Άξιον Εστί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Άξιον Εστί αναφερόμαστε στην εικόνα της Παναγίας, της «εφέστιας προστάτιδας», του Αγίου Όρους. Με το ίδιο όνομα επίσης τιτλοφορήθηκε το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη Άξιον Εστί το 1959, το οποίο αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στο λαϊκό ορατόριο Άξιον Εστί.

Η εικόνα της Παναγίας, το «Άξιον Εστί», είναι μια από τις περίφημες εικόνες του Αγίου Όρους. Βρίσκεται στο ναό του Πρωτάτου στις Καρυές του Αγίου Όρους, θεωρούμενη ως «κοινή εφέστιος προστάτις» εικόνα όλων των Αγιορείτικων Μονών, φέρουσα στο πλαίσιό της τις σφραγίδες και των 20 Μονών.

Επί της εικόνας αυτής έγιναν κατά καιρούς πλείστα πιστά αντίγραφα ανά ένα εκ των οποίων βρίσκεται σε κάθε Μονή του Άθω. Εορτάζει με μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα τη Δευτέρα του Πάσχα και στις 11 Ιουνίου σε ανάμνηση του κάτωθεν θαύματος, αρχή της φήμης της εικόνας και ως θαυματουργής.

Παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλιά η εικόνα αυτή βρισκόταν σε ένα παντοκρατορινό κελί στην τοποθεσία τη λεγόμενη «κοιλάδα του Άδειν» κοντά και κάτω από τη σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Την 11 Ιουνίου 980 ο γέροντας έλειπε από το κελί, καθώς είχε πάει σε μια αγρυπνία στις Καρυές, αφήνοντας μόνο τον υποτακτικό του. Ο υποτακτικός τη νύχτα έκανε κανονικά τον κανόνα του. Ακούει σε μια στιγμή να του χτυπάνε την πόρτα, ανοίγει και βλέπει έναν περαστικό να του ζητάει να τον φιλοξενήσει, πράγμα που γίνεται. Συνεχίζει ο μοναχός τον κανόνα του μέχρι που φτάνει στην 9η ωδή «Την τιμιωτέρα των Χερουβείμ...». Τότε τον διακόπτει ο φιλοξενούμενος και του λέει: «Όχι, πρώτα θα πεις: Άξιον Εστί ως αληθώς...» ως συμπλήρωμα του υπό του Κοσμά Μαϊουμά Μεγαλυνάριου της Θεοτόκου. Ο μοναχός ενθουσιασμένος ζητάει να του γράψει ο νέος τον ύμνο. Ο νέος, που έγραψε τον ύμνο και εξαφανίστηκε, κατά την παράδοση ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Όταν επέστρεψε ο γέροντας του είπε ο υποτακτικός τα γεγονότα και αφού ενημερώθηκε η Ιερά Κοινότητα μεταφέρθηκε η εικόνα στο Πρωτάτο, όπου και συνεχίζει να θαυματουργεί μέχρι σήμερα, ενώ και το κελί που τιμήθηκε από την Αρχαγγελική επίσκεψη φέρει επίσης το όνομα «Άξιον εστί».

Έτσι, το Μεγαλυνάριο αυτό της Θεοτόκου που συνέθεσε ο Κοσμάς (ο επίσκοπος Μαϊουμά) σήμερα ονομάζεται «Άξιον Εστί», εκ των δύο πρώτων λέξεων του Θεομητορικού αυτού Ύμνου που έχει ως εξής:

Άξιον εστίν ως αληθώς
μακαρίζειν σε την Θεοτόκον,
την αειμακάριστον και παναμώμητον
και μητέρα του Θεού ημών.
Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ
και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ
την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν,
την όντως Θεοτόκον,
Σε μεγαλύνομεν.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1966, το πολεμικό πλοίο «Πολεμιστής», κατέπλευσε στον Πειραιά, μεταφέροντας την εικόνα από το Άγιο Όρος για πρώτη φορά στην Αθήνα μαζί με τεμάχιο του Τιμίου ξύλου υπό τους συνεχείς συριγμούς των ελλιμενισμένων πλοίων και με απόδοση στρατιωτικών τιμών μεταφέρθηκε επί ανοικτού οχήματος στη Μητρόπολη Αθηνών για λίγες ημέρες.

Αντίγραφα επίσης του «Άξιον Εστί» έχουν δοθεί σε πολλούς ξένους ηγέτες που κατά καιρούς επισκέπτονται το Άγιο Όρος.