Ρόψα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ρόψα (Ропша) είναι οικισμός της Περιφέρειας Λένινγκραντ στη Ρωσία, γνωστή για το «καταραμένο» μισοκατεστραμμένο παλάτι της που ανήκει στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Βρίσκεται στην ενδοχώρα, 20 χμ. νότια του Πέτερχοφ και 49 νοτιοδυτικά της Αγίας Πετρούπολης. Πρωτοαναφέρεται με την ονομασία «Χράψα» σε ένα διοικητικό κείμενο της Δημοκρατίας του Νόβγκοροντ το 15ο αιώνα, ως τμήμα της Ίνγκριας (μεσαιωνική ονομασία της ευρύτερης περιοχής). Για ολόκληρο το 17ο αιώνα (από την Εποχή των Αναστατώσεων) πέρασε στη Σουηδία, μέχρι που ο Μέγας Πέτρος ανέκτησε την Ίνγκρια με το Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο το 1703-4.

Καθώς έκτιζε την Αγία Πετρούπολη ώστε να γίνει η νέα πρωτεύουσα, ο τσάρος άκουσε για τις ιδιότητες των ιαματικών πηγών της και σκέφθηκε να εγκαταστήσει εκεί την εξοχική του κατοικία. Ξεκίνησε με ένα μικρό ξύλινο παλάτι και μία εκκλησία, σύντομα όμως άλλαξε γνώμη και επέλεξε το παραλιακό Πέτερχοφ, διότι του προσέφερε άμεσο οπτικό έλεγχο του νοτίου Φινλανδικού Κόλπου έως τα φρούρια της Κροστάνδης. Πάντως τα ιαματικά ύδατα δεν έμειναν ανεκμετάλλευτα, αφού δημιουργήθηκαν ειδικοί αγωγοί που τα μετέφεραν στο Πέτερχοφ.

Μετά την ακύρωση των σχεδίων η Ρόψα χαρίσθηκε στο Φιοντόρ Γιούριεβιτς Ρομοντανόφσκι, υπεύθυνο των μυστικών υπηρεσιών. Αυτός χρησιμοποίησε το παλατάκι ως κατοικία του και παράλληλα δημιούργησε έναν ειδικό θάλαμο, όπου βασάνιζε και εκτελούσε αντιπάλους του τσάρου. Μάλιστα απελευθέρωσε αρκούδες στον περίβολο, ώστε να μην τολμά κανείς απρόσκλητος επισκέπτης να πλησιάσει! Το 1722, αφού ο Ρομοντανόφσκι είχε ήδη πεθάνει, η κόρη του Αικατερίνη παντρεύθηκε το γιο του Καγγελαρίου Εξωτερικών και η περιοχή πέρασε στα χέρια των Γκολόβκιν (η οικογένεια του γαμπρού), οι οποίοι αναμόρφωσαν και επέκτειναν τα οικήματα. Ωστόσο τη δεκαετία του 1740 έπεσαν σε δυσμένεια ως συνωμότες και η περιουσία τους δημεύθηκε. Τότε η αυτοκράτειρα Ελισάβετ ζήτησε από τον ιταλό αρχιτέκτονα Ραστρέλι να εκπονήσει σχέδια για την ανέγερση ενός μεγάλου παλατιού, τα οποία ουδέποτε υλοποιήθηκαν. Έτσι η Ελισάβετ τη δώρισε στον ανηψιό και διάδοχό της Πιότρ Φιοντόροβιτς.

Ο Πιότρ ανέβηκε στο θρόνο το 1762 ως Πέτρος Γ', όμως η βασιλεία του δεν κράτησε ούτε έξι μήνες - τον Ιούνιο εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση και αμέσως μετά δολοφονήθηκε μέσα στο παλάτι της Ρόψα. Η σύζυγός του και νέα απόλυτη ηγέτις της Ρωσίας, Αικατερίνη Β', τη χάρισε στον εραστή της, κόμη Γκριγκόρι Ορλόβ. Φοβισμένος από τους θανάτους και τη φήμη του «στοιχειωμένου παλατιού», ο νέος ιδιοκτήτης φρόντισε να το ξεφορτωθεί όσο γρηγορότερα μπορούσε, παραχωρώντας το στο ναύαρχο Ιβάν Τσερνισιόβ. Αυτός έπραξε το ίδιο, πουλώντας το για 12.000 ρουβλια στο στρατηγό Ιβάν Λαζάρεβ.

Τελικά η Ρόψα επανήλθε σε αυτοκρατορικά χέρια επί βασιλείας του Παύλου Α', γιου της Αικατερίνης. Ο Παύλος ξαναέκτισε το παλάτι σε νεοκλασικό στυλ, διαμόρφωσε τους περιβάλλοντες χώρους και ίδρυσε μια χαρτοποιΐα στην περιοχή, όμως και αυτός δολοφονήθηκε το 1801 στην Αγία Πετρούπολη. Η Ρόψα παρέμεινε στη βασιλική οικογένεια - όταν ο Αλέξανδρος Δουμάς (πατέρας) την επισκέφθηκε το 1858, ιδιοκτήτρια ήταν η Αλεξάνδρα Φιοντόροβνα, σύζυγος του Νικολάου Α'. Ουσιαστικά όμως είχε εγκαταλειφθεί, αφού κανείς από τους επιγόνους δεν ένιωθε άνετα όταν την επισκεπτόταν.

Το ανάκτορο σπάνια ξανακατοικήθηκε στις επόμενες δεκαετίες, αν και καταγράφεται πως η πριγκίπισσα Ξένια (αδελφή του Νικολάου Β') επέλεξε να περάσει εκεί την πρώτη νύχτα του γάμου της το 1894. Μετά την Επανάσταση του 1917 έπαθε μεγάλες ζημιές, αφού υπήρξε θέατρο συγκρούσεων μεταξύ του Κόκκινου Στρατού και του αγγλόδουλου αντεπαναστάτη στρατηγού Νικολάι Γιουντένιτς. Σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους εγκατάλειψης, με αχνά μόνο τα σημάδια από το αυτοκρατορικό παρελθόν του.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ropsha της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).