Μοντερνισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο μοντερνισμός, με την ευρύτερη έννοια της λέξης, είναι η μοντέρνα σκέψη και η πρακτική της εφαρμογή, στο πλαίσιο της νεωτερικότητας. Ο όρος περιγράφει ωστόσο και ένα πλέγμα θέσεων, αντιλήψεων και κινημάτων τα οποία εμφανίστηκαν στην τέχνη, στην πολιτική και τη φιλοσοφία από τα τέλη του 19ου αιώνα, υπό την πίεση των πρωτοφανών αλλαγών τις οποίες είχαν επιφέρει στη Δύση η νεωτερικότητα, ο καπιταλισμός και η σαρωτική τεχνολογική εξέλιξη μετά τον Διαφωτισμό, για να επικρατήσουν καθολικά μέχρι και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο μοντερνισμός στην τέχνη υπήρξε μία αντίδραση στις συντηρητικές αξίες του ρεαλισμού. Αδιαμφισβήτητα, το πιο παραδειγματικό κίνητρο του μοντερνισμού ήταν η απόρριψη της παράδοσης και η παρωδία της, μα και η αξιοποίησή της υπό νέες οπτικές γωνίες και ερμηνείες. Ο μοντερνισμός απέρριπτε τις βεβαιότητες της διαφωτιστικής σκέψης, την έννοια ενός συμπονετικού, παντοδύναμου Θεού ως ανώτατης πηγής ηθικών αρχών, καθώς και την πεποίθηση πως μία κοινή, καθολικά αποδεκτή, αντικειμενική ερμηνεία της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας είναι δυνατόν να προσεγγιστεί χάρη στην ορθολογικότητα. Αντ' αυτού, προέβαλλε τον ρόλο της υποκειμενικότητας και των πολλαπλών, αντικρουόμενων αντιλήψεων για την αλήθεια, είτε ως ποθητή και θετική είτε ως τραγική μα αναπόφευκτη πραγματικότητα, και επικροτούσε τις αντισυμβατικές τεχνοτροπίες που κατέφθασαν με την αλλαγή του αιώνα μέσω της συνεχώς εξελισσόμενης τεχνολογίας και, κατόπιν, των επιπτώσεων που είχε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος στον ψυχισμό των καλλιτεχνών. Οι παλιές, καθιερωμένες καλλιτεχνικές φόρμες αντικαταστάθηκαν από τους μοντερνιστές με νέες, εγγύτερα στον χαρακτήρα της εποχής, προκειμένου να εκφραστεί η επισφαλής θέση του ατόμου στον πολύπλοκο νεωτερικό κόσμο.

Στη φιλοσοφία και στην πολιτική, αντιθέτως, ο μοντερνισμός μετασχημάτισε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα τα αιτήματα του Διαφωτισμού σε ριζοσπαστικά κινήματα (φιλελευθερισμός, εθνικισμός, σοσιαλισμός) με αξιώσεις αντικειμενικότητας και καθολικότητας, εμμονή με την αλλαγή και την πρόοδο και πλήρη πίστη στο δυναμικό της ορθολογικότητας και της τεχνολογικής εξέλιξης για τη βελτίωση της κοινωνίας. Παρόμοιο χαρακτήρα είχε ο μοντερνισμός και στην αρχιτεκτονική, κατ' αντιδιαστολή με τις άλλες τέχνες.

Η περίοδος μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, εν πολλοίς εξαιτίας της τρομερής εμπειρίας του τελευταίου, θεωρείται ως η κρίσιμη χρονική φάση όπου ο μοντερνισμός έπαψε σταδιακά να επικρατεί προς όφελος του αναδυόμενου μεταμοντερνισμού, τόσο στην τέχνη όσο και στη φιλοσοφία και την πολιτική.

Η εμφάνιση του μοντερνισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, η παραδοσιακή αγροτική Ευρώπη, διάστικτη από αυτοτελείς τοπικές κοινότητες με ιστορία αιώνων, τώρα εξέλιπε σταδιακά για να αντικατασταθεί οριστικά από την αστική, βιομηχανική, τεχνολογική Ευρώπη. Σε ένα τέτοιο κλίμα απότομων και ριζικών αλλαγών άνθισαν ιδέες κάθε άλλο παρά συμβατές με τη θετικιστική, ορθολογική, μηχανιστική και αισιόδοξη φύση του Διαφωτισμού, όπως ο μαρξισμός, ο φροϋδισμός, ο δαρβινισμός και η αναβίωση του αποκρυφισμού. Οι νέες αυτές τάσεις αμφισβητούσαν τόσο τον συντηρητισμό του ρομαντισμού όσο και τις θεμελιώδεις αξίες και παραδοχές του αστικού φιλελεύθερου κατεστημένου. Ο μαρξισμός ήταν θετικιστικός, μηχανιστικός και ορθολογιστικός αλλά είχε καταδείξει τις αντιφάσεις της οικονομίας της αγοράς, την ύπαρξη της ταξικής πάλης και την ασυνεχή (διαλεκτική, αντί για αυστηρά γραμμική) εξέλιξη της Ιστορίας. Ο φροϋδισμός στην προσπάθειά του να περιγράψει επιστημονικά και ορθολογικά τις λειτουργίες της ανθρώπινης νόησης είχε δώσει προτεραιότητα σε άλογες, ασυνείδητες δυνάμεις του νου και είχε αναγνωρίσει τη σεξουαλικότητα των γυναικών και των παιδιών. Ο δαρβινισμός, επίσης μία θετικιστική και ορθολογική επιστημονική θεωρία, περιέγραφε τον άνθρωπο υλιστικά, ως βιολογικό οργανισμό στερούμενο «πνευματικής διάστασης» και άρα ισότιμο με τα άλλα ζώα, ενώ ανέδειξε τον σημαντικό ρόλο της τύχης και των πιθανοτήτων στη φύση, γεγονός που έμοιαζε ασύμβατο με τον επικρατούντα μηχανικισμό του Διαφωτισμού. Έτσι η περίοδος της Δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης, η οποία επιφέρει πρωτοφανείς αλλοιώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών της Δύσης, συνοδεύεται από μία κατάρριψη παρωχημένων μεσαιωνικών αλλά και διαφωτιστικών αξιωμάτων, αξιών ή αντιλήψεων, τα οποία είχαν επιβιώσει περίπου άθικτα κατά τον πρώτο αιώνα της νεωτερικότητας. Στην αλλαγή του αιώνα, κάποιες επιστημονικές θεωρίες θα υποσκάψουν περισσότερο τα θεμέλια της παραδεκτής γνώσης και, επομένως, τις βεβαιότητες της κατεστημένης, επικρατούσας θεώρησης του κόσμου: η θεωρία της σχετικότητας, σύμφωνα με την οποία η εξωτερική πραγματικότητα μπορεί να περιγραφεί με διαφορετικούς αλλά εξίσου έγκυρους τρόπους από κινούμενους με διαφορετικές ταχύτητες παρατηρητές, και η θεωρία του χάους.

Συνολικά επομένως πολλοί νεωτεριστές διανοούμενοι στη Δύση ένιωθαν περί το 1900 τα θεμέλια των διαφωτιστικών αξιωμάτων της αέναης και γραμμικής κοινωνικής προόδου, του μηχανιστικού, αντικειμενικού εξωτερικού κόσμου και της ορθολογικής φύσης του Ανθρώπου και του Σύμπαντος να πριονίζονται. Η αυστηρή βικτοριανή ηθική και οι βεβαιότητες των κλασικών φιλελευθέρων δεν φαίνονται να συνάδουν με τον νέο βιομηχανικό, τεχνολογικά αναπτυγμένο και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο που γοργά αναδύεται, ενώ οι ρομαντικοί και οι συντηρητικοί νοσταλγοί των προνεωτερικών χρόνων μοιάζουν απελπιστικά παρωχημένοι. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό και διανοητικό status quo, το οποίο από την Αναγέννηση ως τα τέλη του 19ου αιώνα φαινόταν να εξελίσσεται ομαλά και γραμμικά, τώρα μοιάζει ξαφνικά να διακόπτεται και να αντικαθίσταται από κάτι ριζικά νέο και καινοφανές. Στο πλαίσιο αυτό μία σειρά ρήξεων με τους παραδοσιακούς τύπους καλλιτεχνικής έκφρασης λαμβάνει χώρα στον ευρωπαϊκό χώρο μετά το 1870. Οι νέες αυτές καλλιτεχνικές τάσεις αποκτούν χαρακτήρα διεθνών κινημάτων, όχι σπάνια θεμελιωμένων σε φιλοσοφικές και πολιτικές αρχές, τα οποία ονομάζονται από κοινού μοντερνιστικά. Οι μοντερνιστές επιζητούν να αναθεωρήσουν ριζικά και απότομα καθετί ξεπερασμένο: άλλοι προκειμένου να καταστρέψουν οτιδήποτε περιορίζει ή συγκρατεί την κοινωνική και ατομική πρόοδο – μη αμφισβητώντας επομένως την κληρονομιά του Διαφωτισμού και τη νεωτερικότητα αλλά μεμονωμένες όψεις τους ή αξιώματά τους τα οποία βλέπουν ως οπισθοδρομικά, λανθασμένα ή παρωχημένα – και άλλοι προκειμένου να εκφράσουν υπό ένα μη συντηρητικό πρίσμα τις αμφιβολίες τους για τη διαφωτιστική πίστη στην αέναη πρόοδο μέσω μίας υποτίθεται «απελευθερωτικής» τεχνολογίας, μίας «αντικειμενικής» επιστήμης και μίας «μοναδικά» περιγράψιμης εξωτερικής πραγματικότητας.

Από τη μία αποτελούν συνεχιστές και οφειλέτες του ρομαντισμού ενώ από την άλλη τοποθετούνται στον αντίποδά του. Το πιο ριζοσπαστικό χαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι αρνούνται για το καλλιτεχνικό τους έργο τον παραδοσιακό ρόλο του εκφραστή των αξιών της κοινωνικής ελίτ (εν προκειμένω της αστικής πολιτικής ελίτ της βικτοριανής εποχής) και το μετατρέπουν σε εκφραστή αποκλειστικά των δικών τους, ιδιόρρυθμων ανησυχιών. Οι μοντερνιστές δεν προσθέτουν στην ευρωπαϊκή διανοητική παράδοση εξελίσσοντάς την, αλλά την ανατρέπουν και την επανεφευρίσκουν. Η κεντρική αυτή αντίληψή τους εκφράζεται ακόμα και στη φόρμα των έργων τους, μέσω μίας λατρείας προς την ασυνέχεια, τη διακοπή, την έλλειψη συνοχής, τον κατακερματισμό της αναπαράστασης του χώρου και του χρόνου, στοιχεία τα οποία άλλοι προβάλλουν ως θετικά και ποθητά και άλλοι ως τραγικά αλλά αναπόφευκτα. Η δεύτερη αυτή προσέγγιση επικρατεί στον λογοτεχνικό μοντερνισμό, ο οποίος αναδύεται από τον ρεαλισμό σε μία προσπάθεια περαιτέρω απομάκρυνσης από τον ρομαντισμό, επιχειρώντας να εκφράσει την αγωνία του καθημερινού ατόμου να διατηρήσει την αυτονομία του απέναντι σε σαρωτικές κοινωνικές αλλαγές. Η αισιοδοξία και ο μηχανικισμός του Διαφωτισμού και της βικτοριανής εποχής αμφισβητούνται, η πολλαπλότητα της αντίληψης για τον κόσμο – και επομένως η ψευδαίσθηση της ύπαρξης μίας αντικειμενικά, μοναδικά περιγράψιμης εξωτερικής πραγματικότητας – προβάλλεται ως τραγωδία, τα συνήθη ηρωικά και αντιηρωικά χαρακτηρολογικά μοτίβα δεν περιγράφουν πια «ξεχωριστούς» και «μοναδικούς», αλλά καθημερινούς και συνηθισμένους χαρακτήρες. Μία αίσθηση απειλής, παρακμής, επικείμενου τέλους του αστικού πολιτισμού που αναδύθηκε και επικράτησε κατά τον 19ο αιώνα, ο οποίος αποτελεί ταυτοχρόνως φόβητρο και πόλο έλξης, διαπερνά τα γραπτά του λογοτεχνικού μοντερνισμού, από κοινού με μία διάθεση ανατροπής του καθιερωμένου και αναζήτησης νέων θεμελίων για τον δυτικό πολιτισμό.

Ιμπρεσιονισμός και συμβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον χώρο των εικαστικών τεχνών ο μοντερνισμός αποκρυσταλλώνεται αρχικά στο γαλλικό κίνημα του ιμπρεσιονισμού, το οποίο επικρατεί έναντι του ρομαντισμού μετά το 1870, με αφορμή την τεχνολογική εφεύρεση της φωτογραφίας• χάρη σε αυτήν ο αναπαραστατικός ρόλος της ζωγραφικής εξαλείφεται και ορισμένοι καλλιτέχνες νιώθουν ελεύθεροι να περιγράψουν την εξωτερική πραγματικότητα όπως τη νιώθουν υποκειμενικά ή όπως «ανακλάται» βιωματικά στον ψυχισμό τους. Αφετηρία του ιμπρεσιονισμού υπήρξε η παρατήρηση ότι οι άνθρωποι δεν βλέπουν τα ίδια τα υλικά αντικείμενα αλλά το φως που ανακλάται πάνω τους. Έτσι οι ιμπρεσιονιστές επιχειρούν να αποτυπώσουν την εικονιζόμενη σκηνή και κάθε φευγαλέο στοιχείο της (π.χ. το πέρασμα του χρόνου ή τη δυναμική κίνηση) στον στατικό πίνακα μέσω κατάλληλης χρήσης ζωντανών χρωμάτων και φωτισμού, απορρίπτοντας τις προγενέστερες επικρατούσες προσεγγίσεις του ρεαλισμού και του ρομαντισμού. Τα όρια μεταξύ των διαφορετικών αντικειμένων στις ζωγραφιές τους απεικονίζονται αδρά και ασαφή, οι λεπτομέρειες παραμερίζονται με στόχο την ανάδειξη της «ουσίας» κάθε αντικειμένου, το όποιο αντικειμενικά ακριβές στοιχείο της εικονιζόμενης πραγματικότητας απορρίπτεται προς όφελος της αποτύπωσης μίας υποκειμενικής οπτικής αίσθησης και της ελεύθερης έκφρασης του καλλιτέχνη. Οι ιμπρεσιονιστές ζωγραφίζουν σε ανοιχτούς χώρους με φυσικό φωτισμό και όχι σε κλειστά εργαστήρια, ενώ στα έργα τους το κεντρικό θέμα δεν ξεχωρίζει τόσο εύκολα από το σκηνικό υπόβαθρο όσο στην παραδοσιακή ζωγραφική. Αναμφίβολα συνεπέστεροι, επηρεαστικότεροι και σπουδαιότεροι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι είναι ο Κλωντ Μονέ (1840-1926) και ο Πιερ Ωγκύστ Ρενουάρ (1841-1919), αλλά σημαντική επίδραση είχε και η νεότερη γενιά ιμπρεσιονιστών στην Ευρώπη και τη Β. Αμερική οι οποίοι τελικώς αποκλήθηκαν μεταϊμπρεσιονιστές: π.χ. ο Ολλανδός Βίνσεντ Βαν Γκογκ (1853-1890) και ο Γάλλος Πωλ Γκωγκέν (1848-1903). Οι μεταϊμπρεσιονιστές επιδιώκουν την ενίσχυση του συναισθηματικού αντικτύπου των έργων τους, ενώ προτιμούν τελείως αφύσικα χρώματα και πιο απλές γεωμετρικές μορφές. Στη λογοτεχνία ο ιμπρεσιονισμός εκδηλώνεται μέσω λιτών, επιλεκτικών περιγραφών οι οποίες αφήνουν ανερμήνευτη και ανοιχτή την αντίληψη του κόσμου από τους χαρακτήρες.

Την ίδια περίπου περίοδο, με κέντρο πάλι τη Γαλλία, ξεπήδησε το καλλιτεχνικό κίνημα του συμβολισμού, μία γέφυρα μεταξύ του σκοτεινού ρομαντισμού και του μοντερνισμού η οποία επιχειρούσε να αντικρούσει την «πεζότητα» του ρεαλισμού επικεντρωνόμενη θεματολογικά στις «πνευματικές» διαστάσεις και στις άλογες ή ακατανόητες δυνάμεις της πραγματικότητας (π.χ. μυθικά πλάσματα, μυστικισμός, όνειρα, σεξουαλικές ενορμήσεις, θνητότητα κλπ). Η αφετηρία του συμβολισμού εντοπίζεται στο ποιητικό έργο του Καρόλου Μπωντλαίρ (1821-1867) και το κίνημα συσχετίστηκε στενά με τον ιμπρεσιονισμό. Για τους συμβολιστές η τέχνη είναι ένα καταφύγιο απέναντι στις φρικώδεις όψεις της ύπαρξης, διακρινόμενο από αισθητική αυταξία και όχι από κάποια υποτιθέμενη λειτουργία του ως αλληγορικός φορέας ηθικών αρχών. Στόχος της τέχνης είναι να συλλαμβάνει, να μορφοποιεί και να αναδεικνύει κρυφές, εξιδανικευμένες αλήθειες, μη προσπελάσιμες από τη συνήθη αισθητηριακή εμπειρία ή τη λογική σκέψη. Έτσι δίνουν έμφαση στην υπαινικτικότητα και σε μεταφορικά μοτίβα, όχι σπάνια εκφραζόμενα μέσω συγκεκριμένων υλικών αντικειμένων, αισθητικών εντυπώσεων ή άυλων παραστάσεων. Τα μοτίβα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα κάποιο σαφώς ορισμένο κρυμμένο νόημα, αλλά ίσως στοχεύουν μόνο να επιφέρουν αλλαγές στη συνειδησιακή κατάσταση του αναγνώστη. Στην ποίηση οι συμβολιστές καταργούν την παραδοσιακή ομοιοκαταληξία προκειμένου να ενισχύσουν τη ρευστότητα και την ευελιξία του λόγου τους, ενώ συνηθίζουν να αναφέρονται στην εποχή τους ως περίοδο «παρακμής» και να την παρομοιάζουν με την εποχή της αποσύνθεσης και κατάρρευσης της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – πρόκειται για μία έκφραση της αντιπαράθεσής τους με το αστικό, βικτοριανό κατεστημένο και την αυστηρή ηθική του την οποία αντιλαμβάνονται ως παράλογη, υποκριτική και ασύμβατη με μία νέα εποχή που αθόρυβα αναδύεται. Στο πλαίσιο αυτής της αντιπαράθεσης ορισμένοι συμβολιστές συνδέθηκαν με αντιθετικιστικά αποκρυφιστικά ή ιδεαλιστικά διανοητικά κινήματα της εποχής, ή αρνήθηκαν να εναρμονιστούν με τις αστικές κοινωνικές συμβάσεις, προτιμώντας π.χ. να κερδίζουν χρήματα αποκλειστικά από την τέχνη τους. Στο Παρίσι και σε άλλα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα εμφανίστηκε έτσι μία ζωντανή κουλτούρα τέτοιων αντισυμβατικών καλλιτεχνών, οι οποίοι σκανδάλιζαν διαρκώς τη συντηρητική μερίδα της κοινής γνώμης αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζονταν για την ποιότητα και τις καινοτομίες των έργων τους. Στην ευρύτερη κατηγορία του συμβολισμού της περιόδου αυτής ξεχωρίζουν ο Άγγλος Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900), ο οποίος διώχθηκε ποινικά για την ομοφυλοφιλία του, οι Γάλλοι ποιητές Στεφάν Μαλαρμέ (1842-1898), Πωλ Βερλαίν (1844-1896) και Αρτύρ Ρεμπώ (1854-1891), ο Αυστριακός ζωγράφος Γκούσταφ Κλιμτ (1862-1918) και ο Νορβηγός ζωγράφος Έντβαρτ Μουνκ (1863-1944).

Ο μοντερνισμός στη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμοι εκφραστές του μοντερνισμού στη λογοτεχνία υπήρξαν ο Τζόζεφ Κόνραντ (1857 – 1924), ο Τόμας Μαν (1875 – 1955), ο Έντουαρντ Φόρστερ (1879 - 1970) και ο Έζρα Πάουντ (1885 - 1972).

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Β. Κιντή, Π. Τουρνικιώτης, Κ. Τσιαμπάος (επιμ.), Το μοντέρνο στη σκέψη και τις τέχνες του 20ού αιώνα, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2013.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]