και υποστηρικτές της ντίσκο με γνωστότερη ίσως τη "disco demolition night" (ελεύθερη μετάφραση: "Νύχτα κατεδάφισης ντίσκο") στις 12 Ιουλίου του 1979, που μια εκδήλωση του μπέιζμπολ στο Σικάγο μετατράπηκε σε μακελειό από μικροδιαδηλώσεις, με αφορμή την πυροδότηση μιας μικρής βόμβας στο κέντρο γηπέδου από τον Steve Dahl, ραδιοφωνικό παραγωγό που είχε απολυθεί από σταθμό που υιοθέτησε ντίσκο πρόγραμμα.

Οι αντιδράσεις οδήγησαν σε σταδιακή ανάκαμψη των πωλήσεων για τα άλμπουμ της ντίσκο, αλλά το είδος παρήκμασε μέχρι το 1980. Παρόλα αυτά, οι χορευτικοί ήχοι της ντίσκο παρέμειναν. Οι δίσκοι του είδους χρησιμοποιήθηκαν αρχικά σαν υπόβαθρο μουσικής για παρουσίαση του εκάστοτε εμφανιζόμενου DJ σε χώρους διασκέδασης. Οι παρουσιαστές, γνωστοί ως MC's (Masters of Ceremonies - Εμ σις), εξέλιξαν τον τρόπο παρουσίασης και τις μεθόδους που είχαν για να ξεσηκώσουν το κοινό και έτσι δημιουργήθηκε σταδιακά η μουσική χιπ χοπ - ραπ όπως την ξέρουμε σήμερα.

Το Punk Rock[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Πανκ

Το punk rock (πανκ ροκ), ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 με μουσικούς που ακολούθησαν τη δομή των τραγουδιών και τις απλές ενορχηστρώσεις που είχαν χρησιμοποιήσει οι καλλιτέχνες του garage rock [4]. Οι μουσικοί του πανκ ροκ, αποστασιοποιήθηκαν από τις ακριβές παραγωγές των δίσκων της ντίσκο και από την εμπορευματοποίηση του progressive rock που γινόταν σταδιακά arena rock. Στο πανκ ροκ, η μουσική παιδεία δεν ήταν υποχρεωτική, ωστόσο και αρκετοί μουσικοί της με σχετική παιδεία εσκεμμένα δεν χρησιμοποιούσαν τις μουσικές τους γνώσεις. Τα περισσότερα κομμάτια ήταν υπεραπλουστευμένα στην ανάπτυξή τους, σε τρεις συγχορδίες που δεν έδιναν πάντα από μόνες τους τον τόνο του κομματιού, αλλά αυτός παρουσιαζόταν από τη μελωδία της φωνής. Ιδεολογικά, πολλές μπάντες της υποκουλτούρας του πανκ ροκ, είχαν ως στόχο την αντίδραση στον πολιτικό ιδεαλισμό και την κατάρριψη του μύθου των χίπις [5]. Πολλές φορές οι καλλιτέχνες του είδους υιοθετούσαν μια μηδενιστική ιδεολογική προσέγγιση που συνοψίζεται από το σλόγκαν των Sex Pistols "no future" (χωρίς μέλλον).

Το punk rock ξεκίνησε σαν αισθητικό κίνημα στις ΗΠΑ με καλλιτέχνες όπως οι Richard Hell and The Voidoids, Television, Πάττι Σμιθ, The Ramones, Talking Heads και άλλες μπάντες που εμφανίζονταν στο μουσικό κλαμπ CBGB στο Μανχάτταν της Νέας Υόρκης. Οι Ramones συνέβαλαν ουσιαστικά στην εδραίωση του κινήματος του πανκ ροκ απλοποιώντας τη μουσική και χρησιμοποιώντας στίχους χωρίς πολιτική χροιά, παίζοντας εξίσου δυνατά με τα υπόλοιπα μέλη της σκηνής. Το πανκ ροκ έγινε δημοφιλές και στη Βρετανία με τους The Damned και τους Sex Pistols. Οι τελευταίοι με προκλητικά ψευδώνυμα όπως "Johnny Rotten" και "Sid Vicious" (ελεύθερη μετάφραση "Τζόνι Σάπιος" και " Σιντ Κακος") προσπάθησαν να απορρίψουν κάθε κατεστημένο στην Αγγλία. Αν και το BBC δεν επέτρεψε τη μετάδοση των κομματιών τους, ο δίσκος τους Never Mind the Bollocks, Here's the Sex Pistols έφτασε στην πρώτη θέση των τσαρτς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με την παρουσία τους, άνοιξε ο δρόμος για άλλες μπάντες που έδιναν έμφαση σε στίχο παρόμοιας θεματολογίας, όπως οι Clash, των οποίων οι στίχοι ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένοι, παρά μηδενιστικοί. Η παρουσία των Sex Pistols στις ΗΠΑ έδωσε ώθηση στο κίνημα που είχαν προηγούμενα διαδώσει οι Ramones και ενώ μέχρι τότε η σκηνή εστιαζόταν στην Ανατολική ακτή της χώρας, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, μπάντες από την Καλιφόρνια όπως οι οι Dead Kennedys, οι Minutemen και οι Black Flag και αργότερα οι Green Day έγιναν περισσότερο γνωστές.

Το New Wave και το Post-punk[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πανκ ροκ προσέλκυε το πιστό κοινό του κυρίως από τον καλλιτεχνικό και κολεγιακό κόσμο και σύντομα μπάντες που προωθούσαν μία περισσότερο καλλιτεχνική προσέγγιση όπως οι Talking Heads και οι Devo έκαναν την εμφάνισή τους. Σε μερικούς κύκλους ξεκίνησε να χρησιμοποιείται ο όρος New Wave (νιου γουέιβ), για να διαχωρίσει αυτές τις μπάντες που δεν ήταν ξεκάθαρα πανκ.

Αν και το πανκ ροκ ήταν ένα κοινωνικό και μουσικό φαινόμενο δεν συγκέντρωσε πολλά από άποψη δισκογραφικών πωλήσεων (μικρές ειδικευμένες εταιρίες ήταν αυτές που κυρίως προωθούσαν το είδος μέχρι τότε) ή από την άποψη του ραδιοφωνικού χρόνου που του αφιέρωναν οι σταθμοί, αφού αυτός αναλωνόταν κυρίως σε είδη όπως η ντίσκο και το λεγόμενο AOR (που προήλθε από το κλασικό ροκ και εισήγαγε μεταξύ ραδιοφωνικών παραγωγών την τάση να προβάλλουν κομμάτια από άλμπουμ και όχι από σινγκλ όπως συνηθιζόταν). Στελέχη των δισκογραφικών εταιριών που είχαν εκπλαγεί με την πορεία του πανκ κινήματος και αναγνώριζαν τη δυναμική του New Wave ξεκίνησαν να φτιάχνουν συμβόλαια σε πολλές μπάντες που εμφανίζονταν να έχουν σχέση με το πανκ ή το νιου γουέιβ. Πολλά από αυτά τα συγκροτήματα όπως οι Cars και οι Go Go's, ήταν στην ουσία ποπ σχήματα με New Wave εμφάνιση. Άλλοι, όπως οι Police και οι Pretenders, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την ώθηση που πήραν από το New Wave και να κάνουν επιτυχημένες και καλλιτεχνικά επαινετές καριέρες.

Ανάμεσα στο 1982 και το 1985, επηρεασμένο από τους Kraftwerk και τον Gary Numan, το New Wave ακολούθησε synth pop κατεύθυνση με το υποείδος που χαρακτήριζε τα συγκροτήματα ως New Romantics. Εμφανίστηκαν μπάντες όπως οι Duran Duran, A Flock of Seagulls, Psychedelic Furs, Talk Talk και Eurythmics στις οποίες το συνθεσάιζερ αντικατέστησε πλήρως άλλα όργανα. Αυτή η περίοδος συνέπεσε με την άνοδο του MTV και οδήγησε σε μεγάλη προβολή αυτού του υποείδους του synth pop. Μερικά συγκροτήματα της ροκ προσάρμοσαν το ύφος τους και κέρδισαν προβολή στο MTV, αλλά γενικά το ροκ που βασιζόταν στις κιθάρες παρήκμασε. Αν και πολλές συλλογές New Wave, περιέχουν τραγούδια από την εποχή αυτή, ο όρος New Wave αναφέρεται περισσότερο σε παλιότερες μπάντες ροκ, όπως οι Knack και οι Blondie.

Το post-punk, ήταν και αυτό ένα είδος που εξελίχθηκε από το punk rock. Αν και μερικές φορές τα όρια του με το New Wave είναι δυσδιάκριτα, το post-punk θεωρείται γενικά πιο απαιτητικό, καλλιτεχνίζον και εξευγενισμένο. Το κίνημα ξεκίνησε στην ουσία με το ντεμπούτο των Public Image Ltd. το 1978, που δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή των Sex Pistols, John LydonRotten) και αργότερα ακολουθήθηκε από συγκροτήματα όπως οι Joy Division, Siouxsie & the Banshees, The Fall, Gang of Four και Echo & the Bunnymen. Ήταν κυρίως Βρετανικό φαινόμενο και συνέχισε κατά τη δεκαετία του 1980 με μικρή προβολή στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Η πιο επιτυχημένη μπάντα που ξεκίνησε από το post-punk είναι ενδεχομένως οι Ιρλανδοί U2, που από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, θεωρούνται από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα παγκοσμίως.

Η διεύρυνση των υποειδών του ροκ τη δεκαετία του 1980[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1980, τα υποείδη που αποτελούσαν το ροκ άρχισαν να διαφοροποιούνται και να διευρύνονται. Αυτή η περίοδος είδε την ανάπτυξη του Νέου Κύματος του Βρετανικού Χέβι Μέταλ (New Wave of British Heavy Metal), ενώ τα προηγούμενα χρόνια, μουσικοί όπως ο Έντι Βαν Άλεν είχαν εισάγει καινοτομίες στη ροκ κιθάρα. Παράλληλα τραγουδιστές όπως ο Φρέντι Μέρκιουρι των Queen είχαν εξυψώσει το ρόλο τους σε επίπεδα που άγγιζαν αυτά των ερμηνευτικών τεχνών. Ταυτόχρονα, οι ποπ-New Wave μπάντες παρέμεναν δημοφιλείς και καλλιτέχνες όπως ο Billy Idol και οι Go-Go's κέρδιζαν σε δημοφιλία. Εμφανίστηκε επίσης και έγινε δημοφιλές, το American heartland rock, ένα αμερικάνικο παρακλάδι της ροκ με έμφαση σε θεματολογία λαϊκή, με κοινωνικό χαρακτήρα, με εκφραστές του καλλιτέχνες όπως ο Bruce Springsteen, ο Bob Seger, ο John (Cougar) Mellencamp και άλλοι. Μετά από τις δουλειές του φολκ τραγουδιστή και συνθέτη Paul Simon και του γνωστού από το progressive rock, Peter Gabriel, το ροκ συνετήχθη με διάφορα είδη της φολκ από όλο τον κόσμο και η μίξη αυτή έγινε γνωστή ως "world music".

Το Hard Rock, το Glam Metal και το Instrumental Rock[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Heavy Metal άρχισε να πέφτει στην αφάνεια στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Κάποια συγκροτήματα όπως οι AC/DC διατήρησαν το μεγάλο κοινό τους και είχαν κάποιες επιτυχίες στο ευρύ κοινό, όπως οι Blue Öyster Cult με το "Don't Fear the Reaper". Οι κριτικοί δεν έδειχναν ιδιαίτερη συμπάθεια προς το είδος, όμως αυτό άλλαξε το 1978, με την κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου των Van Halen και με την κυκλοφορία του σηματοδοτήθηκε η έναρξη μιας εποχής σκληρού και γρήγορου ροκ, με πρωτεύουσα το Λος Άντζελες της Καλιφόρνια.

Ένα είδος της ροκ που είχε μεγάλη απήχηση τη δεκαετία του 1980 ήταν το γκλαμ μέταλ (glam metal). Με επιρροή την παρουσία καλλιτεχνών όπως οι Aerosmith, ο Alice Cooper, οι Sweet και οι New York Dolls, εμφανίστηκαν οι πρώτες γκλαμ μέταλ μπάντες, μερικές εκ των οποίων ήταν οι Mötley Crüe, οι W.A.S.P. και οι Ratt. Έγιναν γνωστοί για τον ακόλαστο τρόπο ζωής, το "ξυμένο" χτένισμα των μαλλιών και για τη χρήση μακιγιάζ σε συνδυασμό με έξαλλο ντύσιμο. Τα τραγούδια τους ήταν στομφώδη, επιθετικά με εριστική αρρενωπότητα, ενώ η στιχουργική θεματολογία επικεντρωνόταν στο σεξ, στις οινοποσίες, στα ναρκωτικά και ενίοτε στον αποκρυφισμό.

Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η φόρμουλα που αναπτύχθηκε για τα άλμπουμ των συγκροτημάτων του γκλαμ μέταλ ήταν η ύπαρξη μιας μπαλάντας (power ballad) (με σχετικά αργό, χορευτικό ρυθμό) και ενός κομματιού με έντονο ρυθμό και ευκολομνημόνευτη μελωδία. Το 1987, οι Guns N' Roses, έκαναν το ντεμπούτο τους με τίτλο Appetite for Destruction. Το άλμπουμ αυτό σημείωσε τεράστιο αριθμό πωλήσεων και η μπάντα συνέχισε την επιτυχία της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Το οργανικό ροκ (Instrumental rock) έγινε επίσης δημοφιλές εκείνη την περίοδο με την κυκλοφορία του Surfing with the Alien από τον Joe Satriani. Πολλοί κιθαρίστες της Χέβι Μέταλ που θεωρούνταν βιρτουόζοι, κυκλοφόρησαν προσωπικούς δίσκους πέρα από τα συγκροτήματα στα οποία συμμετείχαν. Με αυτόν τον τρόπο, κιθαρίστες όπως ο George Lynch, ο Steve Vai, ο Yngwie Malmsteen και ο Steve Morse συνέβαλαν στην ανάπτυξη του είδους.

Σημειώσεις και αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://www.livinblues.com/rockroll2.asp. BLUES ROOTS - ROCK n' ROLL. Ανακτήθηκε 29 Ιανουαρίου 2007. Ο όρος "rocking" εμφανίζεται από τραγουδιστές και τραγουδίστριες των γκόσπελ αναφερόμενοι στην κίνηση που έκαναν τραγουδώντας γκόσπελ, για να επιτύχουν θρησκευτική έκσταση. Επίσης χρησιμοποιείτο από μαύρους τραγουδιστές εκτός του γκόσπελ, για να δηλώσει τις χορευτικές τους κινήσεις.
  2. All Music Guide - Frampton Comes Alive! Overview (Αγγλικά). Ανακτήθηκε 23 Φεβρουαρίου 2007.
  3. All Music Guide - Terrapin Station. Overview (Αγγλικά). Ανακτήθηκε 23 Φεβρουαρίου 2007.
  4. Murphy, Peter, "Shine On, The Lights Of The Bowery: The Blank Generation Revisited", Hot Press, 12 Ιουλίου 2002; Hoskyns, Barney, "Richard Hell: King Punk Remembers the [ ] Generation", Rock's Backpages, Μάρτιος 2002.
  5. Christgau, Robert, "Please Kill Me: The Uncensored Oral History of Punk, by Legs McNeil and Gillian McCain" (κριτική βιβλίου) (Αγγλικά), Κριτική Βιβλίου των New York Times, 1996. Ανακτήθηκε 28 Φεβρουαρίου 2007.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λεωνίδας Φ. Καλλιβρετάκης, Προβλήματα ιστορικοποίησης του Rock φαινομένου. Εμπειρίες και στοχασμοί, Τα Ιστορικά, τομ.11, τ/χ.21(Ιούνιος 1994), σελ.157-174


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rock_music (έκδοση 103983350) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).