Μοναχός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ορθόδοξος μοναχός

Μοναχός λέγεται το πρόσωπο το οποίο ακολουθεί τον ασκητισμό, αναχωρεί δηλαδή από τον κόσμο, διαμένει μόνος του ή σε κοινόβιο (μοναστήρι), και διαμέσου συνεχούς προσευχής επιδιώκει την προσέγγιση του πνεύματός του με το Θεό. Η πρακτική αυτή είναι πολύ διαδεδομένη στο Χριστιανισμό, αλλά απαντά και σε άλλες Θρησκείες.

Ετυμολογικά η λέξη σημαίνει αυτόν που είναι μόνος του, ξεχωριστά από τους άλλους. Χρησιμοποιούνται και άλλοι συναφείς όροι, όπως ασκητής/ασκήτρια, ερημίτης/ερημίτισσα, αναχωρητής/αναχωρήτρια, καλόγερος/καλόγρια.

Ο μοναχός ή η μοναχή αλλάζει όνομα, ενδύεται ράσο, παραιτείται από την περιουσία του και αφιερώνεται ολοκληρωτικά στο Θεό.

Επίσης κατά την κουρά του αποδίδεται σε αυτόν τον το Αγγελικό Σχήμα του Μοναχού. Όταν μπει στο κοινόβιο (μοναστήρι), μένει εκεί για τρία χρόνια, υπακούοντας με υπέρμετρη εβλάβεια τον ηγούμενο της μονής. Έπειτα, αφού κριθεί ικανός από τον ηγούμενο της μονής να γίνει μοναχός, γυρνάει πίσω στο κόσμο για ένα χρόνο με σκόπο να βεβαιωθεί για την θέληση του, να γίνει μοναχός. Ύστερα λοιπόν, από αυτό το χρονικό διάστημα γυρνά πάλι στη μονή και χειροτονείται μοναχός από τον ηγούμενο. Έκτοτε, δεν επιτρέπεται να βγει από την μονή παρά μόνο αν υπάρχει κάποιο πολύ σοβαρό προβλημά υγείας.

Τα μοναχικά ενδύματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα άμφια, που ενδύονται οι Ορθόδοξοι μοναχοί και μοναχές είναι επτά. Ακολουθούν με τη σειρά που ενδύονται και συνοδεύονται από σύντομη περιγραφή, τον πνευματικό συμβολισμό τους και την ευχή, που εκφωνεί ο ιερέας, που τελεί τη κουρά, την ώρα που τα προσφέρει στον ενδυόμενο μοναχό:

  • Λεντίον (επίσης Ζωστικό ή Αντερί). Μαύρος χιτώνας, που συμβολίζει τον χιτώνα της αγαλλίασης, της δικαιοσύνης και της αρετής. Το χρώμα συμβολίζει το πένθος του μοναχού για την αμαρτία και τον έξω κόσμο.
῾Ο ἀδελφός /῾Η ἀδελφὴ ἡμῶν (δεῖνα) ἐνδύεται χιτῶνα (δικαιοσύνης καὶ) ἀγαλλιάσεως (τοῦ Μεγάλου καὶ ᾿Αγγελικοῦ Σχήματος), εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εἴπωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ/αὐτῆς τὸ Κύριε ἐλέησον.
  • Ανάλαβος (επίσης Πολυσταύριον ή Μεγάλο Σχήμα). Μαύρο σταυροειδές ύφασμα, που φοριέται πάνω από τους ώμους προς τα εμπρός και προς τα πίσω σχηματίζοντας πολλούς σταυρούς. Φέρει κοκκινόχρωμες ή λευκόχρωμες κεντητές συντομογραφίες επιγραφών, μια νεκροκεφαλή πάνω από την οποία ορθώνονται ο Σταυρός του Ιησού Χριστού στο Γογοθά και εκατέρωθεν αυτού ο σπόγγος και η λόγχη. Ο σταυρός συμβολίζει τον σταυρό που φέρει ο μοναχός στους ώμους του, ενώ οι σταυροί θωρακίζουν τον μοναχό από κάθε κίνδυνο γύρω του.
῾Ο ἀδελφός /῾Η ἀδελφὴ ἡμῶν (δεῖνα) λαμβάνει τὸ σουδάριον τοῦ μεγάλου καὶ ᾿Αγγελικοῦ Σχήματος, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν. Εἴπωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ/αὐτῆς τό, Κύριε ἐλέησον.
  • Δερμάτινη Ζώνη. Συμβολίζει την σωφροσύνη και τη νέκρωση των σαρκικών επιθυμιών, όπως είναι νεκρό το δέρμα από το οποίο κατασκευάστηκε η ζώνη.
'
  • Κουκούλι
  • Σανδάλια
  • Εξώρασο (επίσης πάλλιον)
  • Μανδύας

Οι τάξεις των μοναχών στην Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλου που διακεκριμένοι Πατέρες της Εκκλησίας κήρυτταν ότι το αγγελικό σχήμα είναι μόνο ένα (εννοώντας το μεγάλο), τους τελευταίους αιώνες επικράτησε στην Ορθόδοξη μοναστική πρακτική η διάκριση τριών βαθμίδων του μοναχισμού. Οι δύο μικρότερες αποτελούν στάδια προετοιμασίας (στάδιο του "αρραβώνος") του μοναχού για το τρίτο και τελικό στάδιο (στάδιο του "γάμου"). Οι τρείς βαθμίδες του μοναχισμού (σύμφωνα με τις ακολουθίες κουράς, που περιέχονται στο Μέγα Ευχολόγιο) είναι:

α) του Ρασοφόρου (ο οποίος ενδύεται μόνο τον χιτώνα και το καλυμμαύχι)

β) του Μικρόσχημου (ο οποίος ενδύεται τον χιτώνα, τη ζώνη, το κουκούλι το εξώρασο και τα σανδάλια)

γ) του Μεγαλόσχημου (ο οποίος ενδύεται τον χιτώνα, το σχήμα, τον ανάλαβο, τη ζώνη, το κουκούλι, το εξώρασο και τα σανδάλια)

Ιερομόναχος - Ιεροδιάκονος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο ειδικές κατηγορίες των Ορθόδοξων αρρένων μοναχών είναι οι ιεροδιάκονοι και οι ιερομόναχοι, οι οποίοι αφού έγιναν μοναχοί, οι μεν πρώτοι έλαβαν τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης, οι δε δεύτεροι έλαβαν και το δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης. Δηλαδή πρώτα κάποιος γίνεται ιεροδιάκονος και κατόπιν ιερομόναχος, όπως ένας απλός ιερέας γίνεται πρώτα διάκονος. Πιο απλά, ο ιεροδιάκονος είναι ο συνδυασμός διακόνου και μοναχού, ενώ ο ιερομόναχος είναι ο συνδυασμός ιερέα και μοναχού. Αμφότεροι μπορούν να ιερουργούν εντός των ιερών μονών αλλά και σε ενορίες. Συναφής όρος του ιερομόναχου είναι ο καλογερόπαπας.