Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το κύριο κτήριο της Σχολής λίγο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή (1922).

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης ήταν ένα λαμπρό μορφωτικό ίδρυμα της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης. Αρχικά ξεκίνησε ως ένα μικρό σχολείο με το όνομα "Σχολείο του Χριστού" το 1717 όταν διευθυντής του ήταν ο Ιθακήσιος Ιερόθεος Δενδρινός. Αργότερα μετονομάστηκε κατά σειρά "Ευαγγελικόν Σχολείον", "Ευαγγελικόν Φροντιστήρίον" κ.λπ. μέχρι στις αρχές του 19ου αιώνα που ονομάστηκε "Ευαγγελική Σχολή", όπου μ΄ αυτό το όνομα παρέμεινε περισσότερο γνωστή.

Η διαμόρφωση της φυσιογνωμίας σχολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σχολή είχε αρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα που διατηρήθηκε έως το 1810 οπότε κλήθηκε ο περιώνυμος Θεόφιλος Καΐρης από την Άνδρο για να διδάξει φιλοσοφία και μαθηματικά. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της σχολής καταργήθηκε αργότερα το 1828 επί διευθύνσεως του Αβραμίου Ομηρόλη. Επί της εποχής του η Ευαγγελική Σχολή έφθασε σε τελειότητα σπάνια για εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Η Σχολή καταστράφηκε το 1842 από μια μεγάλη πυρκαγιά κι επαναλειτουργεί το 1843. Αξιόλογοι διευθυντές φροντίζουν την πνευματική ανύψωση της και την αύξηση του κύρους της. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ήταν διευθυντής ο Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος (ανέλαβε το 1861) οι απόφοιτοι της Σχολής εγγράφονταν χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επί διευθύνσεως του Γ. Σωτηρίου η διδασκαλία βελτιώνεται, οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διδάσκονται αρτιότερα, το πρόγραμμα των μαθημάτων συμπληρώνεται, εισάγεται η διδασκαλία της μηχανικής και εξοπλίζεται το σχολείο με εποπτικά μέσα και όργανα για την διδασκαλία των νεότερων κατακτήσεων της επιστήμης, ιδρύεται Εμπορική Σχολή, ως τμήμα της Ευαγγελικής Σχολής, και 3τάξιο Διδασκαλείο για τη μόρφωση δημοδιδασκάλων.

Οι απαρχές της σχολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθηγητές και απόφοιτοι της Σχολής το 1878.

Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε αποτέλεσμα μακροχρόνιας καλλιέργειας της εθνικής συνείδησης η οποία οφείλεται και στα σχολεία που κατά τον 17ο αι. αρχίζουν να αναφαίνονται σε διάφορες πόλεις του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, συντηρούμενα από τις ελληνικές κοινότητες. Οι Έλληνες είχαν κάνει συνείδηση αυτό που είπε αργότερα ο Ρήγας, ότι δηλαδή « εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποία λάμπουν ελεύθερα τα έθνη». Ανάμεσα στις πιο περίφημες για την προσφορά τους στo 'Eθνος σχολές είναι και η Ευαγγελική Σχολή.

Στις απαρχές της Σχολής βρίσκεται το Παλαιό Σχολείο στο οποίο δίδαξε ο Αδαμάντιος Ρύσιος, πάππος του Αδάμ. Κοραή. Το 1717, ο Μητροπολίτης Σμύρνης Ανανίας πήρε την πρωτοβουλία επανίδρυσης του και στις 22 Ιουνίου 1733 ετέθη υπό την προστασία της αγγλικής κυβέρνησης Αργότερα αφιερώθηκε «εις τον Υιόν του θεού, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» ως «Σχολείον των Ευαγγελικών του εντολών και φροντιστήριον πάντων των ελληνικών μαθημάτων ». Αργότερα η Σχολή ονομάστηκε «Ευαγγελικόν Φροντιστήριον» και τελικά επικράτησε η ονομασία Ευαγγελική Σχολή.

Η σχολή στην αυγή του 20ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1914 η Σχολή ήκμαζε και συγκέντρωνε μαθητές από όλη τη Μ. Ασία και τα νησιά των μικρασιατικών ακτών. Το 1918 ανατίθενται τα καθήκοντα του Διευθυντή στον Νικ. Λιθοξόο που έμελλε να είναι και ο τελευταίος Διευθυντής της Σχολής. Αυτός, με άριστη επιστημονική κατάρτιση και παιδαγωγική μόρφωση με μεταπτυχιακές σπουδές στα πανεπιστήμια της Ελβετίας και της Γερμανίας, επιδόθηκε με μεγάλο ζήλο στη βελτίωση της λειτουργίας της Σχολής. Εισήγαγε ριζικές μεταρρυθμίσεις στα αναλυτικά προγράμματα, τους κύκλους μαθημάτων και το σύστημα των εξετάσεων και έκανε τη Σχολή να αποδώσει πλούσιους καρπούς.

Η ακτινοβολία της σχολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν στην αύξηση του κύρους της παλαιάς εκείνης Σχολής και την εξάπλωση της φήμης της. Εκείνο όμως που συνέβαλε κυρίως στις υψηλές της επιδόσεις ήταν το προσωπικό της Σχολής. Καθηγητές εκλέγονταν οι διαπρεπέστεροι λόγιοι, παιδαγωγοί, επιστήμονες και ενθουσιώδεις λειτουργοί της παιδείας. Χάρις στο διδακτικό προσωπικό αποφοιτούσαν νέοι με ολοκληρωμένη και τέλεια μόρφωση. Σε αυτήν φοίτησαν ο Αδάμ. Κοραής, ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος ο Ε', Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης, ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ο λογογράφος Στέφανος Ξένος, ο ποιητής Στέλιος Σπεράντζας, ο πασίγνωστος εφοπλιστής Αριστ. Ωνάσης, ο μουσικός και ακαδημαϊκός Μανώλης Καλομοίρης. Αλλά και αναρίθμητοι άλλοι που αναδείχτηκαν ως λόγιοι, επιστήμονες, κληρικοί, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες που βοήθησαν την κοινωνία στην οποία έζησαν και τίμησαν με τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό έθνος και την πνευματική τους μητέρα, την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.

Επανίδρυση της Σχολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λαμπρή αυτή εποχή ήταν πεπρωμένο να είναι και η τελευταία Το 1922 η μεγάλη πυρκαγιά που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Σμύρνης κατέστρεψε το κτήριο της Ευαγγελικής Σχολής. Όμως η ιδέα της δεν έπαψε να ζει στις ψυχές των. Έτσι το 1934 ιδρύθηκε στη Νέα Σμύρνη πλήρες Γυμνάσιο που τον επόμενο χρόνο ονομάστηκε Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης σε ανάμνηση της παλαιάς ιστορικής Σχολής.

Το 1934 εγκαταστάθηκε σε μισθωμένο οίκημα στην κεντρική πλατεία. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν το 1935 με μεγάλη επισημότητα. Τότε έγινε και η αποκάλυψη της επιγραφής «Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης 1717-1934 ». Τα εγκαίνια αυτά αποτελούν ουσιαστικά το πανηγυρικό γεγονός της επανίδρυσης της Ευαγγελικής που συνεχίζει το έργο της, δρώντας και προσφέροντας στην κοινωνία της Νέας Σμύρνης και της Ελλάδας. Τώρα η σχολή στεγάζεται στο διδακτήριο της (Λέσβου 4).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κείμενο στηρίζεται εξ ολοκλήρου σε εκτενέστερο κείμενο για την ιστορία της σχολής που συνέγραψε ο Δρ Κλασικής Φιλολογίας Αθανάσιος Φραγκούλης τ. καθηγητής της Σχολής.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]