Πραξικόπημα του 1974 (Κύπρος)
|
|
Η ουδετερότητα και η ακρίβεια γεγονότων αυτού του λήμματος είναι υπό αμφισβήτηση. Παρακαλούμε δείτε τις σχετικές παρατηρήσεις στη σελίδα συζήτησης. |
Στις 15 Ιουλίου του 1974 εκδηλώθηκε στη Κύπρο πραξικόπημα εκ μέρους της Εθνοφρουράς εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄.
Ο Μακάριος διασώθηκε και μεταφέρθηκε, μέσω Μάλτας και Λονδίνου στη Νέα Υόρκη, όπου έλαβε μέρος στη σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (19 Ιουλίου) στην οποία και κατήγγειλε την Ελληνική χούντα για "εισβολή στην Κύπρο" ενώ απέφυγε να αναφερθεί στο σίγουρο ενδεχόμενο Τουρκικής εισβολής που πράγματι άρχισε λίγες ώρες μετά την ομιλία του Μακαρίου.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Ιστορικό πλαίσιο
Ο ψυχρός πόλεμος ήταν ακόμη σε εξέλιξη. Πριν από επτά μήνες περίπου πριν, από τις 25 Νοεμβρίου του 1973, στην Ελλάδα υπήρχε η Χούντα Β' του Ιωαννίδη, η οποία με τη σειρά της είχε ανακηρύξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Φαίδωνα Γκιζίκη και είχε επιβάλει τη [[κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973|κυβέρνηση Α. Ανδρουτσόπουλου]. Ο Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Σπ. Τετενές, παραιτήθηκε την 1 Ιουλίου 1974, τον διαδέχθηκε ο Κ. Κυπραίος. Πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν ο Μπουλέντ Ετζεβίτ και υπουργός Εξωτερικών ο Τουράν Γκιουνές που τον αντικαθιστούσε ο τότε υπουργός Αμύνης Χασάν Ισίκ. Πρωθυπουργός της Αγγλίας ήταν ο Χάρολντ Ουίλσον και υπουργός Εξωτερικών ο Τζέιμς Κάλαχαν. Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον και υπουργός Εξωτερικών ο Χένρυ Κίσινγκερ με βοηθό του τον υφυπουργό Εξωτερικών Tζόσεφ Σίσκο. Πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα ήταν ο Χένρυ Τάσκα και της Κύπρου ο Ν. Κρανιδιώτης, της δε Ελλάδας στην Άγκυρα ο Δ. Κοσμαδόπουλος και στη Λευκωσία ο Ευστ. Λαγάκος. Τέλος Γ.Γ. του ΟΗΕ ήταν ο Κουρτ Βαλντχάιμ ο οποίος ένα μήνα πριν, (2 Ιουνίου), κατά τη μετάβασή του από ΗΠΑ προς Βηρυτό, στάθμευσε στην Αθήνα.
Την Εθνοφρουρά της Κύπρου στελέχωναν και περίπου 650 Έλληνες αξιωματικοί εκτός της ΕΛΔΥΚ. Ο Μακάριος έκανε απόπειρες να απομακρύνει κάποιους ή όλους ισχυριζόμενος ότι εμποδίζουν τη διακυβέρνησή του. Για αυτό το θέμα έστειλε επιστολή προς τον στρατηγό Φ. Γκιζίκη με ημερομηνία 2 Ιουλίου 1974 και που του επιδόθηκε από τον τότε πρέσβη της Κύπρου στην Ελλάδα δύο ημέρες μετά[1]. Τότε παραιτήθηκε ο υπεύθυνος κυπριακών υποθέσεων Ι. Τζούνης[1] και ο υπουργός εξωτερικών. Επίσης αντίγραφο αυτού του μηνύματος επιδόθηκε στον Κ. Καραμανλή στο Παρίσι καθώς και στον μέχρι πρότινος Βασιλέα Κωνσταντίνο στο Λονδίνο. Οι επιδόσεις αυτών είχαν γίνει ιδιοχείρως από τον τότε έμπιστο γραμματέα του Μακαρίου Χάρη Βωβίδη, (όπου μετέπειτα ανέλαβε γραμματεύς του Σπ. Κυπριανού), όπως ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε αργότερα σε κυπριακή εφημερίδα[2].
Ο τότε εκδότης Σάββας Κωνσταντόπουλος μετέβη μία εβδομάδα πριν το πραξικόπημα στη Κύπρο υπό την έγκριση των Γκιζίκη και Ανδρουτσόπουλου, ο ίδιος ήταν προσωπικά γνώριμος με τον Μακάριο. Σύμφωνα με κάποιες πηγές ο Κωνσταντόπουλος πήγε στην Κύπρο, για να αλλάξει τη γνώμη της κυπριακής κυβέρνησης σχετικά με το θέμα των αποχωρήσεων, γιατί οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιδεινώνονταν στις συνομιλίες που γίνονταν στην Οττάβα, (στα πλαίσια της εκεί τότε Διάσκεψης του ΝΑΤΟ, όπου είχαν μια τελευταία συνάντηση οι Τετενές και Γκιουνές). Ο Κωνσταντόπουλος είπε να φύγουν μόνο οι Έλληνες αξιωματικοί που δεν υπακούν την κυβέρνηση. Ο Μακάριος συμφώνησε και στην επόμενη συνάντηση παρέδωσε ένα κατάλογο 11 ονομάτων ανεπιθύμητων Ελλήνων αξιωματικών.[3] Ωστόσο, συμφωνία αυτή δεν έγινε δεκτή από την Ελλάδα στις 13-7, ενώ σύμφωνα με κάποιες πηγές το πραξικόπημα είχε ήδη δρομολογηθεί.[4]
[Επεξεργασία] Διοργανωτές
Κύριοι διοργανωτές του πραξικοπήματος του 1974, κατά τα διάφορα δημοσιεύματα, φέρονταν ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, ο ταξίαρχος Δ. Ιωαννίδης (ο κύριος εγκέφαλος και πρωταγωνιστής του πραξικοπήματος), ο αρχηγός των Ε.Δ. στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος, (πρώην επιτελάρχης του Γρίβα Διγενή και 2ος στη τάξη της οργάνωσης του πραξικοπήματος), καθώς και οι αρχηγοί των Γενικών Επιτελείων: Στρατού, αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, (3ος στη τάξη της οργάνωσής του), του Ναυτικού αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης (αν και αμφισβητείται αν το γνώριζε εξ αρχής) και Αεροπορίας αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, (όπως επίσης και αυτός αμφισβητείται ομοίως). Επίσης στη Κύπρο ο εκεί διοικητής της εθνοφρουράς αντιστράτηγος Γεώργιος Ντενίσης, ο κύριος συντονιστής του πραξικοπήματος ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ ταξίαρχος Α. Κονδύλης, καθώς και ο δημοσιογράφος Ν. Σαμψών φερόμενος τότε ως αναδιοργανωτής της ΕΟΚΑ Β' όπου μάλλον τυχαία αναμίχθηκε.
Επίσημα την πλήρη ευθύνη για το πραξικόπημα και τις πράξεις τους ανέλαβαν ο Δ. Ιωαννίδης και ο Ν. Σαμψών. Ο Ν. Σαμψών ομολόγησε τη σχεδίαση του πραξικοπήματος, για την οποία υπεραμύνθηκε ότι εκτέλεσε με Κύπριους αξιωματικούς του κυπριακού στρατού. Ωστόσο, φαίνεται ότι υπήρχε προσπάθειά συγκάλυψης Ελλήνων αξιωματικών. Η ανατροπή του Μακαρίου με πραξικοπήμα δεν αποφασίστηκε αλλά διατάχθηκε από στρατιωτική Ηγεσία,[ασαφές] πράξη που δεν εξαγγέλθηκε από εξώστες, ούτε δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ,[ασαφές] όπως ομολογήθηκε τελικά, ενώ χαρακτηρίστηκε αναπόφευκτη.
Στις 11 Ιουλίου συνήλθε στην Αθήνα έκτακτο Υπουργικό Συμβούλιο για την εκτίμηση της κατάστασης με την παρουσία του πρέσβη της Κύπρου στην Ελλάδα Ν. Κρανιδιώτη και του της Ελλάδος στη Λευκωσία Ευστ. Λαγάκου καθώς και άλλων παραγόντων, ενώ στις 13 Ιουλίου (ημέρα Σάββατο) συγκλήθηκε (επίσης στην Αθήνα στην αίθουσα συσκέψεων του ΑΕΔ, στο Πεντάγωνο), μια πολύωρη σύσκεψη υπό την Προεδρία του Φ. Γκιζίκη στην οποία έλαβαν μέρος ο πρωθυπουργός Α. Ανδρουτσόπουλος, ο υπουργός Εξωτερικών Κ. Κυπραίος, ο τότε υπουργός Αμύνης Ευστ. Λατσούδης, όλη η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, (οι τρεις αρχηγοί, ο αρχηγός του στρατού, του στόλου και του σμήνους) και με την παρουσία των ειδικά μετακλειθέντων του Διοικητή της Εθνοφρουράς Κύπρου αντιστράτηγου Γ. Ντενίση και του διευθυντή του 2ου ΕΓ της ΕΦ συνταγματάρχη Κ. Μπούρλου. Στη σύσκεψη αυτή παρευρέθηκαν επίσης ο συνταγματάρχης Νικολαΐδης, διοικητής της ΕΛΔΥΚ, ο αντισυνταγματάρχης Δ. Χιωτόπουλος, διευθυντής του κλιμακίου της ΚΥΠ στη Λευκωσία, και ο ταξίαρχος Δ. Κονδύλης ο άνθρωπος του Ιωαννίδη, πρώην διοικητής της ΕΛΔΥΚ. Αντικείμενο της σύσκεψης ήταν οι σχέσεις Μακαρίου - Αθήνας και η εξέταση των τελευταίων εξελίξεων επί του Κυπριακού ζητήματος και των αιτημάτων του Προέδρου Μακαρίου. Τελικά αποφασίστηκε η σύγκλιση νέας συνεδρίασης για την Δευτέρα 15 Ιουλίου όπου και θα λαμβάνονταν οι τελικές αποφάσεις[1]. Δεν ξέρουμε αν έγινε η συνεδρίαση.
Σύμφωνα με μία πηγή[1], που επικαλείται απόρρητη αναφορά του Π. Αραπάκη, στις 2 Ιουλίου του 1974 στο γραφείο του Α/ΓΕΣ Γρ. Μπονάνου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη που πήραν μέρος ο ίδιος Α/ΓΕΣ, ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, και οι εκ Κύπρου ταξίαρχος Γεωργίτσης και υποστράτηγος Παπαδάκης καθώς και ο συνταγματάρχης Κ. Κομπόκης. Τότε αποφασίσθηκε με εντολή του Ιωαννίδη η εκτέλεση πραξικοπήματος. Στις 6 Ιουλίου ο Κ. Κοντώσης, (δ/ντης του 2ου ΕΓ της Εθνικής Φρουράς), ήλθε στην Αθήνα, απεσταλμένος του Γεωργίτση, για να ζητήσει αναβολή εκτέλεσης. Δύο ημέρες μετά επέστρεψε στη Λευκωσία με τη διαταγή εκτέλεσης στη καθορισμένη ημερομηνία[1].
[Επεξεργασία] Σχέδιο επιχείρησης
Σύμφωνα με το σχέδιο όπως αυτό είχε καταρτισθεί[5] προέβλεπε σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, την ταχύτατη προσβολή του προεδρικού μεγάρου από δύο δυνάμεις τεθωρακισμένων, 600 συνολικά ανδρών, που θα έφθαναν και θα ενεργούσαν από δύο διαφορετικά σημεία αφού προηγουμένως είχαν εξουδετερώσει προσκείμενες στον Μακάριο δυνάμεις, όπως την προεδρική φρουρά και ένα ειδικό αστυνομικό σώμα. Αμέσως μετά την επιδιωκόμενη δολοφονία του Μακαρίου τούτο θα δηλωνόταν αμέσως δια παντός πρόσφορου επικοινωνιακού μέσου όπου και θα ξεκίναγε η διαδικασία της έκτακτης πολιτικής αντικατάστασής του, με επιβολή στρατιωτικού νόμου.
Δεν έγινε γνωστό αν η ημερομηνία 15 Ιουλίου, που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, ήταν η καθορισθείσα εξ αρχής, ή εναλλακτική άλλης προγενέστερης, δεδομένου ότι είχαν εκφρασθεί ανησυχίες για επικείμενο τέτοιο τόσο από κυπριακής και ελλαδικής πλευράς όσο και από τουρκικής, ακόμη και αμερικανικής πλευράς.
Ωστόσο, υπάρχουν πτυχές του πραξικοπήματος οι οποίες δεν είναι γνωστό αν υπήρχαν στο σχέδιο ή όχι.
Κινήθηκαν δύο μηχανοκίνητες φάλαγγες με περίπου 40 άρματα και 20 οχήματα με αντίστοιχο στρατό για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού που ήταν η δολοφονία ενός ατόμου, του Προέδρου και ο κανονιοβολισμός του προεδρικού μεγάρου.
[Επεξεργασία] 15 Ιουλίου
Στις 08:00 στην Αθήνα ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων καλώντας στο γραφείο του τους αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων τους ανακοινώνει[5] το θάνατο του Μακάριου.
Εκείνη την ώρα τίποτε δεν είχε εκδηλωθεί ακόμα στην Κύπρο. Ο Μακάριος με την συνοδεία του κατέρχονταν από τη θερινή κατοικία του, στο όρος Τρόοδος, όπου είχε περάσει το Σαββατοκύριακο, και διερχόμενος κοντά από το στρατόπεδο Κοκκινοστριμυθιά όπου ήταν το κύριο στρατόπεδο της Εθνοφρουράς και η βάση των τεθωρακισμένων, κατευθύνθηκε στη Λευκωσία, στο Προεδρικό Μέγαρο, στο οποίο και έφθασε περί τις 08:10.[5]
Λίγο αργότερα στις 08:15 (τοπική ώρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος), δύο ισχυρές φάλαγγες αρμάτων εξήλθαν στο οδικό δίκτυο, η μία από το στρατόπεδο Κοκκινοστριμυθιάς, που αποτελούταν από όλα τα άρματα της Κυπριακής Εθνοφρουράς, περίπου 35 ρωσικής προέλευσης τύπου Τ-34, και με δύναμη 300 ανδρών, με κύριο σκοπό την εξουδετέρωση της Προεδρικής Φρουράς, (δύναμη 150 ανδρών), δίπλα στο Προεδρικό Μέγαρο και η δεύτερη φάλαγγα από το στρατόπεδο Καποτά (Παλλουριώτισσα) με κάποια λίγα άρματα βρετανικής προέλευσης τύπου ΜΗ και 20 οχήματα που μετέφεραν μονάδα ΛΟΚ περίπου 300 ανδρών με σκοπό την εξουδετέρωση του αστυνομικού Εφεδρικού Σώματος που έδρευε περίπου 1 χλμ. μακρύτερα του Προεδρικού Μεγάρου.[5] Στη συνέχεια οι δύο φάλαγγες θα συνέκλιναν και περικυκλώνοντας θα πυρπολούσαν κανονιοβολώντας το Μέγαρο της Προεδρίας. Τελικά οι δυνάμεις που έλαβαν μέρος ήταν η 31η και η 33η μοίρες καταδρομών, η ύλη αρμάτων της 21ης επιλαρχίας μέσων αρμάτων και της 23ης επιλαρχίας αναγνώρισης , 2 τάγματα πεζικού από την Κερύνεια και 2 λόχοι της ΕΛΔΥΚ. Διοικητής των αρμάτων της 21ης ήταν ο επίλαρχος Κορκόντζελος, της 23ης ο αντισυνταγματάρχης Λαμπρινός, ενώ των καταδρομών ο ταγματάρχης Δαμασκηνός.[1].
Ο Μακάριος φθάνοντας στο γραφείο του περί τις 08:15 δέχθηκε μια σχολική αντιπροσωπεία από την Αίγυπτο που τον ανέμενε.[5] Τη στιγμή της προσφώνησης εκ μέρους του συνοδού καθηγητή από χειρογράφου ακούστηκαν υπόκωφοι κανονιοβολισμοί. Ο Μακάριος καθησυχάζοντας τον καθηγητή τον παρότρυνε να συνεχίσει, όταν και πάλι ακούστηκαν δυνατότεροι οι κανονιοβολισμοί που προέρχονταν από το στρατόπεδο του Εφεδρικού Σώματος, που υπερασπιζόταν ο ταγματάρχης Πανταζής και όλοι έδειχναν ανήσυχοι, ο Μακάριος επανέλαβε ατάραχος "συνέχισε παιδί μου". Τη στιγμή όμως εκείνη εισόρμησαν στην αίθουσα υποδοχής ο υπασπιστής του Μακαρίου με τον διοικητή της Προεδρικής Φρουράς, (ανεψιός του Μακαρίου) προειδοποιώντας τον για την επίθεση και παροτρύνοντάς τον να φύγει.
Στα λίγα λεπτά που ακολούθησαν ο Μακάριος με πολιτική περιβολή και φέροντας τραγιάσκα οδηγείται από τους συνοδούς του στην πίσω έξοδο ασφαλείας του μεγάρου, που παραμένει αφύλακτη και μέσα από ένα ξεροπόταμο φθάνει σε δημόσιο δρόμο. Τα δε παιδιά κυριολεκτικά είχαν φυγαδευτεί από την κυρία είσοδο του κτιρίου.[5]
Την κρίσιμη στιγμή εκείνη και ενώ πίσω του βάλλεται και πυρπολείται το προεδρικό μέγαρο, φθάνει απόσπασμα του Εφεδρικού που σπεύδει να προστατέψει τον Μακάριο. Τελικά αστυνομικό όχημα ακολουθώντας αγροτικούς δρόμους μεταφέρει τον Πρόεδρο με ασφάλεια σε ένα μοναστήρι, στο όρος Τρόοδος. Εκεί ο Πρόεδρος ακούει τον ραδιοφωνικό σταθμό της Λευκωσίας, που ήδη είχε περιέλθει στους πραξικοπηματίες, να επαναλαμβάνει το θάνατό του.
Στις 11:00 ο ταξίαρχος Γεωργίτσης ενημερώνει τον ομόβαθμό του Ιωαννίδη στον ειδικό θάλαμο επιχειρήσεων του τότε Πανταγώνου (στην Αθήνα), που παρακολουθεί την εξέλιξη μαζί με τους αρχηγούς των Όπλων[5] ότι η επιχείρηση τελείωσε με επιτυχία. Μία ώρα αργότερα ενημερώνεται για τη διαφυγή του Μακάριου.
Στις 13:00 ο Μακάριος ακολουθώντας άλλη διαδρομή κατήλθε από το Τρόοδος και φέροντας ράσα κατευθύνθηκε στη Πάφο, όπου και εισερχόμενος στον εκεί καθεδρικό ναό, μέσα από ένα πλήθος που παραληρούσε βλέποντάς τον, με γεμάτη πάθος φωνή αναγγέλλει προ του μικροφώνου του εκεί ραδιοφωνικού σταθμού[5]:
Είμαι εγώ ο Μακάριος. Είμαι ζωντανός. Αναγνωρίζετε την φωνήν μου. Δεν εφονεύθην. Είμαι ζωντανός και θα αγωνισθώ μέχρις εσχάτων!
Το μήνυμα αυτό αν και δεν ακούγονταν δυνατά λόγω της περιορισμένης εμβέλειας του ραδιοφωνικού σταθμού, αλλά έγινε αμέσως γνωστό από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Τελ Αβίβ που το είχε λάβει και με τον ισχυρό πομπό του άρχισε ν΄ αναμεταδίδει προς όλο τον κόσμο το φορτισμένο εκείνο μήνυμα, διακόπτοντας συνεχώς τη ροή του προγράμματός του, για να αναγγείλει ότι ο Μακάριος ζει.[5]
Στις 15:00 οι πραξικοπηματίες στη Κύπρο, μη έχοντας πιθανώς γνωστά τα τεκταινόμενα στη Πάφο, δεδομένου ότι είχαν διακοπεί οι τηλεφωνικές συνδέσεις, παραβλέποντας τον εκ του συντάγματος νόμιμο διάδοχο στη θέση του προέδρου που ήταν ο τότε πρόεδρος της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων Γλαύκος Κληρίδης, επιλέγουν και συγκεκριμένα ο Γεωργίτσης, αφού προηγουμένως αποτάνθηκε μάταια σε κάποια άλλα πρόσωπα τον δημοσιογράφο και βουλευτή τότε Νικόλαο Σαμψών[5], (γνώριμο στην Ελλάδα από την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και βεβαίως και των μυστικών υπηρεσιών), που εκείνη την ώρα περιφερόταν στο Μέγαρο της Εθνοφυλακής (ΓΕΕΦ).
Λίγη ώρα μετά, ο Ν. Σαμψών ορκίζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου, εκφωνεί και το διάγγελμα επί την ανάληψη των καθηκόντων του κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο, χωρίς όμως να προβεί σε διάλυση της Βουλής, ή σε δίωξη πολιτικών προσώπων. Στη θέση αυτή θα παραμείνει για οκτώ ημέρες. Στη τελετή ορκωμοσίας του χοροστάτησε ο καθαιρεθείς πριν ένα χρόνο, επίσκοπος Γεννάδιος (πρώην Πάφου), ο οποίος και ορίστηκε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Σημειώνεται ότι ο επίσκοπος Γεννάδιος μαζί με τους επισκόπους Ανθέμιο, (πρώην Κιτίου) και Κυπριανό, (πρώην Κερύνειας), είχαν προκαλέσει Συνοδικό πραξικόπημα το 1973, τους οποίους στη συνέχεια καθαίρεσε ο Μακάριος προκαλώντας Μείζονα Σύνοδο, στην οποία αν και προσκλήθηκαν η Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρευρέθησαν.
Στο μεταξύ το μεσημέρι της ίδιας ημέρα ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα Δημήτριος Κοσμαδόπουλος βρισκόταν στη πλαζ των Θεραπειών μαζί με τον διπλωμάτη Σουρμελή όταν τους πλησίασε εσπευσμένα ο γιος του δεύτερου και τους ενημέρωσε, όπως άκουσε σε έκτακτο ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων ότι ο Μακάριος είναι νεκρός και ο στρατός στη Κύπρο ανέλαβε την εξουσία. Αμέσως και οι δύο διπλωμάτες επέστρεψαν αεροπορικώς στην Άγκυρα. Μόλις έφθασαν ενημερώθηκε ο πρέσβης ότι τον είχε αναζητήσει ο εκτελών χρέη υπουργού εξωτερικών, υπουργός Αμύνης Χασάν Ισίκ (ο τότε υπουργός εξωτερικών Γκιουνές βρισκόταν στην Κίνα) όπου και κανονίσθηκε συνάντηση για την επομένη.
Η είδηση της διάσωσης του Μακαρίου είχε γίνει ήδη ευρύτερα γνωστή από τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης μέχρι το μεσημέρι. Ο αρχηγός της Αεροπορίας Παπανικολάου, παραμένει συνεχώς στον Θάλαμο επιχειρήσεων, ενώ κατ΄ άλλους είχε φύγει και επανήλθε περί τις 06:00 μ.μ., όπου μαζί με τον Δ. Ιωαννίδη παρακολουθούσαν την εξέλιξη, όπως ενημέρωνε ο Γεωργίτσης[5]. Εκείνη την ώρα οι πραξικοπηματίες πήγαιναν στην Πάφο, αλλά ήταν δύσκολο λόγω έλλειψης δρόμων.
Το ίδιο απόγευμα φαινόταν ότι το πραξικόπημα είχε τελικά επικρατήσει με απολογισμό 55 νεκρούς και 250 τραυματίες, χωρίς να περιλαμβάνονται κάποιες θηριωδίες που σημειώθηκαν σε τρία τουλάχιστον χωριά κατά αμάχων τουρκοκυπρίων εκ μέρους της ΕΟΚΑ Β΄.
[Επεξεργασία] 16 Ιουλίου
Η επόμενη ημέρα, της εκδήλωσης του πραξικοπήματος στη Κύπρο, στελέχη της Αθήνας ενημερώνονταν τακτικά για τα τεκταινόμενα στην Κύπρο. Σύμφωνα με συνομιλίες ο Ιωαννίδης πίστευε ότι η δολοφονία του Μακάριου θα έφερνε σταθερότητα στην περιοχή και την εύνοια των ΗΠΑ και της Τουρκίας.
Περί ώρα 10:00 στην Άγκυρα ο υπουργός Αμύνης Ισίκ που αντικαθιστούσε τον των εξωτερικών Γκιουνές συναντάται σύντομα με τον Έλληνα πρέσβη στον οποίο αφού του καθιστά γνωστή την επικινδυνότητα της κατάστασης, δηλώνοντας την απαράδεκτη επέμβαση στη Κύπρο, του ζητά την επίσημη θέση της Ελλάδας επί των ενόχων δραστών. Ο πρέσβης παραδέχθηκε ότι δεν είχε σχετική ενημέρωση και ότι θα επανέλθει. Επ´ αυτού ο Ισίκ εξέφρασε τη θλίψη του για την ελληνική κυβέρνηση που σε τέτοιες κρίσιμες ώρες δεν ενημέρωσε τον εκπρόσωπό της στην Τουρκία.
Τα τουρκικά και τουρκοκυπριακά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν τις ανησυχίες του πρωθυπουργού της Τουρκίας Μ. Ετζεβίτ και του αρχηγού των Τουρκοκυπρίων Ρ. Ντενκτάς για τη φύση και τις διαθέσεις του πραξικοπήματος σχετικά με την ένωση με την Ελλάδα ή το διωγμό των Τουρκοκυπρίων.
Στις 15:00 οι πραξικοπηματίες έχουν περικυκλώσει την Πάφο ενώ το κυπριακό περιπολικό σκάφος "ΛΕΒΕΝΤΗΣ" βάλλει και αυτό από τον λιμένα κατά της Μητρόπολης. Ο Μακάριος μία ώρα πριν είχε μεταφερθεί με ελικόπτερο από την παρακείμενη φιλανδική βάση του ΟΗΕ στην αγγλική βάση Κύπρου και από εκεί με αεροπλάνο κατευθυνόταν προς τη Μάλτα. Λίγη ώρα αργότερα ο Γεωργίτσης ενημερώνει την Αθήνα[5] για την διαφυγή στο εξωτερικό.
Οι έλληνες διπλωμάτες περίμεναν ενημέρωση από την Ελλάδα. Τα μεσάνυχτα φθάνει τηλετυπικά η πρώτη ανακοίνωση των Αθηνών και πιθανότερα προς όλες τις ελληνικές πρεσβείες:
Αι πρόσφαται εξελίξεις εν Κύπρω αποτελούν εσωτερικήν υπόθεσιν..... Η πολιτική της Ελλάδος επί του Κυπριακού παραμένει αμετάβλητος, συνισταμένη εις την διαφύλαξιν και εξασφάλισιν της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητος και του ενιαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο πρέσβης Κοσμαδόπουλος διαβάζοντάς την ανακοίνωση αναρωτήθηκε, όπως κατέγραψε αργότερα στο ημερολόγιό του, αν ήταν δυνατόν να προσκομίσει και να υπερασπιστεί τέτοιο κουτόχορτο στη τουρκική ηγεσία ή σε άλλες διπλωματικές συναντήσεις, με παρασιώπηση του εγκλήματος των υπαιτίων σε βάρος του Μακαρίου και της Κύπρου.
[ασαφές]
Παράλληλα τις νυκτερινές ώρες έφθασε στο Λονδίνο, αεροπορικώς μέσω Μάλτας, ο Μακάριος όπου και κανόνισε ο Άγγλος πρωθυπουργός Γουΐλσον, για την επομένη ημέρα, συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ετζεβίτ που κλήθηκε επί τούτου. Το ίδιο δε απόγευμα ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλλαχαν δήλωνε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι η Αγγλία δεν πρόκειται να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο.
Στην αντιπέρα όχθη, με κάποιες ώρες διαφορά συνέρχεται το πρώτο έκτακτο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας, Οσμάν Ολτσάι ένας από τους ικανότερους διπλωμάτες (κατά διαπίστωση Ελλήνων ομολόγων του), αναφέρθηκε για κατάφωρη ανάμιξη ξένων παραγόντων δεχόμενος ωστόσο και αυτός την άποψη της εσωτερικής υπόθεσης. Σημειώνεται ότι στη πρώτη αυτή έκτακτη συνεδρίαση ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας βρισκόταν στην Αθήνα. Επίσης μόνιμος τότε αντιπρόσωπος της Κύπρου ήταν ο ήδη υπερήλικας Ζήνων Ροσσίδης.
[Επεξεργασία] 17 Ιουλίου
Πράγματι ο Έλληνας πρέσβης στην Τουρκία γενόμενος αμέσως δεκτός από τον Τούρκο υπουργό κατόπιν αίτησης ακρόασης του ανακοίνωσε την επίσημη θέση της Ελλάδας. Εκείνος κρατώντας σημειώσεις φέρεται να αμφισβήτησε την ανταπόκριση της επίσημης ελληνικής θέσης με την πραγματικότητα. Συνεχίζοντας ο υπουργός Ισίκ επεσήμανε ότι, ο διάλογος μεταξύ των δύο χωρών έχει ήδη καταστεί δυσχερής και παρά ταύτα η τουρκική κυβέρνηση διατηρεί μικρή ελπίδα στη μη διακοπή του, πλην όμως το μήνυμα της ελληνικής κυβέρνησης δεν φέρεται να περιέχει την παραμικρή τέτοια επιθυμία, (αναφερόμενος στο διάλογο που ήδη είχε ξεκινήσει πριν λίγες εβδομάδες στο Λονδίνο, εκτός εκείνου στην Οττάβα). Στο σημείο αυτό φέρεται ο πρέσβης να μην είχε κάνει ακόμα γνωστή στον Τούρκο υπουργό την ήδη παραίτησή του.
Στο μεταξύ στο Λονδίνο πραγματοποιείται η συνάντηση Μακαρίου – Ετζεβίτ, υπό την παρουσία του Βρετανού πρωθυπουργού Γουΐλσον, σχεδόν με άκρα μυστικότητα. Ουδέποτε δημοσιοποιήθηκε το αντικείμενο των συνομιλιών της συνάντησης αυτής. Το απόγευμα ο Μακάριος ταξιδεύει αεροπορικώς στις ΗΠΑ προκειμένου να προετοιμαστεί και να παραστεί σε επικείμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας[5], ενώ κάποιες ώρες πριν αναχωρεί εσπευσμένα από την Αθήνα, για ΗΠΑ, ο μόνιμος Έλληνας αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ διπλωμάτης Κ. Παναγιωτάκος.
[Επεξεργασία] 18 Ιουλίου
Η Ελλάδα ετοιμάζεται για ενδεχόμενη στρατιωτική παρέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο.
Μεσημβρινές ώρες φθάνει εσπευσμένα στην Αθήνα ο ταξίαρχος Σωτηριάδης που υπηρετούσε στο Αρχηγείο του ΝΑΤΟ Σμύρνης μεταφέροντας σχετική ενημέρωση που είχε από τον Αμερικανό στρατηγό Διοικητή για επικείμενη τουρκική απόβαση εντός των επομένων 48 ωρών, όπου και την κάνει γνωστή αυτοπροσώπως στο στρατηγό Μπονάνο. Λίγα λεπτά αργότερα διατάζεται Γενική Επιφυλακή όλων των μονάδων.
Τις ίδιες ώρες στην Άγκυρα ο Τούρκος υπουργός Χασάν Ισίκ δηλώνει για την πρόθεση να βρεθεί ειρηνική λύση στο πρόβλημα, εφόσον η Ελλάδα δεν εμπλέκεται στο πραξικόπημα, ενώ σε διαφορετική περίπτωση δήλωσε ότι η Τουρκία ίσως επέμβει.
Στο μεταξύ περί τις 11:00 είχαν φθάσει στην Αθήνα ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο με τον υφυπουργό Εθνικής Αμύνης Έλσγουώρθ όπου συνοδευόμενοι από τον εν Αθήναις πρέσβη Χ. Τάσκα επισκέφθηκαν τον Πρωθυπουργό Α. Ανδρουτόπουλο σε κατ΄ ιδίαν συνομιλίες[5]. Στη συνέχεια ακολούθησαν δύο συσκέψεις μία περί τις 14:00 και η δεύτερη περί τις 18:00 στην οποία και συμμετείχαν ο πρωθυπουργός Α. Ανδρουτσόπουλος, ο υπουργός Εξωτερικών Κ. Κυπραίος, ο αρχηγός Ε.Δ. στρατηγός Μπονάνος και άλλοι ανώτατοι υπηρεσιακοί παράγοντες.
Ο Σίσκο δήλωσε ότι πρέπει οπωσδήποτε να αποτραπεί πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σύμφωνα με πηγές εξ αιτίας της συμμετοχής και των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με κάποιες ομολογίες που έγιναν αργότερα, σε κάποιο σημείο αυτών των συνομιλιών ο ταξίαρχος Ιωαννίδης απείλησε πως αν συμβεί τουρκική απόβαση ο πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών είναι δεδομένος.
Στις 21:00 στη Λευκωσία ο εκεί Αμερικανός πρέσβης Ρότζερς επισκέπτεται τον πρόεδρο της Κυπριακής Βουλής Γλαύκο Κληρίδη στον οποίο και εκφράζεται με τα χειρότερα λόγια για το πραξικόπημα[5] αλλά και για τις υπηρεσίες που δεν το πρόλαβαν. Το χαρακτήρισε επίσημα εγκληματικό[5], ενώ σύμφωνα με κάποιες πηγές συζήτησε με εσκεμμένο τρόπο με τον Κληρίδη για να αντιληφθεί ποιος έχει την εξουσία στην Κύπρο.
[Επεξεργασία] 19 Ιουλίου
Περί τις 11:00 ο ναύαρχος Αραπάκης διατάζει τα υποβρύχια ΤΡΙΤΩΝ, ΓΛΑΥΚΟΣ και ΝΗΡΕΥΣ να πλεύσουν στις περιοχές ρόμιο-1, ρόμιο-2 και ρομιο-3 προκειμένου να βρίσκονται εγγύτερα της Κύπρου[5].
Στις 13:00 επιστρέφει στην Αθήνα από Άγκυρα ο Αμερικανός επιτετραμένος Σίσκο όπου και συγκαλείται αμέσως σύσκεψη με τα ίδια πρόσωπα που είχαν μετάσχει και στην προηγούμενη. Οι πληροφορίες που μετέφερε από τουρκικής πλευράς φαίνεται πως κρίθηκαν από τους μετέχοντες στη σύσκεψη αυτή μάλλον ενθαρρυντικές[5]. Αργότερα περί τις 19:00 ο στρατηγός Μπονάνος προσκαλεί στο γραφείο του όλους τους αρχηγούς και τους ανακοινώνει όλες τις πληροφορίες που είχε μεταφέρει ο Σίσκο, ο οποίος στο μεταξύ είχε ήδη αναχωρήσει και πάλι προς την Άγκυρα[5].
Και όμως, την ίδια ώρα (Ελλάδος), ο Πρόεδρος Μακάριος βρίσκεται στο Βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας όπου και εκφωνεί λόγο όπου σύμφωνα με κάποιες πηγές έχει μείνει στην ιστορία για τον ανθελληνικό και φιλοτουρκικό του χαρακτήρα. Ύστερα μίλησε ο Έλληνας μόνιμος εκπρόσωπος υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειες του Μακάριου προκάλεσαν το λαό να επαναστατήσει, και ότι αθέτησε τις νατοϊκές υποχρεώσεις, έστω και αν ακολουθούσε πολιτική των αδεσμεύτωνΠρότυπο:Ασάφεια. Ακολούθησε τρίτος στη σειρά ομιλητής ο Τούρκος μόνιμος αντιπρόσωπος ο Ο. Ολτσάυ.
Στο λόγο του ο Μακάριος κατηγόρησε την Ελλάδα. Αρχικά, την κατηγόρησε για τη σχεδίαση και διενέργεια του πραξικοπήματος. Επιπλέον, υποστήριξε ότι φοβόταν στρατιωτική επέμβαση της Χούντας περισσότερο από την Τουρκία, ο οποίος κατά τον ίδιο επιβεβαιώθηκε. Επιπλέον, χαρακτήρισε το πραξικόπημα Εισβολή της Χούντας, το οποίο παραβιάζει τη συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου, κάτι που αφορά και τους Τουρκοκύπριους. Επιπλέον, κατηγόρησε την Χούντα για διπροσωπία και υπονόμευση του ΟΗΕ.
Στις 20:00 μεταδίδεται στην τηλεόραση μια αρμάδα τουρκικών πολεμικών πλοίων κατάφορτη να αποπλέει από Μερσίνα[5]
Στις 20:30 στη Λευκωσία, ο Αμερικανός πρέσβης αναζητά και επισκέπτεται πάλι τον Κληρίδη ζητώντας του να αντικαταστήσει τον Σαμψών.
Ώρα 21:15 τα ναυτικά ραντάρ της Κύπρου επισημαίνουν έξι στόχους σε σχηματισμό να κινούνται με κατεύθυνση από Μερσίνα προς νότο[5], το οποίο ήταν η αρχή του Αττίλα I. Λίγο μετά στους παραπάνω στόχους προστίθενται άλλοι οκτώ. Από την αποτύπωση της πορείας τους φέρονται να κατευθύνονται στη κυπριακή περιοχή Κορμανίτη, δυτικά της Κερύνειας. Ο Έλληνας ναυτικός διοικητής Κύπρου, αντιπλοίαρχος Γ. Παπαγιάννης ενημερώνει άμεσα τον αρχηγό της Εθνοφρουράς και εκείνος με την σειρά του καλεί επειγόντως τον αρχηγό των Ε.Δ. Ελλάδας γνωρίζοντας σχετικά, ο οποίος δεν αναγνώρισε τον επιθετικό χαρακτήρα των στόχων.
Την επόμενη μέρα έγινε η επιχείρηση Αττίλας I.
[Επεξεργασία] Αποκαλύψεις
Σύμφωνα με κάποιες πηγές ο Μακάριος γνώριζε τόσο για το πραξικόπημα όσο και για τους Αττίλες I και II. Ωστόσο, προέβλεψε ότι το πραξικόπημα θα οδηγήσει στην αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα.
[Επεξεργασία] Παραπομπές
- ↑ 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Κ. Παραλίκας: "Συνωμοσίες ΙΔΕΑ και ΑΣΠΙΔΑ 1944-1974" -Αθήναι 1982, σελ.212-213.
- ↑ Εφημερίδα Ελεύθερη Κύπρος φ.6-5-1979
- ↑ Ο Φάκελος της προδοσίας σ.44
- ↑ Ο Φάκελος της προδοσίας σ.44
- ↑ 5,00 5,01 5,02 5,03 5,04 5,05 5,06 5,07 5,08 5,09 5,10 5,11 5,12 5,13 5,14 5,15 5,16 5,17 5,18 5,19 5,20 Ιστορική επιθεώρηση "ΤΟΤΕ": "Ιούλιος 1974", τεύχος 13 - Ιούνιος 2005
[Επεξεργασία] Πηγές
- Ειδησεογραφικό Πρακτορείο Ρώυτερ - Δελτία τύπου (αναφερόμενα στο άρθρο)
- "Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ" φ.4-5-1979, (αναδημοσίευση συνέντευξης Χ. Βωβίδη στην εφημερίδα ΑΓΩΝ)
- "Εφημερίδα ΒΗΜΑ" φ.4-5-1979. (αναδημοσίευση συνέντευξης Χ. Βωβίδη στην εφημερίδα ΑΓΩΝ)
- "Ελεύθερη Κύπρος" (εφημερίδα) ημ. 6 Μαΐου 1979.
- Κ. Παραλίκας: "Συνωμοσίες ΙΔΕΑ και ΑΣΠΙΔΑ 1944-1974" -Αθήναι 1982.
- Κ. Παναγιωτάκος: "Στη Πρώτη Γραμμή Αμύνης" Αθήναι 1982
- Κ. Παναγιωτάκος: "Ανάλεκτα περί Κυπριακού και Φακέλλου" Αθήναι 1984.
- ΔΕΚ/ΓΕΣ: "Παντουρκισμός" (υπό του Jacob Landau) Αθήναι 1986.
- Δ. Κοσμαδόπουλος: "Ημερολόγιο του διπλωμάτη Δ. Κοσμαδόπουλου" Αθήναι 1988.
- Μ. Χαραλαμπίδης: "Εθνικά Θέματα" - Τραγική απροθυμία ανεπάρκεια και ολιγωρία του αθηναϊκού κράτους" - Αθήνα 1990.
- Β. Ραφαηλίδης: "Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους 1830-1974 - Αθήνα 1993
- Αθ. Στριγάς: "Η Μαύρη Βίβλος των Ελλήνων Πολιτικών" - Αθήνα 1994
- Κ. Μπάρμπης: "Κ. Καραμανλής: "Εθνάρχης ή Εθνικός Εφιάλτης" - Αθήνα 1997
- Ιστορική επιθεώρηση "ΤΟΤΕ": "Ιούλιος 1974", τεύχος 13 - Ιούνιος 2005.