Καλαμοκανάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλαμοκανάς
Ενήλικος καλαμοκανάς
Ενήλικος καλαμοκανάς
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Ανωραμφίδες (Recurvirostridae)
Γένος: Ιμαντόπους (Himantopus) (Brisson, 1760) M
Είδος: H. himantopus
Διώνυμο
Himantopus himantopus (Ιμαντόπους ο κοινός)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Himantopus himantopus himantopus
Himantopus himantopus knudseni
Himantopus himantopus leucocephalus
Himantopus himantopus melanurus
Himantopus himantopus mexicanus

Ο Καλαμοκανάς είναι παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Ανωραμφιδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Himantopus himantopus και περιλαμβάνει 5 υποείδη. [1] Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος H. h. himantopus. [i]

  • Παρά ταύτα, το είδος εμφανίζει πολύ σημαντικά ταξινομικά προβλήματα (βλ. Συστηματική Ταξινομική) και η διαίρεση σε υποείδη πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη.

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία himantopus, είναι ελληνική (ιμάντας + πους) και συσχετίζεται, όπως και η λαϊκή ονομασία καλαμοκανάς με τα λεπτά -σαν ιμάντες ή σαν καλάμια- πόδια του πτηνού.

Η λέξη stilt στην αγγλική ονομασία του είδους (Black-winged stilt), σημαίνει «πάσσαλος», «στύλος», αλλά σημαίνει και το κάθε ένα από τα «ξύλινα πόδια» των «ξυλοπόδαρων», εκείνων των ζογκλέρ, δηλαδή, που περπατάνε πάνω σ’αυτά. Ο συσχετισμός με τα πόδια του πτηνού είναι σαφέστατος. [2]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ταξινομική του πτηνού παραμένει προβληματική και, παρά τις προσπάθειες από διάφορους ερευνητές να δοθεί λύση, δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη η κατηγοριοποίηση των διαφόρων συστηματικών μονάδων (taxa) που έχουν καταχωρηθεί. Η βάση του προβλήματος έγκειται στο γεγονός ότι, τα διάφορα taxa είναι, στην πλειονότητά τους, γεωγραφικά απομακρυσμένα που, σε συνδυασμό με τα ακόμη ελλιπή χρωμοσωμικά δεδομένα, δεν έχουν αποδώσει τελικά συμπεράσματα για την κατάταξή τους στο επίπεδο του είδους ή του υποείδους.

Το μόνο taxon που έχει σταθερότητα, φαίνεται να είναι το Himantopus novaezelandiae (Gould, 1841), που είναι στο επίπεδο του είδους και απαντάται αποκλειστικά στη Νέα Ζηλανδία. [3][4]

Η ITIS δέχεται 4 taxa ως μονοτυπικά είδη: Himantopus himantopus, Himantopus leucocephalus, Himantopus melanurus, Himantopus novaezelandiae και 1 taxon, το Himantopus mexicanus να διαιρείται στα υποείδη: Himantopus mexicanus knudseni και Himantopus mexicanus mexicanus [5]

Η Bird Life International δέχεται μόνο 4 taxa, όλα στο επίπεδο του είδους: Himantopus himantopus, Himantopus leucocephalus, Himantopus novaezelandiae και Himantopus mexicanus με το Himantopus melanurus να ενσωματώνεται στο τελευταίο, ενώ το Himantopus mexicanus knudseni δεν αναφέρεται καν. [6]

Στο παρόν λήμμα ακολουθείται η κατά Howard and Moore (2003) συστηματική. [7]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θηλυκός Καλαμοκανάς

Ο Καλαμοκανάς απαντάται σε όλες τις ηπείρους, αλλά με τοπική εξάπλωση και, συνήθως είναι μόνο κατά τόπους κοινό πτηνό, ιδιαίτερα στα εύκρατα κλίματα. [8] Το ευρωπαϊκό υποείδοςείδος, βλ. Συστηματική ταξινομική), είναι σχεδόν σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο αποδημητικό. Έρχεται τα καλοκαίρια για αναπαραγωγή και μεταναστεύει τους χειμερινούς μήνες στα νότια, στις αντίστοιχες επικράτειες της Αφρικής και της Ασίας.

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ευρώπη, ελάχιστες είναι οι περιοχές όπου ζει και αναπαράγεται καθ’όλη τη διάρκεια του έτους, με κάποιους θύλακες στη Σαρδηνία και πιθανόν στη νότια Ιβηρική, Ακόμη, όμως, και ως καλοκαιρινός επισκέπτης δεν αναπαράγεται σε μεγάλους αριθμούς, με τον κύριο όγκο να βρίσκεται στις πεδιάδες της Ουγγαρίας (περίπου 400 ζευγάρια). [9] Γενικότερα, η παρουσία του περιορίζεται στο νότιο τμήμα της Κ. Ευρώπης, στα Βαλκάνια, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ιβηρική, ενώ λείπει παντελώς από τη βόρεια Ευρώπη. Στην Ασία, βρίσκεται μόνιμα και αναπαράγεται σε πολλές περιοχές της Τουρκίας, στη Μέση Ανατολή, το Ιράκ, το Ιράν, περιοχές της Κασπίας, στη Σαουδική Αραβία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, στην ινδική υποήπειρο, τη Σρι Λάνκα και την Ινδοκίνα. Ως καλοκαιρινός επισκέπτης αναπαράγεται σε εκτεταμένες περιοχές της νότιας Ρωσίας, του Καζακστάν, των χωρών στην περιοχή των Αλτάι, φθάνοντας μέχρι τη Μογγολία και την κεντρική Κίνα. Οι μεγαλύτεροι αναπαραγόμενοι πληθυσμοί, παγκοσμίως, βρίσκονται στην Κίνα, στην Ταϊβάν και στην Κορέα. [10]

Στην Αφρική αναπαράγεται σε μικρούς θύλακες στις παραμεσόγειες χώρες (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη και Αίγυπτο).

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί μεταναστεύουν κατά κύριο λόγο στην Αφρική από το Σαχέλ και νοτιότερα, ενώ οι ασιατικοί πληθυσμοί, φθάνουν μέχρι την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες.

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φθινοπωρινή αποδημία του Καλαμοκανά πραγματοποιείται από τον Αύγουστο μέχρι το Νοέμβριο, ενώ η εαρινή αποδημία αρχίζει στα μέσα Μαρτίου και διαρκεί μέχρι τον Απρίλιο. [11] Η μετανάστευση πραγματοποιείται συνήθως κατά μεγάλα σμήνη, που αριθμούν από εκατοντάδες -μέχρι και χίλια- άτομα. [12]

Στην Ελλάδα, ο Καλαμοκανάς είναι αποδημητικό πτηνό που, έρχεται από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο, [13] για να φωλιάσει τοπικά, σε υγροτόπους της βόρειας και κεντρικής χώρας, κυρίως. [14]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σμήνος από καλαμοκανάδες

Ο Καλαμοκανάς αναπαράγεται σε επίπεδους ανοιχτούς χώρους και σε ρηχούς υγροτόπους με θαλασσινό ή υφάλμυρο νερό που βρίσκονται σε νησιά, χερσονησίδες, ή γυμνές παρυφές από άμμο, λάσπη ή αργιλώδες έδαφος, κοντά στο επίπεδο του νερού. [15] Κατάλληλοι οικότοποι περιλαμβάνουν, επίσης, έλη και βάλτους, παρυφές ρηχών λιμνών, κοίτες ποταμών, πλημμυρισμένα χωράφια (del Hoyo et al. 1996), αρδευόμενες περιοχές (Snow και Perrins 1998), λιμνάζοντα νερά των αποχετεύσεων (del Hoyo et al. 1996) και μικρές λίμνες με ψάρια (Snow και Perrins 1998). Το είδος μπορεί, επίσης, να φωλιάσει γύρω από αλκαλικές και σε μεγάλο υψόμετρο (ορεινές) λίμνες, (del Hoyo et al. 1996) ή σε πιο αλμυρά περιβάλλοντα, όπως τα δέλτα ποταμών, οι εκβολές τους (Snow και Perrins 1998), παράκτιες λιμνοθάλασσες (Johnsgard 1981, Snow και Perrins 1998) και, σε ρηχές παράκτιες λιμνούλες με εκτεταμένα λασπώδη σημεία, αλίπεδα (Johnsgard 1981), αλυκές, παράκτια έλη (del Hoyo et al. 1996) και βάλτους (Snow και Perrins 1998).

Εκτός περιόδου αναπαραγωγής, το είδος καταλαμβάνει τις παρυφές των μεγάλων υδάτινων οικοσυστημάτων στις εκβολές ποταμών και των παρακτίων θέσεων (del Hoyo et al. 1996). Τέτοια είναι, τα δέλτα των ποταμών (Snow και Perrins 1998), οι παράκτιες λιμνοθάλασσες (Johnsgard 1981, Snow και Perrins 1998) και οι ρηχοί νερόλακκοι με γλυκά ή υφάλμυρα νερά σε εκτεταμένες λασπώδεις περιοχές, αλίπεδα (Johnsgard 1981), αλυκές, παράκτια έλη (del Hoyo et al. 1996) και βάλτοι (Snow και Perrins 1998).

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρσενικός Καλαμοκανάς (καλοκαιρινό φτέρωμα)

Ο Καλαμοκανάς είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα παρυδάτια πτηνά και, με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο φτέρωμα και τους, επίσης χαρακτηριστικούς, μακρούς ταρσούς του, δύσκολα συγχέεται με άλλο είδος. Από μακριά, δίνει την εντύπωση μικρού Πελαργού. Τα ενήλικα πουλιά, έχουν ομοιόμορφη χαρακτηριστική «ενδυμασία», στην οποία δεσπόζει η αντίθεση μεταξύ λευκού και μαύρου χρώματος.

Τα αρσενικά διαφέρουν από τα θηλυκά, αυτό όμως είναι έκδηλο κυρίως στο καλοκαιρινό τους φτέρωμα. Η πλάτη είναι μαύρη, συχνά με μία πρασινωπή γυαλιστερή απόχρωση, ενώ η κορυφή του κεφαλιού είναι μαυριδερή το καλοκαίρι και λευκή το χειμώνα. Οι πλάτες των θηλυκών είναι μαυριδερές, αλλά έχουν καφέ απόχρωση, σε αντίθεση με τα μαύρα πρωτεύοντα ερετικά, ενώ τείνουν να έχουν λιγότερο μαύρο στο κεφάλι και το λαιμό όλο το χρόνο, χωρίς αυτή η διαφορά να είναι πάντοτε ξεκάθαρη.

Οι πτέρυγες είναι μαύρες και στις δύο επιφάνειές τους και ξεχωρίζουν κατά την πτήση, όπως και η θέση των μακριών ποδιών που, το πτηνό τα κρατάει τουλάχιστον 18 εκατοστά πίσω από την ουρά. [16]

Οι πολύ μακροί ταρσοί είναι και στα δύο φύλα έντονοι ρόζ που, σε συνδυασμό με το μακρύ, μαύρο και ίσιο ράμφος, διαφοροποιούν τον Καλαμοκανά από την Αβοκέτα, που ζεί σε παρόμοιους οικοτόπους. Το πόδι του Καλαμοκανά έχει 3 δακτύλους σε αντίθεση με τους 4 της Αβοκέτας. [17] Η ίριδα του ματιού είναι κοκκινωπή και, τα πουλιά συνήθως φέρουν μία αχνή μαυριδερή κηλίδα πίσω από τον οφθαλμό. Τα νεαρά, που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει το τελικό τους φτέρωμα, μοιάζουν με τα θηλυκά, αλλά με γκρίζο-καφέ χρωματισμό στο κεφάλι και το λαιμό. [18]

  • Μήκος σώματος: (33-)36 έως 38 (-40) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 67 έως 85 εκατοστά. [19]
  • Μήκος ράμφους: 6-7 εκατοστά, κατά μέσον όρο.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος Καλαμοκανάς εν πτήσει

Ο Καλαμοκανάς, κατά την πτήση, πέρα από το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο χρωματισμό, διακρίνεται από τις μαύρες πτέρυγες και από τα πόδια που, τα κρατάει τεντωμένα και ασυνήθιστα μακριά από το άκρο της ουράς. Συνήθως πετάει κατά μικρά σμήνη, μέχρι 15 άτομα [20] δεν είναι όμως τόσο κοινωνικός όσο η Αβοκέτα. [21]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διατροφή του Καλαμοκανά εξαρτάται άμεσα από τα εκάστοτε εποχιακά θηράματα, [22] αλλά γενικά περιλαμβάνει υδρόβια έντομα (π.χ. Κολεόπτερα, Εφημερόπτερα, Τριχόπτερα, Ημίπτερα, Οδοντόγναθα, Δίπτερα, Νευρόπτερα και Λεπιδόπτερα) και τις προνύμφες τους, μαλάκια, καρκινοειδή, αράχνες, σκώληκες (Ολιγόχαιτοι, Πολύχαιτοι), γυρίνους και γόνους αμφιβίων, μικρά ψάρια, αυγά ψαριών και, περιστασιακά, σπόρους. [23][24]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλαμοκανάς με τη λεία του

Το είδος αναπαράγεται μοναχικά ή σε χαλαρές αποικίες των 2-50 ατόμων, αν και περιστασιακά, μπορεί να φωλιάζουν μαζί έως και αρκετές εκατοντάδες ζεύγη. [25] Προτιμώνται οι περιοχές με ανοικτό ορίζοντα, για την καλύτερη επισκόπηση του χώρου. [26] Η περίοδος αναπαραγωγής στην Ευρώπη, ξεκινάει στα μέσα Απριλίου στο νότο, αλλά, ανάλογα με τις γωγραφικές και κλιματικές συνθήκες, μπορεί να ξεκινήσει από τα μέσα Μαΐου και να φθάσει μέχρι τα τέλη Ιουνίου. [27]

Η φωλιά είναι ένα απλό βαθούλωμα στο έδαφος κοντά στο νερό, [28] αλλά μπορεί και να κατασκευαστεί πάνω σε φυτικό υλικό μέσα στο νερό -συνήθως ρηχό- εν είδει πλωτής πλατφόρμας. [29][30][31]

Η γέννα αποτελείται από 4 αυγά, κάποιες φορές 3, σπανιότερα 5 αυγά, που μοιάζουν με εκείνα της Αβοκέτας. [32] Η επώαση πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα και, διαρκεί 22-25 ημέρες. Οι νεοσσοί επιτηρούνται στενά από τους γονείς και, πολύ σύντομα τρέφονται μόνοι τους, ενώ ανεξαρτητοποιούνται στις 28-32 ημέρες, περίπου. [33]

Στην Ελλάδα, ο Καλαμοκανάς φωλιάζει σε υγροτόπους τής ηπειρωτικής χώρας, κυρίως, με ελάχιστα ίσως ζευγάρια σε κάποια νησιά. [34]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αναπαραγόμενοι πληθυσμοί του Καλαμοκανά βρίσκονται σε σταθερό ή και ελαφρά ανοδικό επίπεδο, παρόλο που δεν υπάρχουν στοιχεία για πολλές περιοχές φωλιάσματος. [35] Πάντως, οι μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί αναπαραγόμενοι πληθυσμοί βρίσκονται στην Ισπανία και τη Ρωσία. [36]

Στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ιστορική κατανομή του είδους, αλλά κάποτε φώλιαζε στη λίμνη Κάρλα, που κατόπιν είχε αποξηρανθεί. Σήμερα, οι ελληνικοί πληθυσμοί εμφανίζουν σαφείς καθοδικές τάσεις, κυρίως στους παραδοσιακά μεγάλους υγροτόπους (Έβρος, Μεσολόγγι, κ.α.). Το είδος απειλείται κυρίως από την αποξήρανση και την εκμετάλλευση των υγροτόπων του, αλλά και από το παράνομο κυνήγι σε μικρότερο βαθμό. Για την προστασία του απαιτούνται, η λεπτομερής καταγραφή του αναπαραγόμενου πληθυσμού, η μελέτη της οικολογίας του και η διατήρηση ικανού μεγέθους εκτάσεων με ρηχά νερά, υγρολίβαδα, κ.ο.κ. [37]

Ειδικά για τον ελλαδικό χώρο, ο Καλαμοκανάς κατατάσσεται στην κατηγορία Τρωτά (Vulnerable, VU). [38]

Καθεστώς προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ι. Συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο του Κόκκινου Βιβλίου για τα απειλούμενα σπονδυλόζωα της Ελλάδος, στην κατηγορία Τρωτά.

ΙΙ. Συμπεριλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διατήρηση των άγριων πουλιών.

ΙΙΙ. Συμπεριλαμβάνεται στα είδη του Παραρτήματος ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων. [39]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, η Καλαμοκανάς απαντάται και με τις ονομασίες Άτρακτος (Ακαρνανία) και Αδραχτάς (Μεσολόγγι). [40]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Συμπεριλαμβάνεται και το H. h. ceylonensis [41]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 132-3
  2. http://dictionary.reference.com/browse/stilt?s=t&path=/
  3. Howard and Moore, p. 133
  4. http://www.birdlife.org/datazone/speciesfactsheet.php?id=3103
  5. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=176725
  6. http://www.birdlife.org/datazone/sowbsearchresults.php?a=ns&SearchTerms=himantopus+himantopus
  7. Howard and Moore, p. 132-3
  8. del Hoyo et al
  9. Bauer et al
  10. http://www.birdlife.org/datazone/speciesfactsheet.php?id=3101
  11. Hayman et al. 1986
  12. Urban et al. 1986, Snow and Perrins 1998
  13. http://www.katakali.net/drupal/ydrobia-parydatia/kalamokanas
  14. Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 31 , λήμμα «Καλαμοκανάς»
  15. Snow and Perrins, 1998
  16. Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 31, λήμμα «Καλαμοκανάς»
  17. Όντρια, σ. 101
  18. Hermann Heinzel et al, p. 132
  19. Hermann Heinzel et al, p. 132
  20. Urban et al. 1986, del Hoyo et al
  21. Bruun, p. 134
  22. del Hoyo et al
  23. Urban et al
  24. del Hoyo et al
  25. Urban et al, del Hoyo et al
  26. Johnsgard, P. A.
  27. Bauer et al, p. 422
  28. Flint et al
  29. Harrison, p. 138
  30. del Hoyo et al
  31. Snow & Perrins
  32. Harrison, p. 138
  33. Bauer et al, p. 423
  34. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 225
  35. Wetlands International, 2006
  36. Bauer et al, p. 421
  37. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 225
  38. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 225
  39. http://www.katakali.net/drupal/ydrobia-parydatia/kalamokanas
  40. Απαλοδήμος, σ. 34
  41. Howard and Moore, p. 132, note 8

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 31 , λήμμα «Καλαμοκανάς»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2
  • Flint, V. E.; Boehme, R. L.; Kostin, Y. V.; Kuznetsov, A. A. 1984. A field guide to birds of the USSR. Princeton University Press, Princeton, New Jersey
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647
  • Hayman, P.; Marchant, J.; Prater, A. J. 1986. Shorebirds. Croom Helm, London.
  • Johnsgard, P. A. 1981. The plovers, sandpipers and snipes of the world. University of Nebraska Press, Lincoln, U.S.A. and London.
  • Snow, D. W.; Perrins, C. M. 1998. The Birds of the Western Palearctic vol. 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Urban, E. K.; Fry, C. H.; Keith, S. 1986. The birds of Africa vol. II. Academic Press, London.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Stelzenläufer της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).