The Clash

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
The Clash
Clash 21051980 12 800.jpg
Oι The Clash σε συναυλία στο Oσλο το 1980. Από τα αριστερά προς τα δεξιά: Joe Strummer, Mick Jones, και Paul Simonon.
Προέλευση Αγγλία
Παρουσία 1976–1986
Μουσικά είδη Πανκ ροκ
Ιστοσελίδα www.theclash.com
Πρώην μέλη
Mick Jones
Keith Levene
Paul Simonon
Terry Chimes
Joe Strummer
Rob Harper
Nicky "Topper" Headon
Pete Howard
Nick Sheppard
Vince White

The Clash είναι το όνομα βρετανικού πανκ μουσικού συγκροτήματος, που ιδρύθηκε το 1977 αποτελώντας μέρος του πρώτου κύματος της αγγλικής πανκ μουσικής. Εκτός από την πανκ ροκ, πειραματίστηκαν με τη ρέγκε, το σκα, το dub, τη φανκ τη ραπ και το ροκαμπίλι. Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της καριέρας τους, οι Clash αποτελούνταν από τους Τζο Στράμερ (Joe Strummer, πρώτα φωνητικά και ρυθμική κιθάρα), Μικ Τζόουνς (Mick Jones, πρώτη κιθάρα και φωνητικά), Πωλ Σίμονον (Paul Simonon, μπάσσο, φωνητικά) και Νικ «Τόπερ» Χέντον (Nick “Topper” Headon, ντραμς και κρουστά). Ο τελευταίος εγκατέλειψε το συγκρότημα το 1982, ενώ εσωτερικές συγκρούσεις οδήγησαν στην αποχώρηση του Τζόουνς τον επόμενο χρόνο. Το συγκρότημα συνέχισε με νέα μέλη, ωστόσο διαλύθηκε το 1986.

Οι Clash γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στη Βρετανία με την κυκλοφορία του ομώνυμου πρώτου δίσκου τους. Το τρίτο άλμπουμ του συγκροτήματος, με τίτλο London Calling, το οποίο κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1979, αύξησε τη δημοτικότητά τους στις Η.Π.Α όπου κυκλοφόρησε τον επόμενο μήνα. Κριτικά επιδοκιμασμένο, μια δεκαετία αργότερα ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Ρόλινγκ Στόουν (Rolling Stone) ως ο καλύτερος δίσκος της δεκαετίας του 1980.[1]

Οι πολιτικοποιημένοι στίχοι των Clash, οι μουσικοί πειραματισμοί και ο επαναστατικός χαρακτήρας τους άσκησαν μεγάλη επίδραση στη ροκ μουσική σκηνή και στο εναλλακτικό ροκ (alternative rock).[2] Έγιναν γνωστοί ως “The Only Band That Matters” (το μόνο συγκρότημα που αξίζει), από το προωθητικό σλόγκαν που παρουσιάστηκε από τη CBS, τη δισκογραφική εταιρία του γκρουπ. Τον Ιανουάριο του 2003 οι Clash – συμπεριλαμβανομένου και του αρχικού ντράμερ Τέρρυ Τσάιμς (Terry Chimes) – εισήχθησαν στο Rock and Roll Hall of Fame. Το 2004, το περιοδικό Rolling Stone τοποθέτησε την μπάντα 30η στον κατάλογο με τους 100 σημαντικότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Απαρχές: 1974 – 1976[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν την ίδρυση των Clash, τα μελλοντικά μέλη του συγκροτήματος συμμετείχαν ήδη ενεργά σε διάφορα συγκροτήματα της μουσικής σκηνής του Λονδίνου. Ο Τζον Γκράχαμ Μέλορ (John Graham Mellor) τραγουδούσε και έπαιζε ρυθμική κιθάρα στο παμπ ροκ σχήμα The 101'ers, το οποίο σχηματίστηκε το 1974. Όταν ιδρύθηκαν οι Clash, δυο χρόνια αργότερα, είχε ήδη εγκαταλείψει το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε και το αντικατέστησε με το Τζο Στράμερ (Joe Strummer). Το όνομα αυτό αναφερόταν στις υποτυπώδεις ικανότητες του στην τεχνική του γιουκαλίλι, το οποίο χρησιμοποιούσε ως μουσικός του υπόγειου σιδηροδρόμου του Λονδίνου. Ο Μικ Τζόουνς (Mick Jones) ήταν κιθαρίστας στο πρωτοπάνκ συγκρότημα London SS, χωρίς όμως να παίξει ποτέ σε κάποια ζωντανή εμφάνιση και ηχογραφώντας μόνο ένα σινγκλ μαζί τους. Ο Μπέρναρντ Ρόουντς εργαζόταν με τον ιμπρεσάριο Μάλκολμ Μακ Λάρεν, καθώς υπήρξε φίλος με τα μέλη των Sex Pistols. O Τζόουνς και οι συνάδελφοί του στο γκρουπ, συνδέθηκαν φιλικά με τους Γκλεν Μάτλοκ και Στιβ Τζόουνς από τους Sex Pistols, οι οποίοι τους βοήθησαν στην εύρεση νέων μελών.[4] Ανάμεσα σε αυτούς, που συμμετείχαν στην ακρόαση για τη συμμετοχή στους London SS, άνηκαν ο Πολ Σίμονον και ο ντράμερ Τέρι Τσιμς (Terry Chimes). Ο επίσης γνώστης των ντραμς Νίκι «Τόπερ» Χέντον υπήρξε μέλος της μπάντας, ωστόσο γρήγορα αποχώρησε.[5][6]

Ο Μικ Τζόουνς.

Μετά τη διάλυση των London SS στις αρχές του 1976, ο Ρόουντς συνέχισε να ασχολείται με τη μουσική, αναλαμβάνοντας την προώθηση του Τζόουνς. Το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς ο μουσικός παρακολούθησε για πρώτη φορά μια συναυλία των Sex Pistols, η οποία, όπως δήλωσε, τον εντυπωσίασε.[7] Με την καθοδήγηση του Ρόουντς, ο Τζόουνς επικοινώνησε με τον Σίμονον, προτείνοντας του την εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου, ώστε να μπορούσε να ενταχθεί στο νέο συγκρότημα που προετοίμαζε.[8] Οι πρόβες ξεκίνησαν σύντομα με τον Τζόουνς στην ρυθμική κιθάρα, τον Σίμονον στο μπάσο, τον Keith Levene στην κιθάρα και έναν οποιοδήποτε διαθέσιμο μουσικό στα ντραμς.[9] Ο Τέρι Τσιμς συμμετείχε στην ακρόαση για την ενσωμάτωση του στην πρόσφατα σχηματισμένη μπάντα και τελικά πέτυχε την πρόσληψη, αν και σύντομα την εγκατέλειψε.[10]

Το μουσικό σχήμα έψαχνε ακόμα για ένα βασικό τραγουδιστή. Ένας από αυτούς ήταν ο Μπίλι Βατς (Billy Watts), ο οποίος ανέλαβε την συγκεκριμένη θέση για ένα μικρό χρονικό διάστημα.[11] Ο Ρόουντς, όμως, είχε επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στον Τζο Στράμερ, με τον οποίο είχε προηγουμένως αναγνωριστικές επαφές. Ο Τζόουνς και ο Levene ήταν επίσης θετικοί στην πρόσληψή του, καθώς είχαν παρακολουθήσει μια ζωντανή εμφάνισή του που τους ενθουσίασε.[12] Στις 30 Μαΐου, ο Ρόουντς και ο Levene συνάντησαν μυστικά τον Στράμερ έπειτα από ένα σόου των 101'ers. Ο Ρόουντς του έδωσε προθεσμία 48 ωρών να αποφασίσει αν επιθυμούσε να συμμετάσχει στο νέο συγκρότημα, το οποίο «θα ανταγωνίζονταν τους Sex Pistols». Ο Στράμερ τελικά δέχτηκε.[13] Ο ίδιος συνέστησε στους υπόλοιπους το γνωστό του ντράμερ Pablo LaBritain (Πάμπλο ΛαΜπρίταιν), που παρέμεινε στο γκρουπ κατά την διάρκεια των πρώτων προβών. Αναχώρησε, όμως, γρήγορα και κατόπιν ο Ρόουντς ζήτησε από τον Τέρι Τσιμς να επανενταχθεί ξανά στην μπάντα. Ο Σίμονον, αντικαθιστώντας τις παλιότερες ονομασίες Weak Heartdrops και Psychotic Negatives, εμπνεύστηκε το τελικό όνομα του συγκροτήματος, από μια εφημερίδα όπου αναφερόταν πολλές φορές η λέξη “clash” (= σύγκρουση, κρότος, πάταγος, προφέρεται Κλας).[14][15]

Πρώτες εμφανίσεις: 1976[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις πρόβες τους με το Στράμμερ, που διήρκεσαν λιγότερο από έναν μήνα, οι Clash πραγματοποίησαν την πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση στις 4 Ιουλίου 1976, υποστηρίζοντας τους Sex Pistols στο κέντρο Black Swan του Σέφιλντ. Το συγκρότημα δεν εμφανίστηκε ξανά για τους επόμενους πέντε μήνες.[16] Ο Levene ένιωθε απογοητευμένος με τη θέση του στο γκρουπ, για αυτό πλησίασε τον τραγουδιστή των Sex Pistols, John Lydon και του πρότεινε τη δημιουργία ενός μουσικού σχήματος από κοινού, σε περίπτωση διάλυσης των Sex Pistols.[17]

Με την αξίωση του Rhodes να σταματήσουν οι ζωντανές παραστάσεις, μέχρι οι δεσμοί μεταξύ των μελών να γίνουν εντονότεροι, οι Clash έκαναν εντατικές πρόβες τον επόμενο μήνα και στις 13 Οκτωβρίου πραγματοποίησαν μια μικρή εμφάνιση στα studio της πόλης του Camden, που χρησιμοποιούσαν για τις πρόβες τους.[18] Ανάμεσα στο ακροατήριο βρισκόταν ο κριτικός Giovanni Dadamo, ο οποίος έγραψε μια θετική κριτική για το συγκρότημα στο περιοδικό Sounds. Στα τέλη Αυγούστου, οι Clash και το επίσης πανκ γκρουπ Buzzcocks από το Μάντσεστερ, άνοιξαν τη συναυλία των Sex Pistols στο κλαμπ Screen of the Green κάνοντας την πρώτη εμφάνισή τους από τις 4 Ιουλίου του ίδιου έτους. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Keith Levene εκδιώχθηκε και ο Στράμμερ δικαιολόγησε την αποχώρησή του ισχυριζόμενος τη μείωση του ενδιαφέροντος του Levene για το γκρουπ, εξαιτίας της εξάρτησής του από το ναρκωτικό σπιντ (speed), μια κατηγορία που ο Levene απέρριψε. Στις 21 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη δημόσια εμφάνιση των Clash, χωρίς τη συμμετοχή του Levene, μαζί με άλλους πανκ καλλιτέχνες, όπως οι Sex Pistols, Siouxsie and the Banshees και Subway Sect.[19] O Chimes αναχώρησε το Νοέμβριο και αντικαταστάθηκε αμέσως από τον Ρομπ Χάρπερ (Rob Harper) κατά τη διάρκεια της συμμετοχής τους στην Anarchy Tour, μαζί με τους Sex Pistols.[20]

Πρώτο ομώνυμο άλμπουμ και Give 'Em Enough Rope (1977 – 1978)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το τέλος του 1976 το κίνημα της πανκ είχε μετατραπεί σε ένα μεγάλο μουσικό φαινόμενο του Ηνωμένου Βασιλείου. Στις 25 Ιανουαρίου 1977 οι Clash υπέγραψαν συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρία CBS Records, για 100.000 λίρες, ένα αξιοσημείωτο ποσό για ένα γκρουπ το οποίο είχε συμμετάσχει σε μόλις τριάντα ζωντανές εμφανίσεις και σχεδόν καμία ως πρώτο όνομα.[21] Ο Mickey Foote, ο οποίος εργαζόταν ως τεχνικός στις συναυλίες τους, προσλήφθηκε ως παραγωγός του πρώτου τους ομώνυμου άλμπουμ, που κυκλοφόρησε τον επόμενο μήνα, ενώ η κυκλοφορία του πρώτου σινγκλ του συγκροτήματος, με τίτλο White Riot, είχε προηγηθεί ένα μήνα νωρίτερα. Γεμάτο με έντονα φλογερά πανκ τραγούδια, προοιώνισε τις μεταγενέστερες εκλεκτικές μουσικές επιλογές των επόμενων δισκογραφικών παραγωγών τους, όπως φανερώνει η διασκευή του ρέγκε τραγουδιού Police And Thieves. Παρ΄όλη την επιτυχία και των δύο κυκλοφοριών — το White Riot έφτασε στο νούμερο 34 και το The Clash στο νούμερο 12 των βρετανικών τσαρτ (chart) — η CBS αρνήθηκε να το εκδώσει στις Η.Π.Α, προβάλλοντας ως δικαιολογία τον εχθρικό προς το ραδιόφωνο ήχο του.[22] Τελικά πραγματοποιήθηκε μια αμερικάνικη κυκλοφορία του δίσκου το 1979. Ο Τέρι Τσιμς αποχώρησε οριστικά μετά το τέλος της ηχογράφησης, έτσι στο εξώφυλλο παρουσιάζονται μόνο ο Τζόουνς, o Στράμμερ και ο Σίμονον. Στο ντοκιμαντέρ Westway to the World, ο Τζόουνς αναφέρεται στον Τσιμς, αποκαλώντας τον «έναν από τους καλύτερους ντράμερ». Στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν ήθελε η ζωή του να επικεντρωθεί γύρω από τη μουσική και αυτός ήταν ο κύριος λόγος παραίτησής του από τους Clash.[22]

Το συγκρότημα τον αντικατέστησε με αρκετούς άλλους ντράμερ, με το Τζόουνς μάλιστα να χειρίζεται τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα για ένα χρονικό διάστημα.[23]

Ο Nicky "Topper" Headon, ο ντραμερ των The Clash για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας τους.

Τελικά προσέλαβαν τον Νίκυ Χίντον, πρώην συνεργάτη του Τζόουνς στους London SS, δυο χρόνια νωρίτερα. Ο Simonon τον αποκαλούσε “Topper” εμπνεόμενος από τον χαρακτήρα Mickey the Monkey του κόμικ περιοδικού Topper. Ο Χίντον ήταν ένας εξαιρετικός μουσικός και εκτός από ντραμς έπαιζε πιάνο, μπάσο, και κιθάρα. Αρχικά σχεδίαζε να διαμείνει στους Clash για μικρό διάστημα, όσο καιρό χρειαζόταν για να αποκτήσει φήμη και έπειτα να προσχωρήσει σε ένα καλύτερο συγκρότημα.[22] Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε τις δυνατότητες του γκρουπ και αποφάσισε τελικά να παραμείνει οριστικά. Την επόμενη μέρα από μια συναυλία τους στο Νιούκασλ, οι Στράμμερ και Χίνοτν συνελήφθησαν με την κατηγορία κλοπής μαξιλαροθηκών από το ξενοδοχείο όπου διέμεναν.[24] Το Μάιο ξεκίνησε η οργάνωση της White Riot tour, που συμπεριλάμβανε επίσης τους Buzzcocks, Subway Sect, The Slits και The Perfects. Τον ίδιο μήνα, η CBS κυκλοφόρησε ως σινγκλ το τραγούδι Remote Control αψηφώντας τη γνώμη της μπάντας που το θεωρούσε ως ένα από τα πιο αδύναμα τραγούδια του δίσκου.[25]

Η πρώτη συμμετοχή του Headon σε ηχογράφηση του γκρουπ ήταν το σινγκλ Complete Control, που σηματοδοτούσε τη μεταστροφή του θυμού του συγκροτήματος στην κακή συμπεριφορά της δισκογραφικής εταιρίας. Ως παραγωγός στο συγκεκριμένο κομμάτι εργάστηκε – από κοινού με τον Foote – ο διάσημος μουσικός της ρέγκε, Lee "Scratch" Perry, που προσέδωσε έναν χαρακτηριστικό ήχο στο σινγκλ, αλλά ο Foote κλήθηκε γρήγορα να «προσγειώσει τα πράγματα» και το αποτέλεσμα ήταν αγνό, καθαρό πανκ. Κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1977, έφτασε μέχρι το νούμερο 28 των βρετανικών chart και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σπουδαιότερα σινγκλ της πανκ μουσικής.[26] Οι Clash επέστρεψαν ξανά το Φεβρουάριο του 1978 με τη νέα τους κυκλοφορία, Clash City Rockers και τον Ιανουάριο με την επόμενη, (White Man) In Hammersmith Palais, το οποίο εξέπληξε τους θαυμαστές με τον ιδιαίτερο σκα ρυθμό και ενορχήστρωσή του.

Πριν την ηχογράφηση του δεύτερου δίσκου των Clash, η CBS απαίτησε από το γκρουπ την υιοθέτηση ενός καθαρότερου ήχου από αυτόν του προηγούμενου, ώστε να προσελκύσει το αμερικανικό κοινό. Ο Σάντι Πέρλμαν (Sandy Pearlman), γνωστός για την δουλειά του με τους Blue Oyster Cult, προσελήφθη ως παραγωγός του άλμπουμ. Παρά τα παράπονα πολλών για το σχετικά συμβατικό στυλ παραγωγής, το Give 'Em Enough Rope αντιμετωπίστηκε θετικά από τους κριτικούς.[27] Ανήλθε στη δεύτερη θέση των βρετανικών επιτυχιών, αλλά δεν γνώρισε την επιτυχία που ανέμενε η CBS στις Η.Π.Α, φτάνοντας μόλις στο νούμερο 128 του πίνακα Billboard. Το πρώτο σινγκλ του νέου δίσκου, με τίτλο Tommy Gun έφτασε στο νούμερο 19 των τσαρτ, σε υψηλότερη θέση από κάθε άλλο σινγκλ των Clash μέχρι τότε. Για την προώθηση του Give 'Em Enough Rope, το συγκρότημα πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη περιοδεία της στην Βόρεια Αμερική το Φεβρουάριο του 1979.

London Calling, Sandinista!, και Combat Rock: 1979 – 1982[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Paul Simonon.

Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1979 οι The Clash ηχογράφησαν τον ιστορικό δίσκο, London Calling (το Λονδίνο Καλεί, Λάντον Κόλιν). Την παραγωγή ανέλαβε ο Guy Stevens, ο οποίος είχε συνεργαστεί με καλλιτέχνες, όπως οι Mott The Hople και άλλοι. Το διπλό άλμπουμ αποτελούσε ένα μείγμα από πανκ ροκ, ρέγγε, σκα, ροκαμπίλι, παραδοσιακό ροκ εντ ρολ και άλλων μουσικών στοιχείων, όλα χαρακτηρισμένα με μια εντυπωσιακή ενέργεια και με μια φροντισμένη παραγωγή.[28][29] Είναι αναγνωρισμένο ως μία από τις μεγαλύτερες ροκ δημιουργίες που έχει ποτέ ηχογραφηθεί.[30] Το τελευταίο τραγούδι του, αντλώντας από την παράδοση του rock 'n' roll, με τίτλο Train In Vain, συμπεριλήφθηκε στο δίσκο την τελευταία στιγμή και έτσι δεν αναγράφονταν στο εξώφυλλο. Αποδείχθηκε η πρώτη αμερικάνικη Τop 40 επιτυχία των Clash, ανερχόμενη στο νούμερο 23 του κατάλογου billboard. Στη Βρετανία, όπου το Train In Vain δεν κυκλοφόρησε με τη μορφή σινγκλ, το ομώνυμο τραγούδι του London Calling, εντυπωσιακό σε ρυθμό αλλά αδιαμφισβήτητα ντυμένο με πανκ στοιχεία, ανήλθε στο νούμερο 11 – την υψηλότερη θέση που πέτυχε οποιοδήποτε σινγκλ του γκρουπ, μέχρι τη διάλυσή τους. Το άλμπουμ έφτασε στο νούμερο 9 στη Βρετανία και στο νούμερο 27 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το εξώφυλλο του London Calling, βασισμένο στο εξώφυλλο του ντεμπούτου δίσκου του Έλβις Πρίσλεϊ, αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο εύκολα αναγνωρίσιμα στην ιστορία του ροκ.[31] Η φωτογραφία του Paul Simonon να κομματιάζει το μπάσο του ανακηρύχθηκε αργότερα, ως «η καλύτερη rock 'n' roll φωτογραφία όλων των εποχών» από το περιοδικό Q.[31] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το συγκρότημα άρχισε να αποκαλείται ως «η μοναδική μπάντα που αξίζει» (“The Only Band That Matters”). Το προσωνύμιο υιοθετήθηκε σύντομα από θαυμαστές και δημοσιογράφους μουσικών εντύπων.[32]

Οι Clash σχεδίαζαν την ηχογράφηση και κυκλοφορία ενός σινγκλ για κάθε μήνα του 1980, αλλά η CBS απέρριψε την ιδέα και έτσι το γκρουπ επανήλθε με μόνο μια κυκλοφορία – ένα ρέγκε κομμάτι με τίτλο Bankrobber, τον Αύγουστο, πριν την έκδοση του τριπλού LP Sandinista! που ακολούθησε το Δεκέμβριο. Ο δίσκος αντανακλούσε, για άλλη μια φορά, ένα μεγάλο εύρος ανόμοιων μουσικών ειδών, συμπεριλαμβανομένου διάφορων dub και τις πρώτες ραπ επιρροές σε μια μεγάλη ροκ μπάντα. Την παραγωγή ανέλαβαν τα ίδια τα μέλη, μαζί με τον ρέγκε μουσικό από τη Τζαμάικα, Μίκυ Ντρεντ. Το Sandinista! αποτέλεσε την πιο αμφιλεγόμενη δισκογραφική δουλειά των Clash, τόσο μουσικά όσο και για το πολιτικό του περιεχόμενο.[33] Η κριτική γνώμη ήταν διχασμένη. Η Ίρα Ρόμπινς του περιοδικού Trouser Press περιέγραψε το ήμισυ του δίσκου ως «υπέροχο» και το υπόλοιπο ως «ανόητο» ή και χειρότερο,[34] ενώ ο Ντέηβ Μαρς (Dave Marsh) του Rolling Stone διαφώνησε, ισχυριζόμενος ότι η διαφορετικότητα στο περιεχόμενο του άλμπουμ οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Clash απέφευγαν τη συμβατικότητα στη μουσική τους.[35] Το Sandinista! τα πήγε καλά στην Αμερική, ανερχόμενο στο νούμερο 24,[36] αν και δεν περιείχε κάποιο ιδιαίτερα εμπορικό σινγκλ και στο συντηρητικό περιβάλλον του ραδιοφωνικού σταθμού AOR στις Η.Π.Α έλαβε ελάχιστη δημόσια προβολή.[22]

Κατά τη διάρκεια του 1981 οι The Clash επανήλθαν με ένα νέο σινγκλ, “This Is Radio Clash”, το οποίο απέδειξε για μια ακόμη φορά την ικανότητά τους να αναμιγνύουν ποικίλες επιρροές, όπως η dub και το χιπ χοπ. Παράλληλα, ξεκίνησαν την δημιουργία του πέμπτου άλμπουμ τους, αρχικά προγραμματισμένο ως διπλό και με τίτλο Rat Patrol from Fort Bragg. Ο Μικ Τζόουνς ανέλαβε τα καθήκοντα παραγωγής, αλλά αυτό ήρθε σε αντίθεση με την προτίμηση των υπολοίπων. Τελικά η αρμοδιότητα ανατέθηκε στον Glyn Jones και ο δίσκος εκδόθηκε με την μορφή ενός μονού LP και με την ονομασία Combat Rock (Κόμπατ Ροκ). Μολονότι το Combat Rock ήταν γεμάτο με εκκεντρικά και όχι εμπορικά κομμάτια, με πειραματισμούς ηχητικών κολάζ και διάφορες ποιητικές απαγγελίες από τον ποιητή Άλλεν Γκίνσμπεργκ, περιείχε δυο “φιλικά” προς το ραδιόφωνο τραγούδια. Το ένα “Should I Stay or Should I Go” ήταν το πρώτο σινγκλ του γκρουπ στις Η.Π.Α το 1982, ακόμα μια ιδιομορφία της μουσικής του Jones, που παρέπεμπε σε ένα ροκ εν ρολ στυλ, παρόμοιο με αυτό του “Train In Vain” και έλαβε υψηλή προβολή από το ραδιοφωνικό σταθμό AOR. Το επόμενο, “Rock the Casbah” περιείχε στίχους που απευθύνονταν στο Ιράκ, αντιπαραβαλλόμενοι με δυτικά στοιχεία, συνδυασμένα με έναν ζωηρό, χορευτικό ρυθμό. Η μουσική για το “Rock the Casbah” ανήκει στον Headon, ο οποίος έπαιξε εκτός από κρουστά, πιάνο και μπάσο.[37] Συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες επιτυχίες των The Clash στην Αμερική, φτάνοντας μέχρι το νο. 8 και το συνοδευτικό βίντεο γνώρισε συχνή αναμετάδοση από το κανάλι MTV.[22] Το ίδιο το άλμπουμ, αποτελεί το πιο επιτυχημένο του γκρουπ, σκαρφαλώνοντας στη δεύτερη θέση των επιτυχιών στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην έβδομη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Διάσπαση: 1982 – 1984[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ηχογράφηση και έκδοση του Combat Rock το συγκρότημα άρχισε να διασπάται. Ο Topper Headon απολύθηκε ακριβώς πριν την κυκλοφορία του δίσκου, λόγω της εξάρτησης του από την ηρωίνη και τις επιπτώσεις της στην υγεία και τις μουσικές του ικανότητες.[22][38] Ο αρχικός ντράμερ, Terry Chimes, επανήλθε για τους επόμενους λίγους μήνες. Η απώλεια του Headon έφερε στην επιφάνεια τη διχόνοια μεταξύ του Τζόουνς και του Στράμμερ, οι οποίοι ήρθαν σε σύγκρουση. Το γκρουπ άνοιξε την συναυλία των The Who κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους περιοδείας στην Αμερική, στο Shea Stadium της Νέας Υόρκης. Μολονότι οι The Clash συνέχισαν τις περιοδίες, οι προσωπικές εντάσεις αυξάνονταν συνεχώς.[22]

Στις αρχές του 1983, ο Chimes παραιτήθηκε από το συγκρότημα στο τέλος της περιοδείας προώθησης του Combat Rock, εξαιτίας των εσωτερικών διενέξεων και αναταραχών. Αντικαταστάθηκε από τον Pete Howard για τις ανάγκες συμμετοχής σε ένα φεστιβάλ του Σαν Μπερναντίνο στην Καλιφόρνια, όπου οι Clash έπαιξαν με άλλους καλλιτέχνες, ανάμεσά τους ο David Bowie και οι Van Halen. Το γκρουπ διαφώνησε με τους διοργανωτές του σόου για τις υψηλές τιμές των εισιτηρίων, απειλώντας με παραίτηση σε περίπτωση απόσυρσης δωρεάς που είχε προγραμματιστεί να διανεμηθεί σε φιλανθρωπικό οργανισμό. Η συναυλία τελικά πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαΐου με παρουσία 140.000 θεατών. Μετά το τέλος της, μέλη του συγκροτήματος ήρθαν σε έντονο διαπληκτισμό με το προσωπικό ασφαλείας.[39] Ήταν η τελευταία εμφάνιση του Τζόουνς με τους Clash καθώς απολύθηκε το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Ουσιαστικά με την απομάκρυνση του Μικ Τζόουνς ξεκίνησε και η αρχή του τέλους του θρυλικού συγκροτήματος. Ο Jones έγινε κατόπιν ιδρυτικό μέλος των General Public, αλλά αποσύρθηκε γρήγορα κατά τη διάρκεια ηχογράφησης του πρώτου άλμπουμ. Ο ίδιος, αργότερα, ίδρυσε το μουσικό σχήμα Big Audio Dynamite.

Ο Nick Sheppard, άλλοτε μέλος των Cortinas και ο Βινς Γουάιτ (Vince White) επιλέχθηκαν ως οι νέοι κιθαρίστες. Ο Howard παρέμεινε στα ντραμς. Το γκρουπ, με τη νέα μορφή του, ξεκίνησε εμφανίσεις τον Ιανουάριο του 1984 με την περιοδεία Out Of Control, ταξιδεύοντας όλο το χειμώνα, μέχρι και τις αρχές του καλοκαιριού. Σε μια από τις μουσικές τους παραστάσεις ανακοίνωσαν την κυκλοφορία ενός νέου δίσκου στις αρχές του νέου έτους.

Cut the Crap, τελική διάλυση και επακόλουθα: 1985 – 1991[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Joe Strummer.

Οι συνθήκες προετοιμασίας του νέου άλμπουμ, Cut the Crap, στο Μόναχο ήταν χαοτικές. Το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής παίχτηκε από περιστασιακούς μουσικούς των στούντιο με τον Sheppard και τον White να αναλαμβάνουν τη βελτίωση των καθαριστικών μερών. Ανταγωνιζόμενος με τον μάνατζερ Bernard Rhodes για τον έλεγχο του γκρουπ, ο Στράμμερ επέστρεψε πίσω στη Βρετανία. Η μπάντα διοργάνωσε μια νέα τουρνέ, πραγματοποιώντας εμφανίσεις σε δημόσιους χώρους διάφορων πόλεων του Ηνωμένου Βασιλείου, εκτελώντας ακουστικές διασκευές πολλών επιτυχιών τους και λαϊκών τραγουδιών.

Μετά από μια εμφάνιση στην Αθήνα, ο Στράμμερ ταξίδεψε στην Ισπανία για να ανακτήσει δυνάμεις. Ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό, κυκλοφόρησε το πρώτο σινγκλ του Cut the Crap, το πένθιμο This Is England, λαμβάνοντας επί το πλείστον αρνητικές κρητικές.[40] Παρ' όλα αυτά ο κριτικός Dave Marsh κατέταξε το This Is England ως ένα από τα 1001 καλύτερα ροκ σινγκλ όλων των εποχών.[41] Το τραγούδι δέχθηκε εκ των υστέρων εγκωμιαστικά σχόλια από το περιοδικό Q και άλλα μουσικά μέσα.

Το This Is England, όπως και το υπόλοιπο περιεχόμενο του δίσκου που κυκλοφόρησε αργότερα το ίδιο χρόνο, ήταν υπό την επίβλεψη του Rhodes, με συνθεσάιζερ και ποδοσφαιρικού στυλ άσματα, που είχαν προστεθεί στις ημιτελείς ηχογραφήσεις του Στράμμερ. Αν και ο Howard ήταν ένας πεπειραμένος ντράμερ, σχεδόν σε όλα τα κομμάτια χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρονικά ντραμς. Για το υπόλοιπο της ζωής του ο Στράμμερ αποκήρυξε το άλμπουμ,[38] αν και είχε δηλώσει ότι είχε συμπαθήσει ορισμένα από τα τραγούδια του. Έπειτα από το Cut the Crap το συγκρότημα διαλύθηκε στις αρχές του 1986.[29]

Μετά τη διάσπαση, ο Στράμμερ επικοινώνησε με τον Jones προσπαθώντας να πραγματοποιήσει μια επανένωση των Clash. Ο Jones όμως είχε ήδη σχηματίσει ένα νέο γκρουπ, τους Big Audio Dynamite (B.A.D), που είχε ήδη δισκογραφική παρουσία από το 1985. Οι δύο μουσικοί συνεργάστηκαν σε διάφορα μουσικά εγχειρήματα κατά τη διάρκεια του 1986. Ο Jones, επίσης, βοήθησε τον Στράμμερ στη σύνθεση δύο τραγουδιών για το soundtrack της ταινίας Sid & Nancy. Με τη σειρά του, ο Στράμμερ, συνέθεσε μερικά από τα κομμάτια του δεύτερου δίσκου των B.A.D, No. 10 Upping St., στο οποίο είχε εργαστεί και ως παραγωγός.[40] Με τον Jones δεσμευμένο στους B.A.D, ο Strummer ακολούθησε σόλο εγχειρήματα. Ο Simonon σχημάτισε τους Havana 3am και ο Headon προχώρησε στην ηχογράφηση του προσωπικού δίσκου, Waking Up, προτού κυλήσει για άλλη μια φορά στην κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών. Τέλος, ο Chimes συμμετείχε με επιτυχία σε διάφορα μουσικά σχήματα.

Συνεργασίες και επανενώσεις: 1999 – σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1999 ο Strummer, ο Jones και ο Simonon συνεργάστηκαν για το live άλμπουμ From Here to the Eternity και για το ντοκιμαντέρ Westway to the World. Το Νοέμβριο του 2002 ανακοινώθηκε η ένταξη των Clash στο Rock and Roll Hall of Fame που θα πραγματοποιούνταν την επόμενη άνοιξη.[42] Στις 15 Νοεμβρίου ο Jones και ο Strummer μοιράστηκαν τη σκηνή παρουσιάζοντας τρία παλιά τραγούδια του συγκροτήματος, κατά τη διάρκεια ενός σόου των Mescaleros που συνέπιπτε με την εισαγωγή τους στο Hall of Fame.[36] Ο Simonon, όμως, δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει, προβάλλοντας ως επιχείρημα την υψηλή τιμή του εισιτηρίου, η οποία δεν ταίριαζε με το ελεύθερο πνεύμα των Clash. Ο ξαφνικός θάνατος του Strummer στις 22 Δεκεμβρίου του 2002 που οφειλόταν σε ένα εκ γενετής καρδιακό πρόβλημα, ματαίωσε την οποιαδήποτε πιθανότητα για μια επικείμενη επανένωση. H εισαγωγή των Clash στο Hall of Fame έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2003. Εισήχθησαν οι Τζο Στράμμερ, Μικ Τζόουνς, Πολ Σιμόνον, Νίκυ «Τόπερ» Χίντον και Τέρι Τσιμς.[36]

Επόμενες από κοινού εμφανίσεις πρώην μελών του γκρουπ πραγματοποιήθηκαν στις 11 Ιανουαρίου 2008 με τη συμμετοχή του Headon σε μια συναυλία των Carbon/Silicon, των οποίων ο Jones υπήρξε ιδρυτικό μέλος,[43] το Σεπτέμβριο του 2009 με τη συνεργασία του Τζόουνς και του Χίντον στην ηχογράφηση του σινγκλ Jail Guitar Doors με τον μουσικό του εναλλακτικού ροκ Μπίλι Μπραγκ (Billy Bragg) και τέλος το 2010 με τη δουλειά των Jones και Simonon στο δίσκο των Gorrilaz, Plastic Beach.[44]

Πολιτικές πεποιθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική των Clash συνδέθηκε συχνά με μια αριστερή πολιτική ιδεολογία.[45] Ο Στράμερ είχε παραδεχτεί δημόσια τις κομμουνιστικές του πεποιθήσεις. Οι Clash υπήρξαν πρωτοπόροι στην υπεράσπιση αριστερών ιδεών μέσω της μουσικής του πανκ ροκ και χαρακτηρίστηκαν ως τα «αγόρια του σκεπτόμενου ανθρώπου» (“The Thinking Man's Yobs”) από το μουσικό περιοδικό NME.[46] Όπως πολλά άλλα συγκροτήματα του πανκ, διαμαρτυρήθηκαν εναντίον της μοναρχίας και της αριστοκρατίας. Όμως, αντίθετα με τους υπόλοιπους μουσικούς του κινήματος, απέρριψαν το μηδενισμό.[47] Αντί αυτού, υποστήριξαν πολλές σύγχρονες απελευθερωτικές οργανώσεις και ανέπτυξαν επαφές με κοινωνικές ομάδες, όπως την αντιναζιστική Anti – Nazi League. Τον Απρίλιο του 1978 ηγήθηκαν στην οργάνωση του κοντσέρτου Rock Against Racism (Ροκ ενάντια στο ρατσισμό) στο πάρκο Βικτόρια του Λονδίνου.[22]

Η σημαία του Απελευθερωτικού Εθνικού Μετώπου Sandinista.

Οι πολιτικές πεποιθήσεις των Clash είναι φανερές σε στίχους πρώιμων ηχογραφήσεων, όπως στο White Riot, όπου ενθαρρύνουν τη νεολαία να γίνει πολιτικά δραστήρια, στο Career Opportunities, που απευθύνονται στην αποξένωση των χαμηλόμισθων τετριμμένων επαγγελμάτων και στο London's Burning, όπου γίνεται αναφορά στην ανία της ζωής στην πόλη.[29] Το εύρος των πολιτικών ενδιαφερόντων του συγκροτήματος διευρύνθηκε σε μεταγενέστερες ηχογραφήσεις. Ο τίτλος του Sandinista! αποτελεί αναφορά στους αριστερούς επαναστάτες της ομώνυμης οργάνωσης που είχε πρόσφατα καθαιρέσει τον Νικαραγουανό δυνάστη Anastasio Somoza Debayle. Στον ίδιο δίσκο περιέχονται τραγούδια με περιεχόμενο που άπτεται διαφορετικών πολιτικών θεμάτων, με έκταση πέρα από αυτήν των βρετανικών ακτών, όπως το Washington Bullets και το Call – Up.[48]

Κληρονομιά και επίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2004 το περιοδικό Ρόλινγκ Στόουν τοποθέτησε τους Clash στο νούμερο 30 ενός καταλόγου με τους 100 σημαντικότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.[3] Σύμφωνα με την εφημερίδα The Times, το ντεμπούτο των Clash, μαζί με το Never Mind the Bollocks, Here's Sex Pistols, αποτελεί την «τελική δήλωση του πανκ» και το London Calling παραμένει ως ένας από τους δίσκους με τη μεγαλύτερη επίδραση στην ιστορία της ροκ.[49] Στον κατάλογο του Ρόλινγκ Στόουν με τα 500 σημαντικότερα άλμπουμ όλων των εποχών, το London Calling κατέλαβε την όγδοη θέση, το The Clash την 77η και το Sandinista! την 404η.[50] Στον κατάλογο του ίδιου περιοδικού με τα 500 σημαντικότερα τραγούδια όλων των εποχών, το London Calling τοποθετήθηκε στο νούμερο 15, την υψηλότερη θέση του καταλόγου για τραγούδι πανκ συγκροτήματος. Άλλα τέσσερα κομμάτια των Clash που περιλαμβάνονται στον κατάλογο είναι τα Should I Stay or Should I Go (228ο), Train In Vain (292ο), Complete Control (361ο) και (White Man) In Hammersmith Palais (430ο).[51] Το London Calling έφτασε επίσης στο νούμερο 48 του καταλόγου των 100 σημαντικότερων τραγουδιών για κιθάρα όλων των εποχών του περιοδικού.[52]

Οι Clash, εκτός του ότι άφησαν ανεξίτηλα χαραγμένο το όνομά τους στη μουσική ιστορία, ιδιαίτερα της πανκ, επηρέασαν πολλούς μουσικούς που είχαν ελάχιστη, ή ακόμη και ουδεμία σχέση με το συγκεκριμένο κίνημα. Το μείγμα του σκα, της ρέγκε και της βαθιά επηρεασμένης από τον ήχο της Τζαμάικας αγγλικής κουλτούρας, βοήθησαν στην προώθηση της μουσικής 2 tone, που αναδύθηκε από τις στάχτες της έκρηξης τής πανκ.[53] Μουσικοί που ξεκίνησαν την καριέρα τους όταν οι Clash ήταν ακόμα δραστήριοι και αναγνώρισαν το χρέος τους σε αυτούς είναι ο Billy Bragg και οι Aztec Camera.[54]

Μεταγενέστερα, η επιρροή των Clash υπήρξε εμφανής σε πολιτικά στρατευμένες μπάντες της Αμερικής, όπως οι Rancid, Anti - Flag, Bad Religion και οι NOFX, όπως επίσης και στο πρώιμο πολιτικοποιημένο hard rock των Manic Street Preachers.[55] Η ανάμειξη τους με την τζαμαϊκανή μουσική και τρόπο παραγωγής, έδωσε το έναυσμα για παρόμοιες διαπολιτισμικές προσπάθειες από γκρουπ όπως οι Bad Brains, Massive Attack, Sublime και No Doubt.[56] Ο Jakob Dylan των Wallflowers χαρακτήρισε το London Calling, πέρα από τη δουλειά του πατέρα του, Μπομπ Ντίλαν, ως το δίσκο που “άλλαξε τη ζωή του”.[49] Συγκροτήματα ταυτισμένα με την αναγέννηση του garage rock των τελών της δεκαετίας του 1990 και των αρχών του 2000, όπως τους Σουηδούς The Hives, τους Αυστραλούς The Vines και τους Αμερικανούς The White Stripes και The Strokes μαρτυρούν έντονη επίδραση από τους Clash,[57] όπως και άλλοι Βρετανοί συνάδελφοί τους, ανάμεσά τους οι Babyshambles, The Futureheads, The Charlatans, The Arctic Monkeys κ.α.[58]

Η μουσική του συγκροτήματος είχε επίσης μεγάλο αντίκτυπο στον ισπανόφωνο κόσμο. Συγκεκριμένα, το 1997 εκδόθηκε ένα άλμπουμ – φόρος τιμής στους Clash, που περιελάμβανε εκτελέσεις τραγουδιών από διάφορες πανκ μπάντες του Μπουένος Άιρες.[59] Πολλά συγκροτήματα του ισπανικού ροκ (rock en espanol), που οφείλουν πολλά στο συγκρότημα είναι οι Todes Tus Muertos, Café Tacuba, Maldita Vencinant, Los Prisioneros, Tijuana No και Attaque 77.[60][61] Παρόμοια επιρροή παρατηρείται στους πολιτικοποιημένους στίχους και στην ανάμειξη ανόμοιων μουσικών ειδών που χαρακτηρίζουν τη μουσική των Γάλλων Mano Negra.[62]

Μέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1976
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Mick Jones – πρώτη κιθάρα, φωνητικά
  • Keith Levene – πρώτη κιθάρα
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Terry Chimes – ντραμς, κρουστά
1976
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Mick Jones – πρώτη κιθάρα, φωνητικά
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Terry Chimes – ντραμς, κρουστά
1976
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Mick Jones – πρώτη κιθάρα, φωνητικά
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Rob Harper – ντραμς, κρουστά
1977
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Mick Jones – πρώτη κιθάρα, φωνητικά
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Terry Chimes – ντραμς, κρουστά
1977–1982
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Mick Jones – πρώτη κιθάρα, φωνητικά
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Topper Headon – ντραμς, κρουστά
1982–1983
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Mick Jones – πρώτη κιθάρα, φωνητικά
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Terry Chimes – ντραμς, κρουστά
1983
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Mick Jones – πρώτη κιθάρα, φωνητικά
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Pete Howard – ντραμς, κρουστά
1983–1986
  • Joe Strummer – πρώτα φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
  • Nick Sheppard – πρώτη κιθάρα, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Vince White – πρώτη κιθάρα
  • Paul Simonon – μπάσο, υποστηρικτικά φωνητικά
  • Pete Howard – ντραμς, κρουστά

Δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στούντιο δίσκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • The Clash (1977)
  • Give 'Em Enough Rope (1978)
  • London Calling (1979)
  • Sandinista! (1980)
  • Combat Rock (1982)
  • Cut the Crap (1985)

Live δίσκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • From Here to Eternity: Live (1999)
  • Live at Shea Stadium (2008)

Συλλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Black Market Clash (1980)
  • The Story of the Clash vol.1 (1988)
  • 1977 Revisited (19900
  • The Singles (1991)
  • Super Black Market Clash (1994)
  • The Essential Clash (2003)
  • The Singles (2007)

Box sets[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Clash on Broadway (1991)
  • Singles Box (2006)

Άλλες κυκλοφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Capital Radio (1977)
  • The Cost of Living (1979)

Σινγκλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • White Riot (1977)
  • Remote Control (1977)
  • Complete Control (1977)
  • Clash City Rockers (1978)
  • (White Man) In Hammersmith Palais (1978)
  • Tommy Gun (1978)
  • English Civil War (1979)
  • Groovy Times (1979)
  • London Calling (1979)
  • Clampdown (1979)
  • Train in Vain (1980)
  • Bankrobber (1980)
  • The Call – Up (1980)
  • Hitsville UK (1981)
  • The Magnificent Seven (1981)
  • This Is Radio Clash (1981)
  • Know Your Rights (1982)
  • Rock the Casbah (1982)
  • Should I Stay or Should I Go (1982)
  • Straight to Hell (1982)
  • This Is England (1985)
  • London Calling (επανέκδοση) (1988)
  • I Fought the Law (1988)
  • Return to Brixton (1990)
  • Should I Stay or Should I Go (επανέκδοση) (1991)
  • Rock the Casbah (επανέκδοση) (1991)
  • London Calling (δεύτερη επανέκδοση) (1991)
  • Train in Vain (επανέκδοση) (1991)
  • Complete Control (live) (1999)

Βίντεο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • This is Video Clash (1985)
  • The Essential Clash (DVD) (2003)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Clash star Strummer dies» (STM). Entertainment. BBC News World Edition. 2002 - 12 - 27. http://news.bbc.co.uk/2/hi/entertainment/2600669.stm. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 20. 
  2. «Strummer's lasting culture Clash» (STM). Entertainment. BBC News World Edition. 2002 - 12 - 23. http://news.bbc.co.uk/2/hi/entertainment/2600955.stm. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 20. 
  3. 3,0 3,1 «The Clash by The Edge». Rolling Stone Issue 946. Rolling Stone. 2004 - 4 - 15. http://www.rollingstone.com/music/lists/5702/31963/32154. 
  4. Robb (2006), σσ. 130–132.
  5. Gray (2005), σελ. 56.
  6. «Ολυμπιακοί 2012: Το τραγούδι «London Calling» των Clash διχάζει το Λονδίνο», Το Βήμα 29 Ιουλίου 2011, έκδ. ηλεκτρονική: 16:59.
  7. Robb (2006), σελ. 151.
  8. Gray (2005), σελ. 72.
  9. Rowley, Scott (Οκτώβριος 1999). "Paul Simonon's first ever bass interview". Bassist Magazine (London) (10). 
  10. Gray (2005), σελ. 79.
  11. Strongman (2008), σελ. 103.
  12. Robb (2006), σσ. 192, 193.
  13. Σύμφωνα με τον βιογράφο Marcus Gray (2005), ο Ρόουντς τηλεφώνησε μία ημέρα νωρίτερα από την προκαθορισμένη προθεσμία (Gray (2005), σ. 127). Στο Westway to the World, ο Τζόουνς επιβεβαιώνει την 48ωρη προθεσμία ενώ, κατά τα λεγόμενα του Στράμερ, ο ίδιος τηλεφώνησε εντός 24 ωρών (11:34–11:40). Ο Τζόουνς έχει επίσης δώσει μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία ο Στράμερ έλαβε αρχικά 24ωρη προθεσμία να αποφασίσει, όμως ο Ρόουντς επικοινώνησε μαζί του μόλις οκτώ ώρες αργότερα (Robb [2006], p. 194).
  14. «MTV Rockumentary». http://www.londonsburning.org/art_mtv_rockumentary_1.html. 
  15. Topping (2004), p. 12.
  16. Gray (2005), σελ. 143. Loder, Kurt (2003 - 3 - 13). «The Clash: Ducking Bottles, Asking Questions». MTV News. http://www.mtv.com/news/articles/1470448/20030310/clash.jhtml. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 17. 
  17. Robb (2006), σελ. 196.
  18. Robb (2006), σσ. 195–197.
  19. Gray (2005), σσ. 164–166; Robb (2006), σσ. 216–223. «The Clash Sex Pistols 100 Club Festival». blackmarketclash.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2005-04-15. http://web.archive.org/20050415221659/homepage.mac.com/blackmarketclash/Bands/Clash/recordings/1976_77/76-09-20_100%20Club/76-09-20_100%20Club.html. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 27. 
  20. «1976 – The Clash Live». blackmarketclash.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2007-10-26. http://web.archive.org/20071026052834/homepage.mac.com/blackmarketclash/Bands/Clash/Clash%20gigography/1976%20DATES.html. Ανακτήθηκε στις 2007 - 12 - 31. 
  21. Gray (2005), σελ. 216.
  22. 22,0 22,1 22,2 22,3 22,4 22,5 22,6 22,7 (DVD Video) The Clash, Westway to the World, New York, NY: Sony Music Entertainment; Dorismo; Uptown Films, 2001, ISBN 0738900826, OCLC 49798077 
  23. "The Uncut Crap—Over 56 Things You Never Knew About The Clash", NME (London: IPC Magazines) 3, 1991 - 3 - 16, ISSN 0028-6362, OCLC 4213418 
  24. Robb (2006), σελ. 338.
  25. Strongman (2008), σσ. 201–202.
  26. Strongman (2008), σσ. 203–204; «The RS 500 Greatest Songs of All Time». RollingStone. 2004 - 12 - 9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2007 - 11 - 20. http://web.archive.org/web/20071120033613/http://www.rollingstone.com/news/coverstory/500songs/page/4. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 22. «361. Complete Control, The Clash»  «Complete Control The Clash». The RS 500 Greatest Songs of All Time. RollingStone. 2004 - 12 - 9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2007 - 11 - 20. http://web.archive.org/web/20071120033613/http://www.rollingstone.com/news/coverstory/500songs/page/4. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 22. 
  27. Gray (2005), σσ. 291–292; Marcus, Griel (1979 - 1 - 25). «The Clash: Give 'Em Enough Rope». Rolling Stone. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008 - 3 - 18. http://web.archive.org/web/20080318055407/http://www.rollingstone.com/artists/theclash/albums/album/248769/review/5940574/give_em_enough_rope. Ανακτήθηκε στις 2008 - 3 - 29. 
  28. Metzger, John (November 2004). «The Clash London Calling 25th Anniversary Legacy Edition». The Music Box. http://www.musicbox-online.com/cl-lc.html. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 19. 
  29. 29,0 29,1 29,2 «The Clash». Artist History. Aversion.com. http://www.aversion.com/bands/histories.cfm?directory=clash. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 20. 
  30. Erlewine, Stephen Thomas. «London Calling Review». allmusic.com. http://www.allmusic.com/album/r4095. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 19. 
  31. 31,0 31,1 Battersby, Matilda (2010 - 6 - 16). «London Calling: Tracey Emin and friends pay tribute to The Clash's 'official war artist'». The Independent. http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/art/features/london-calling-top-uk-artists-pay-tribute-to-the-clashs-war-artist-2000876.html. Ανακτήθηκε στις 2010 - 6 - 17. 
  32. Norris, Chris (1997 - 7 - 21). "Cult Cash Clan". New York. 
  33. Jaffee, Larry (1987). The Politics of Rock (Popular Music and Society), σσ. 19–30.
  34. «Clash». Trouser Press. http://www.trouserpress.com/entry.php?a=clash. Ανακτήθηκε στις 2008 - 9 - 4. 
  35. Marsh, Dave. "The Clash". In Dave Marsh and John Swenson, εκδ. (1983), The New Rolling Stone Record Guide (Random House/Rolling Stone Press), σσ. 99–100.
  36. 36,0 36,1 36,2 «The Clash». Induction. The Rock and Roll Hall of Fame and Museum. 2003 - 3 - 10. http://www.rockhall.com/inductee/the-clash. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 19. 
  37. Gray (2005), σελ. 380.
  38. 38,0 38,1 Cromelin, Richard (1988 - 1 - 31). "Strummer on Man, God, Law and the Clash". Los Angeles Times. http://www.strummernews.com/latimes88.html. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 19. 
  39. Gray (2005), σελ. 398.
  40. 40,0 40,1 «Interview - Record Collector (2000)». joestrummer.us. http://www.joestrummer.us. Ανακτήθηκε στις 2008 - 12 - 5. 
  41. Marsh, Dave (1989). The Heart of Rock & Soul: The 1001 Greatest Singles Ever Made (Penguin), σσ. 77–80. ISBN 0-14-012108-0.
  42. Vineyard, Jennifer (2002 - 11 - 7). «AC/DC, Clash, Police To Be Inducted Into Rock Hall Of Fame». MTV. http://www.mtv.com/news/articles/1458560/20021107/acdc.jhtml. Ανακτήθηκε στις 2008 - 9 - 2. 
  43. «The Clash's Mick Jones and Topper Headon reunite after 25 years». NME. 2005 - 1 - 14. http://www.nme.com/news/clash/33615. Ανακτήθηκε στις 2005 - 1- 15. 
  44. «Gorillaz 'thrilled' to work with The Clash». Digital Spy. 2010 - 2 - 24. http://www.digitalspy.com/music/news/a205006/gorillaz-thrilled-to-work-with-the-clash.html. Ανακτήθηκε στις 2010 - 3 - 8. 
  45. «The Clash» (JHTML). http://www.mtv.com/music/artist/clash/artist.jhtml. Ανακτήθηκε στις 2007 - 11 - 17. 
  46. McCarthy, Jackie (1999 - 9 - 22). «White Riot». Seattle Weekly. http://www.seattleweekly.com/1999-12-22/music/white-riot.php. Ανακτήθηκε στις 2008 - 3 - 26. 
  47. Henke, James (1980 - 4 - 3). "There'll Be Dancing In The Streets: The Clash". Rolling Stone: 38–41. 
  48. Gray (2004), σσ. 355–356; Reynolds and Press (1996), σελ. 72.
  49. 49,0 49,1 «Joe Strummer». The Times. 2002 - 12 - 24. http://www.timesonline.co.uk/tol/comment/obituaries/article805165.ece. Ανακτήθηκε στις 2009 - 8 - 29. 
  50. «The RS 500 Greatest Albums of All Time». Rolling Stone. 2003 - 11 - 18. http://www.rollingstone.com/news/story/5938174/the_rs_500_greatest_albums_of_all_time/print. 
  51. «The RS 500 Greatest Songs of All Time». Rolling Stone. 2004 - 12 - 12. http://www.rollingstone.com/news/story/11028260/the_rs_500_greatest_songs_of_all_time/print. 
  52. «The 100 Greatest Guitar Songs of All Time». Rolling Stone. 2008 - 6 - 12. http://www.rollingstone.com/news/story/20947527/the_100_greatest_guitar_songs_of_all_time/print. 
  53. D'Ambrosio (2004), σελ. 298.
  54. Gray, Chris (2002 - 12 - 24). «Fans Mourn Passing of the Political Man of Punk». Independent. http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/music/news/fans-mourn-passing-of-the-political-man-of-punk-611922.html. Ανακτήθηκε στις 2009 - 8 - 28. 
  55. D'Ambrosio (2004), σσ. 192, 251, 257, 298, 318–319.
  56. D'Ambrosio (2004), p. 257.
  57. D'Ambrosio (2004), σσ. 262–263.
  58. «Ten Modern Bands Inspired by The Clash». ShortList.com. http://80.244.189.116/ShortList.aspx?Id=146&sec=1. Ανακτήθηκε στις 2009 - 8 - 28. 
  59. Lannert, John (1997 - 3 - 29), "Latin Notas: Manzanera to Attend Latin Confab", Billboard, σελ. 33.
  60. Lannert, John (1997 - 11 - 1), "Latin Notas: IFPI Looks to Harmonize Sales Data", Billboard, σελ. 42; Linhardt, Alexander Lloyd (2003 - 10 - 16). «Album Review: Café Tacuba—Cuatro Camino». Pitchfork. http://pitchfork.com/reviews/albums/1724-cuatro-caminos/. Ανακτήθηκε στις 2009 - 8 - 28.  Birchmeier, Jason. «Café Tacuba—Biography». Allmusic. http://www.allmusic.com/artist/p33743. Ανακτήθηκε στις 2009 - 8 - 28.  Careaga, Roberto (2009 - 17 - 1). «Claudio Narea: El hombre que perdió todo por Los Prisioneros». La Tercera. http://latercera.com/contenido/724_93749_9.shtml. Ανακτήθηκε στις 2010 - 5 - 16.  Campo (1998), σελ. 6.
  61. Eddy (1997), σελ. 181.
  62. Buckley (2003), σελ. 367; Campo (1998), σελ. 5.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Buckley, Peter, εκδ. (2003). The Rough Guide to Rock (3η έκδοση). Λονδίνο: Rough Guides. ISBN 1843531054. OCLC 223842562. 
  • Campo, Alberto (1998). Clash. Φλωρεντία, Ιταλία: Giunti Editore. ISBN 8809215095. OCLC 8809215095. 
  • D'Ambrosio, Antonino (2004). Let Fury Have the Hour: The Punk Rock Politics of Joe Strummer (1η έκδοση). Νέα Υόρκη: Nation Books. ISBN 1560256257. OCLC 56988650. 
  • Eddy, Chuck (1997). The Accidental Evolution of Rock'n'Roll: A Misguided Tour through Popular Music. Νέα Υόρκη: Da Capo Press. ISBN 0306807416. OCLC 35919230. 
  • Gilbert, Pat (2005 [2004]). Passion Is a Fashion: The Real Story of The Clash (4η έκδοση). Λονδίνο: Aurum Press. ISBN 1845131134. OCLC 61177239. 
  • Gray, Marcus (2005 [1995]). The Clash: Return of the Last Gang in Town (5η έκδοση). Λονδίνο: Helter Skelter. ISBN 1905139101. OCLC 60668626. 
  • Reynolds, Simon, and Joy Press (1996). The Sex Revolts: Gender, Rebellion, and Rock 'n' Roll. Κέμπριτζ, Mass.: Harvard University Press. ISBN 067480273X. OCLC 30971390. 
  • Robb, John (2006). Punk Rock: An Oral History (4η έκδοση). Λονδίνο: Ebury Press. ISBN 0091905117. OCLC 0091924677. 
  • Savage, Jon (1992). England's Dreaming: Anarchy, Sex Pistols, Punk Rock and Beyond (ΗΠΑ έκδοση). Νέα Υόρκη: St. Martin's Press. ISBN 0312087748. OCLC 318418456. 
  • Strongman, Phil (2008). Pretty Vacant: A History of UK Punk. Σικάγο: Chicago Review Press. ISBN 1556527527. OCLC 173299117. 
  • Topping, Keith (2004 [2003]). The Complete Clash (2η έκδοση). Ρίτσμοντ: Reynolds & Hearn. ISBN 1903111706. OCLC 63129186. 

Περαιτέρω μελέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Clash, The (2008). The Clash: Strummer, Jones, Simonon, Headon. Λονδίνο: Atlantic Books. ISBN 1843547880. OCLC 236120343. 
  • Green, Johnny, and Garry Barker (2003 [1997]). A Riot of Our Own: Night and Day with The Clash (3η έκδοση). Λονδίνο: Orion. ISBN 0752858432. OCLC 52990890. 
  • Gruen, Bob, and Chris Salewicz (2004 [2001]). The Clash (3η έκδοση). Λονδίνο: Omnibus. ISBN 1903399343. OCLC 69241279. 
  • Lenny Kaye, Lester Bangs, and Kosmo Vinyl (2000 [1991]). Clash on Broadway (2η έκδοση). Νέα Υόρκη: Sony Music. OCLC 54426634. 
  • Lowry, Ray (2007). The Clash. Γουόργουικ: Angry Penguin. ISBN 1906283362. OCLC 165412921. 
  • Miles, Barry (1981). The Clash. Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Omnibus Press. OCLC 7676911. 
  • Needs, Kris (2005). Joe Strummer and the Legend of the Clash. Λονδίνο: Plexus. ISBN 085965348X. OCLC 53155325. 
  • Quantick, David (2000). The Clash. Kill Your Idols. Λονδίνο: Unanimous. ISBN 1903318033. OCLC 59417418. 
  • Smith, Pennie (1980). The Clash: Before and After. Βοστόνη: Little, Brown. ISBN 0316801690. OCLC 8034340. 
  • Tobler, John, and Barry Miles (1983). The Clash. Λονδίνο και Νέα Υόρκη. ISBN 0711902887. OCLC 21335564. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα The Clash της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).