Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, που υπογράφηκαν το 1959 μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, ήταν οι Συνθήκες με τις οποίες τερματίστηκε η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρύθηκε ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος.

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ' και τον αντιπρόεδρο Φαζίλ Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών.

Η συνθήκη κατοχύρωνε την ανεξαρτησία της Κύπρου, καθόριζε το Σύνταγμα του νέου κράτους και τα δικαιώματα κάθε εθνοτικής κοινότητας όσον αφορά το κράτος και τη διακυβέρνηση. Η πολιτειακή οργάνωση του νεοσύστατου κράτους ήταν πολύπλοκη και απαιτούσε ομοφωνία και των δύο κοινοτήτων σε μια σειρά από θέματα. Ο πρόεδρος θα ήταν Ελληνοκύπριος και ο αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος.

Στις συμφωνίες περιλαμβανόταν "Συνθήκη Εγγυήσεων" μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας και Κύπρου με την οποία, σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, μια από τις τρεις πρώτες «εγγυήτριες δυνάμεις» θα μπορούσε να προβεί σε μονομερή δράση, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δυο.

Ευθύς εξ αρχής οι συμφωνίες αυτές αποτέλεσαν το αντικείμενο σφοδρότατης κριτικής από την αντιπολίτευση στην Ελλάδα και την Κύπρο ως μη βιώσιμες. Ο Μακάριος ισχυρίστηκε αργότερα ότι τις αποδέχτηκε υπό το κράτος αφόρητων πιέσεων, ενώ μόνο ο Γεώργιος Παπανδρέου από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης στήριξε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στη συνεδρίαση της Βουλής που συζήτησε τις συμφωνίες αυτές: "Αι συμφωνίαι, αι οποίαι υπεγράφησαν από την ηγεσίαν του κυπριακού λαού και ήρχισαν εφαρμοζόμεναι, δεν είναι δυνατόν, δεν είναι εθνικώς συμφέρον, να ακυρωθούν", δήλωσε.

Αντιθέτως ο Σοφοκλής Βενιζέλος ήταν κατηγορηματικός: "Δεν θέλω να είμαι μάντης κακών. Προβλέπω όμως ότι αι υπογραφείσαι συμφωνίαι θα αποδειχθή, εν τη εφαρμογή των, ότι δεν είναι βιώσιμοι και πρέπει να ανατραπούν. Άλλως, πολύ φοβούμαι, ότι θα θρηνήσωμεν νέας εθνικάς συμφοράς".

Πικρία για το περιεχόμενο των συνθηκών αυτών εξέφρασε και ο στενότερος των συνεργατών του Μακαρίου, επί σειρά ετών πρεσβευτής της Κύπρου στην Αθήνα, Νίκος Κρανιδιώτης: "Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπήρξαν το αποτέλεσμα σκληρής ανάγκης και η κατάληξη ενός διλήμματος, μπροστά στο οποίο η βρετανική κυβέρνηση έθεσε τον κυπριακό λαό και την ηγεσία του: ή τις συμφωνίες ή τη διχοτόμηση. Ο Μακάριος προτίμησε το "μη χείρον". Στην εκβιαστική αυτή λύση συνέβαλε ιδιαίτερα η κομμουνιστική φοβία της Αμερικής και η συνεχής εκ μέρους της προσπάθειας ΝΑΤΟϊκής ρύθμισης του θέματος. Έτσι στραγγαλίστηκε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού... Οι ελληνικές κυβερνήσεις, παρά τη βαθύτατη συμπάθεια και τη συναισθηματική κλίση που έτρεφαν για τη "μεγάλη ιδέα" της Κύπρου, υφίσταντο συνεχείς πιέσεις, άμεσες ή έμμεσες, από την Αμερική και το ΝΑΤΟ και επιδιώκανε μια ειρηνική λύση του Κυπριακού μέσα στα συμμαχικά πλαίσια".

Η αποκάλυψη αργότερα της μυστικής συμφωνίας που υπέγραψαν στη Ζυρίχη οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας και η οποία κρατήθηκε απόρρητη, προσέδωσε βάρος στους ισχυρισμούς του Κρανιδιώτη, όπως φαίνεται από τους δύο πρώτους όρους της:

"1. Η Ελλάς και η Τουρκία θα υποστηρίξουν την είσοδον της Δημοκρατίας της Κύπρου εις το ΝΑΤΟ. Η εγκατάστασις βάσεων του ΝΑΤΟ εις την νήσον, ως και η σύνθεσις αυτών, εξαρτάται εκ της συμφωνίας των δύο κυβερνήσεων.

2. Συνεφωνήθη μεταξύ των δύο πρωθυπουργών ότι θα παρέμβουν παρά τω προέδρω και αντιπροέδρω της Δημοκρατίας της Κύπρου, αντιστοίχως, επί τω σκοπώ όπως τεθούν εκτός νόμου το Κομμουνιστικόν Κόμμα και η κομμουνιστική δράσις...".[1]

Λίγες μέρες μετά την υπογραφή των συνθηκών απολύθηκαν οι πολιτικοί κρατούμενοι και δόθηκε αμνηστία στους καταζητούμενους. Τα ένοπλα τμήματα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κήρυξαν κατάπαυση πυρός και στις 16 Αυγούστου 1960 η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος.

Η Συμφωνία της Ζυρίχης ουσιαστικά κατέρρευσε το 1963, μετά από αλλαγές που επιχείρησε να κάνει ο Μακάριος στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας (τα «13 Σημεία») και τις σφοδρές ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που ακολούθησαν το 1963-64. Παρόλα αυτά, το Σύνταγμα που προέβλεπαν οι Συμφωνίες εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα στην Κύπρο[2], τροποποιημένο αρχικά λόγω της απόσυρσης των Τουρκοκυπρίων από την πολιτική ζωή σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα «13 Σημεία» του Μακάριου και στη συνέχεια λόγω της εισβολής. Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου χρησιμοποιήθηκαν σαν δικαιολογία για την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974 μετά το υποκινηθέν από τη Χούντα των Συνταγματαρχών πραξικόπημα Σαμψών που επιχείρησε να ανατρέψει τον Μακάριο[3], παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη Εγγυήσεων δεν της έδινε το δικαίωμα ούτε για στρατιωτική δράση χωρίς προηγούμενες διαβουλεύσεις, ούτε για παραμονή των στρατευμάτων της στο νησί μετά την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης[4].

Συνθήκη Εγγυήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, δύο άλλες συνθήκες, συμφωνήθηκαν στην Ζυρίχη.

Η Συνθήκη Εγγυήσεως είχε ως στόχο να διατηρηθεί η ανεξαρτησία, και η εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι εγγυήτριες δυνάμεις (το Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία και Ελλάδα), εγγυήθηκαν να απαγορεύσουν την προώθηση "είτε της ένωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με οποιοδήποτε άλλο κράτος, ή τη διχοτόμηση της νήσου". Το τρίτο άρθρο της Συνθήκης Εγγυήσεως αναφέρει «Εάν η κοινή και συντονισμένη δράση των εγγυήτριων χωρών είναι αποδεδειγμένα αδύνατη, κάθε μία από τις τρεις δυνάμεις που εγγυώνται διατηρεί το δικαίωμα να αναλάβει δράση με μοναδικό σκοπό να αποκαταστήσει την κατάσταση πραγμάτων που καθιερώνεται με την παρούσα Συνθήκη".

Το 1983, η Τουρκία κήρυξε το κατεχόμενο κυπριακό έδαφος ώς "Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου". Σε διεθνές επίπεδο, αυτό έχει αναγνωριστεί μόνο από την Τουρκία. Τα Ηνωμένα Έθνη με το ψήφισμα 541 [5] του Συμβουλίου Ασφαλείας χαρακτηρίζουν την Τουρκική ανακύρηξη ως παράνομη και ζητούν την ανάκλησή της. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με τα ψηφίσματα 353, 541, 544 ζητά από τις χώρες μέλη να μην αναγνώρισουν το προτεκτοράτο της Τουρκίας στην Κύπρο.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Η Κύπρος γίνεται ανεξάρτητη", Ιστορικό Λεύκωμα 1960, εφημερίδα Καθημερινή (1997)
  2. Δήλωση Κύπριου κυβερνητικού εκπρόσωπου, 22/06/2005
  3. Εκπαιδευτικό υλικό του Κυπριακού υπουργείου Παιδείας
  4. Μόνιμη αντιπροσωπεία της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη
  5. ψήφισμα 541