Σόλο (μουσική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στη μουσική γενικά ο όρος σόλο, (εκ της ιταλικής solo που σημαίνει μόνος), χρησιμοποιείται πολλαπλά είτε σε έργα ορχήστρας, σε χρήση οργάνου, είτε σε χορικά έργα.

Συνηθέστερα στη πρώτη περίπτωση ο όρος φέρεται στη παρτιτούρα κάποιου οργάνου που δηλώνει ότι μόνο ο κορυφαίος της ομάδας των συγκεκριμένων οργάνων π.χ. πλαγιαύλων, σαλπίγγων, βιολιών κ.λπ. θα εκτελέσει τη συνέχεια μέχρι του σημείου συμμετοχής και των άλλων που δηλώνεται με τον όρο «τούττι» (tutti, ιταλ. "όλοι"). Επίσης εκτός αυτής της περίπτωσης ο όρος σημαίνει και την εκτέλεση μόνο από ένα όργανο π.χ. στα κοντσέρτα, προκειμένου έτσι ν΄ αποδοθεί μεγαλύτερη εκφραστικότητα και μελωδικότητα.

Στη δε περίπτωση των χορικών έργων ο όρος σόλο δηλώνει το υπό τον κορυφαίο μόνο του χορού εκτελούμενο μέρος, ενώ με τον όρο «χορός» (coro) σημαίνεται η είσοδος της χορικής ομάδας.

Ο πληθυντικός του όρου είναι soli και αναφέρεται ως επί το πλείστον σε έργα κλασικής μουσικής. Οι "σόλο" εκτελέσεις στη λαϊκή μουσική επί το πλείστον αποτελούν αυτοσχεδιασμούς, π.χ. "σόλο μπουζούκι", "σόλο κιθάρα", "σόλο ντραμς" κ.λπ.

Σπανιότερα για εκτέλεση ενός πολύ γνωστού κλασικού έργου προτιμάται ένα όργανο όπως π.χ. σόλο τρομπέτα ή σάλπιγγα π.χ. για το “Ave Maria”, ή το “Il Silenzio”, ιδιαίτερα αγαπητό στους στρατιωτικούς ως «σιωπητήριο» μετά την κατάκλιση, κ.ά.

Οι κορυφαίοι που εκτελούν σόλο μέρη ονομάζονται γενικά «σολίστ» και πρόκειται για σημαντικούς δεξιοτέχνες του είδους.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.17ος, σελ.68