Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ένα γνωστό έργο τέχνης στην μόνιμη έκθεση: Παιδική Συναυλία (1894) του Γεώργιου Ιακωβίδη

Εθνική Πινακοθήκη (επίσημα: Εθνική Πινακοθήκη- Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου-ΕΠΜΑΣ) είναι μουσείο τέχνης που ιδρύθηκε το 1900, με έμφαση στις εικαστικές τέχνες από τα μεταβυζαντινά χρόνια έως και σήμερα και αποτελεί ενιαίο φορέα μαζί την Εθνική Γλυπτοθήκη. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη συλλογή νεοελληνικής τέχνης, έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 15.000 έργα που καλύπτουν κάθε μορφή τέχνης και βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη δημιουργήθηκε με βάση τη διαθήκη του νομικού και φιλότεχνου με σπουδές στην Αθήνα και το Παρίσι και ιδρυτικού μέλους του της εταιρείας «Φίλοι του Λαού» Αλεξάνδρου Σούτζου (1839-1895), που κληροδότησε την κινητή και ακίνητη περιουσία του, όπως και τη συλλογή έργων τέχνης και νομισμάτων του στο κράτος με σκοπό τη δημιουργία ενός «Μουσείου Καλών Τεχνών».[1] Καθοριστικός υπήρξε ο νόμος του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία το 1897Περί ιδρύσεως Μουσείου Καλών τεχνών’,[2] ενώ επισήμως η Εθνική Πινακοθήκη ιδρύθηκε τρία χρόνια αργότερα, στα 1900, με τον νόμο ΒΨΛΔ΄ «Περί μισθού του εφόρου της εν Αθήναις Πινακοθήκης» (10/4/1900) και το Βασιλικό Διάταγμα «Περί κανονισμού της Εθνικής Πινακοθήκης» (28/6/1900).

Πρώτος διευθυντής διορίστηκε ο ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης, ο οποίος για το λόγο αυτό επέστρεψε από τη Γερμανία όπου διέμενε[3], ενώ για τη στέγαση του μουσείου παραχωρήθηκαν προσωρινά τρεις αίθουσες του πρώτου ορόφου του κεντρικού κτηρίου του Πολυτεχνείου. Η συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης αποτελείτο αρχικά από 258 έργα τέχνης που ανήκαν στις συλλογές του Πολυτεχνείου (στο οποίο είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια πριν μια μικρή πινακοθήκη) και του Πανεπιστημίου Αθηνών (ανάμεσά τους και οι δωρεές των Θεόδωρου Βρυζάκη και Στέφανου Ξένου[4] ), καθώς και από τα 107 έργα του κληροδοτήματος του Α. Σούτζου. Κατά τα επόμενα χρόνια η συλλογή εμπλουτίστηκε κυρίως με έργα δυτικοευρωπαϊκής τέχνης από δωρεές και κληροδοτήματα κυρίως εύπορων Ελλήνων της διασποράς, όπως οι Γρηγόριος Μαρασλής, Θεόδωρος και Αικατερίνη Ροδοκανάκη, Μάρκος Δραγούμης κ.ά.

Με μια σειρά νομοθετημάτων στα 1909-1910, διασφαλίστηκε η αυτοτέλεια της Εθνικής Πινακοθήκης, διορίστηκε μόνιμος συντηρητής ο Γεώργιος Χατζόπουλος και παραχωρήθηκε στο μουσείο και η συλλογή έργων τέχνης του Γεωργίου Αβέρωφ που μέχρι τότε ανήκε στο Πολυτεχνείο. Το 1918 ο λογοτέχνης και τεχνοκρίτης Ζαχαρίας Παπαντωνίου αντικατέστησε τον Ιακωβίδη στη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του την 1η Φεβρουαρίου 1940. Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα έργα του μουσείου συσκευάστηκαν σε κιβώτια και μεταφέρθηκαν στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Τον Ιούνιο του 1949 διορίστηκε στη θέση του διευθυντή ο βυζαντινολόγος και τεχνοκρίτης Μαρίνος Καλλιγάς, ο οποίος και παρουσίασε τμήμα της μόνιμης συλλογής του μουσείου στις αίθουσες του Ζαππείου την περίοδο 1953-1959. Ο Καλλιγάς ήταν εκείνος που κατόρθωσε το 1954 να συγχωνεύσει με νόμο την Εθνική Πινακοθήκη με το κληροδότημα Αλεξάνδρου Σούτζου απ’ όπου προέρχεται και η διπλή της ονομασία, ενώ το 1956 προχώρησε στην προκήρυξη αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για την κατασκευή ιδιόκτητου κτηρίου του μουσείου. Από τις 40 συνολικά προτάσεις 75 αρχιτεκτόνων που υποβλήθηκαν, επιλέχθηκε τελικά το σχέδιο των Ν. Μουτσόπουλου, Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου. Μετά από καθυστερήσεις η Πινακοθήκη θεμελιώθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1964 από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ενώ το πρώτο τμήμα ήταν έτοιμο το 1968 και ξεκίνησε να λειτουργεί το 1969. Το 1976 εγκαινιάστηκε τελικά το νέο κτίριο.[5]

Το Ίδρυμα Ωνάση χρηματοδότησε ένα νέο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο, ενώ τα γλυπτά απέκτησαν δικό τους κτίριο με την Εθνική Γλυπτοθήκη η οποία βρίσκεται κοντά στη λεωφόρο Κατεχάκη, στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Γουδή.

Διευθυντές ΕΠΜΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δομή και οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο. Ο πρόεδρος εκλέγεται από τα μέλη. Ο διευθυντής, που έχει την ευθύνη του καλλιτεχνικού και μουσειολογικού προγραμματισμού, διορίζεται από τον Υπουργό Πολιτισμού με πενταετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται. Το Μουσείο διαθέτει τρεις διευθύνσεις: α) τη Διεύθυνση Διοικητικού-Οικονομικού β) τη Διεύθυνση Συλλογών και γ) τη Διεύθυνση Συντήρησης, με τρεις διευθυντές επικεφαλής. Το Μουσείο έχει περίπου 80-90 υπαλλήλους μόνιμους και έκτακτους. Μισθοί και ανελαστικές δαπάνες λειτουργίας καλύπτονται από κρατική επιχορήγηση. Έσοδα από κληροδοτήματα καλύπτουν συγκεκριμένες ανάγκες: π.χ. το κληροδότημα Σούτζου καλύπτει μόνο κτιριακές δαπάνες, εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης και αγορές παλαιών έργων τέχνης (οι δημιουργοί πρέπει να έχουν αποβιώσει τριάντα χρόνια πριν). Προτάσεις για αγορές και εκθέσεις υποβάλλει η πενταμελής καλλιτεχνική επιτροπή, που συγκροτείται από τον διευθυντή και τέσσερα μέλη του Δ.Σ. με την εγγύτερη σχέση με το αντικείμενο. Την ευθύνη του καλλιτεχνικού προγραμματισμού έχει ο διευθυντής[6].

Τμήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη εκτός από την εκθεσιακή της δραστηριότητα εκπληρώνει και πλήθος άλλων σκοπών που συνεπικουρούν τις δράσεις της. Για το λόγο αυτό έχει τα ακόλουθα τμήματα: α) Διεύθυνση συντήρησης και αποκατάστασης έργων τέχνης, β) Αρχείο και γ) Βιβλιοθήκη. Στο τμήμα συντήρησης γίνονται όλες οι απαραίτητες επεμβάσεις στα έργα τέχνης προκειμένου αυτά να προστατεύονται από τις φθορές του χρόνου και των κλιματολογικών συνθηκών και να βρίσκονται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση προς έκθεση. Η Διεύθυνση συντήρησης και αποκατάστασης έργων Τέχνης της πινακοθήκης έχει δύο βασικούς σκοπούς: την προληπτική και την παθητική διάσωση της ύλης των αντικειμένων και την ανάπτυξη νέων μεθόδων ανίχνευσης και επισήμανσης των προβλημάτων που προκαλούν φθορά και αλλοίωση στα έργα τέχνης, με παράλληλη εξέλιξη νέων διαδικασιών επέμβαση στην αρχιτεκτονική δομή του έργου τέχνης.[7] Στο τμήμα του αρχείου φυλάσσονται σπάνια έγραφα και αντικείμενα που συνδέονται τόσο με την ιστορία της Εθνικής Πινακοθήκης όσο και με την Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα. Τέλος η Βιβλιοθήκη λειτουργεί ως μια από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες τέχνης στην Ελλάδα με σπανιότατες εκδόσεις που καλύπτει τις ανάγκες τόσο του εξειδικευμένου όσο και του γενικού κοινού και είναι ανοικτή χωρίς είσοδο σε όλους. Η βιβλιοθήκη κατέχει περισσότερα από 12000 τόμους βιβλίων και περιοδικών με έμφαση στις εκδόσεις για την τέχνη κάθε είδους, με μονογραφίες Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, καταλόγους εκθέσεων και σπάνιες σειρές περιοδικών τέχνης, ενώ ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα λευκώματα-αφιερώματα σε καλλιτέχνες.[8] Πέραν αυτών των τμημάτων υπάρχουν και τα τμήματα α) Αρχειοθέτησης και Διακίνησης Έργων, β) Φωτογραφικού Εργαστηρίου, γ) Διαδικτυακού Τόπου και Ψηφιακών Μέσων και δ) Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων.

Παραρτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη έχει στο σύνολο τέσσερα παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα, γεγονός που επεκτείνει τη δράση και τον παιδαγωγικό της χαρακτήρα και βοηθάει στην εξοικείωση και του κοινού στην περιφέρεια με τις εικαστικές τέχνες. Όντας σε τουριστικά μέρη δίνει την ευκαιρία και σε όλους τους τουρίστες να έρθουν σε επαφή με τα αριστουργήματα της νεώτερης ελληνικής τέχνης. Τα τέσσερα παραρτήματα βρίσκονται σε Σπάρτη (Κουμαντάρειος Πινακοθήκη), Ναύπλιο (σε κτίριο που παραχώρησε ο Δήμος Ναυπλίου το 2004 και ανακαινίστηκε από το Κοινωφελές Ίδρυμα «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης»), Κέρκυρα (σε ιστορικό κτίριο που παραχωρήθηκε το 1993) και Αίγινα (Σπίτι και Μουσείο Χρήστου Καπράλου – προς το παρόν μη επισκέψιμο).

Στόχοι και δράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκοπός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της πινακοθήκης «Ο θεσμικός ρόλος της Εθνικής Πινακοθήκης είναι η συλλογή, διαφύλαξη, συντήρηση, μελέτη και έκθεση έργων τέχνης, με σκοπό την αισθητική καλλιέργεια του κοινού, την δια βίου εκπαίδευση μέσα από την τέχνη και την ψυχαγωγία που αυτή προσφέρει, αλλά και την αυτογνωσία των Ελλήνων με τη βοήθεια της ιστορίας της τέχνης, η οποία εκφράζει σε συμβολικό επίπεδο τον εθνικό βίο».[6]

Περιοδικές εκθέσεις, συνέδρια, εκδόσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις υποχρεώσεις της Εθνικής Πινακοθήκης εντάσσεται και η διοργάνωση περιοδικών και ειδικών εκθέσεων, όπου το κοινό έχει την ευκαιρία να γνωρίσει έργα πέρα από αυτά που εκτίθενται, έργα που έρχονται ως δάνεια από άλλα μουσεία και συλλογές, ενώ συγχρόνως έχει την ευκαιρία να εμβαθύνει σε συγκεκριμένους τομείς και περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας της τέχνης. Η πινακοθήκη είναι εξάλλου ενταγμένη σε ευρωπαϊκά δίκτυα μουσείων σπάζοντας την απομόνωση και κάνοντας πράξη τις διεθνείς συνεργασίες.[9]

Στο ίδιο πλαίσιο η Εθνική Πινακοθήκη διοργανώνει επιστημονικά συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες, ενώ πραγματοποιεί εκδόσεις καταλόγων των εκθέσεων τόσο της μόνιμης συλλογής όσο και των περιοδικών εκθέσεων. Τέλος, εκπληρώνοντας τον παιδαγωγικό της χαρακτήρα, η πινακοθήκη έχει καταρτίσει ένα πλούσιο πρόγραμμα εκπαιδευτικών δράσεων προκειμένου μαθητές και κοινό να γνωρίσουν πληρέστερα την ιστορία της ευρωπαϊκής και νεότερης ελληνικής τέχνης. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιούνται ξεναγήσεις που προσαρμόζονται ανάλογα με την ηλικία και την ιδιότητα των επισκεπτών. Λειτουργεί επίσης για τα παιδιά της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης η ξενάγηση ολοκληρώνεται με το «Παιδικό Εργαστήρι».

Συλλογές και εκθέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιστορικές συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης ξεκινούν από τη μεταβυζαντινή περίοδο και τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (El Greco), που κατάγεται από τη λεγόμενη Κρητική Σχολή, καλύπτουν την επτανησιακή ζωγραφική, και αποκτούν διευρύνονται με έργα που αντιπροσωπεύουν την καλλιτεχνική δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους έως και σήμερα από την ανεξαρτησία μέχρι τις μέρες μας.[10] Η πινακοθήκη κατέχει επίσης μια αξιόλογη συλλογή δυτικοευρωπαϊκής τέχνης[11] που περιλαμβάνει τόσο έργα ζωγραφικής όσο και έργα χαρακτικής και σχεδίου.[12] Επίσης κατέχει μια σημαντική συλλογή από φωτογραφικά αρχεία Ελλήνων και ξένων δημιουργών. Κομμάτι της συλλογής με σχετική αυτονομία είναι και η Εθνική Γλυπτοθήκη που βρίσκεται στο Άλσος Στρατού στο Γουδί, στους παλιούς βασιλικούς στάβλους του ιππικού που ανακαινίστηκαν με χορηγία του ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και χρηματοδότηση του Γ΄ΚΠΣ.[13] Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής της Εθνικής Πινακοθήκης είναι ήδη ψηφιοποιημένο και διαθέσιμο στο κοινό.

Οι συλλογές της πινακοθήκης περιλαμβάνουν , Νεοελληνική Ζωγραφική, Δυτικοευρωπαϊκή Ζωγραφική, Νεοελληνική και Ευρωπαϊκή Χαρακτική – Σχέδια Ελλήνων και Ξένων Καλλιτεχνών, Νεοελληνική και Ευρωπαϊκή Γλυπτική, Διακοσμητικές και Εφαρμοσμένες Τέχνες καθώς και Φωτογραφικό και Ιστορικό αρχείο.

"Eliezer & Rebecca" του Τιεπόλο

Ανάμεσα στα έργα που κατέχει η Εθνική Πινακοθήκη είναι και αυτά της ευρωπαϊκής τέχνης των ζωγράφων Lorenzo Veneziano, Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Jacob Jordaens, Luca Giordano, Τζιοβάννι Μπατίστα Τιέπολο, Φρανθίσκο Γκόγια, Ρέμπραντ, Ευγενίου Ντελακρουά καθώς και των Ελλήνων Γεωργίου Ιακωβίδη, Νικηφόρου Λύτρα, Νικόλαου Γύζη, Κωνσταντίνου Βολανάκη, Γιάννη Τσαρούχη, Χρήστου Καπράλου, Γιάννη Μόραλη, Θεόφιλου, Γιώργου Ζαογγολόπουλου κ. ά.

Συνολικά στην Πινακοθήκη και τα παραρτήματά της εκτίθενται πάνω από 15.000 έργα. Διαθέτει επίσης μια μικρότερη συλλογή δυτικοευρωπαϊκής τέχνης με σημαντικούς πίνακες, ενώ στο κεντρικό της κτίριο λειτουργεί και βιβλιοθήκη με αρχειακό υλικό και συντηρητήριο.

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Πινακοθήκη βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Βασιλέως Κωνσταντίνου και Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον. Εξυπηρετείται από το Σταθμό Mετρό "Ευαγγελισμός". Το κτήριο της Εθνικής Πινακοθήκης, χαρακτηριστικό έργο του μοντέρνου διεθνούς ρυθμού, σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες καθηγητές Ν. Μουτσόπουλο, Παύλο Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρο. (Ο πρώτος μελετητής απεχώρησε αργότερα). Θεμελιώθηκε το 1964 και εγκαινιάστηκε το 1976. Αυτή τη στιγμή πραγματοποιούνται έργα ανακαίνισης προκειμένου να αλλάξει, όχι μόνο την λειτουργία, αλλά και την όψη της Εθνικής Πινακοθήκης, προσαρμόζοντάς την στη μουσειολογική και αισθητική αντίληψη του 21ου αιώνα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. Νέλλη Μισιρλή, «Από το ‘Παντεχνείο’ στην Εθνική Πινακοθήκη», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 6.
  2. Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, «Εικαστικές τέχνες», Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), τόμος Α2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002, σελ. 324.
  3. Νέλλη Μισιρλή, «Από το “Παντεχνείον” στην ίδρυση της Εθνικής Πινακοθήκης», Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια, Τέσσερις Αιώνες Ελληνικής Ζωγραφικής, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα 1999, σελ. 22.
  4. Νέλλη Μισιρλή, 1999, σελ. 22 - 23.
  5. Νέλλη Μισιρλή, 2000, σελ. 8.
  6. 6,0 6,1 Εθνική Πινακοθήκη: Παρουσίαση.
  7. βλ. Μιχαήλ Δ. Δουλγερίδης, «Συντήρηση και αποκατάσταση», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 23-24.
  8. βλ. Ελένη Μεντζαφού, «Πλούσια βιβλιοθήκη», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 25.
  9. βλ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «Απολογισμός, νέο ξεκίνημα», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 3.
  10. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «Η Ελληνική ζωγραφική στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης», Ελληνική Ζωγραφική, Μόνιμες Συλλογές, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Παράρτημα Κέρκυρας, 2007.
  11. βλ. Αγγέλα Ταμβάκη, «Η συλλογή δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 15-17.
  12. βλ. Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, «Χαρακτικοί θησαυροί», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 12-14.
  13. Τόνια Γιαννουδάκη, «Συλλογή γλυπτικής», Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 26/11/2000, σελ. 20-22.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα