Χέλμουτ Σμιτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χέλμουτ Σμιτ
Schmidt.JPG
Καγκελάριος της Γερμανίας
Περίοδος
16 Μαΐου 1974 – 1 Οκτωβρίου 1982
Πρόεδρος Γκούσταφ Χάινεμαν και Walter Scheel και Καρλ Κάστερνς
Προκάτοχος Βίλλυ Μπραντ
Διάδοχος Χέλμουτ Κολ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 23 Δεκεμβρίου 1918 (1918-12-23) (95 ετών)
Αμβούργο, Γερμανία
Πολιτικό Κόμμα SPD
Θρήσκευμα Λουθηρανισμός

Ο Χέλμουτ Χάινριχ Βάλντεμαρ Σμιτ (Helmut Heinrich Waldemar Schmidt, 23 Δεκεμβρίου 1918) είναι Γερμανός πολιτικός του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας (SPD) που κατέλαβε υπουργικά αξιώματα ενώ διετέλεσε και καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας από το 1974 έως το 1982.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέλμουτ Σμιτ, γιος δύο δασκάλων, γεννήθηκε στο Αμβούργο. Ο πατέρας του Χέλμουτ Σμιτ ήταν γιος ενός Εβραίου επιχειρηματία, αν και αυτό κρατήθηκε μυστικό στην οικογένεια. Αυτό επιβεβαιώθηκε δημόσια από τον Σμιτ το 1984.

Στις 27 Ιουνίου 1942 παντρεύτηκε την Hannelore «Loki» Glaser με την οποία απέκτησε δύο παιδιά: τον Helmut Walter (26 Ιουνίου 1944 - Φεβρουάριος 1945, πέθανε σε βρεφική ηλικία από μηνιγγίτιδα), και την Susanne (1947), η οποία εργάζεται στο Λονδίνο. Προς το τέλος του πολέμου, από τον Δεκέμβριο του 1944 και μετά, υπηρέτησε ως υπαξιωματικός πυροβολικού στο δυτικό μέτωπο. Συνελήφθη από τους Βρετανούς τον Απρίλιο του 1945 στο Λύνεμπουργκ και ήταν αιχμάλωτος πολέμου μέχρι τον Αύγουστο.

Μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στο Αμβούργο, μελετώντας τα οικονομικά και την πολιτική επιστήμη. Το 1949 έγινε μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας ενώ, νωρίτερα, στο διάστημα 1947-1948 ήταν ηγέτης της Sozialistische Deutsche Studentenbund (SDS), της οργάνωσης σπουδαστών της SPD. Εργάστηκε για την κυβέρνηση του κρατιδίου του Αμβούργου στο τμήμα οικονομικής πολιτικής. Αρχίζοντας το 1952 υπό τον Κάρλ Σίλερ (Karl Schiller), ήταν υπουργός Οικονομίας και Μεταφορών του Αμβούργου. Από το 1953 έως το 1962 εργάστηκε για το SPD στην Ομοσπονδιακή Βουλή.

Εκλέχτηκε στην Ομοσπονδιακή Βουλή το 1953 και το 1958 ένωσε το εθνικό συμβούλιο της SPD (Bundesvorstand) για την εκστρατεία ενάντια στα πυρηνικά όπλα και τον εξοπλισμό του γερμανικού στρατού με τέτοια όπλα. Το 1958 παραχώρησε την έδρα του στο κοινοβούλιο για να επικεντρωθεί στους στόχους του στο Αμβούργο. Από τις 27 Φεβρουαρίου 1958 μέχρι τις 29 Νοεμβρίου 1961 ήταν μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο δεν εκλέχτηκε άμεσα αυτό το χρόνο. Το 1961 έγινε υπουργός Εσωτερικών του Αμβούργου. Το 1965 επανεκλέχθηκε στην Ομοσπονδιακή Βουλή και τον Οκτώβριο του 1969 έγινε υπουργός Άμυνας υπό τον Βίλλυ Μπραντ.

Ως Καγγελάριος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανέλαβε καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας στις 16 Μαΐου 1974 μετά την παραίτηση του Μπραντ. Δραστηριοποιήθηκε επίσης στη βελτίωση των σχέσεων με τη Γαλλία και τον τότε πρόεδρό της Βαλερί Ζισκάρ Ντ' Εσταίν. Το 1975 υπογράφτηκε στο Ελσίνκι η τελική πράξη, με την οποία δημιουργήθηκε η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασίας στην Ευρώπη (γνωστή και ως ΔΑΣΕ), η οποία εξελίχθηκε στον ΟΑΣΕ.[1] Παρέμεινε καγκελάριος μετά από τις εκλογές του 1976 σε κυβέρνηση συνασπισμού με το FDP.

Η πολιτική εναντίον της τρομοκρατικής Φράξια Κόκκινος Στρατός ήταν αντίσταση με καμία γραμμή συμβιβασμού. Συγκεκριμένα, επέτρεψε στην αντιτρομοκρατική μονάδα GSG 9 να τελειώσει την πειρατεία του αεροσκάφους Landshut της Lufthansa το φθινόπωρο του 1977. Συνέδεσε το πολιτικό μέλλον του έντονα με την επέκταση του ΝΑΤΟ μετά από τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν.

Ήταν ο σημαντικότερος υποστηρικτής τις ένταξης της Ελλάδος στην ΕΟΚ, η οποία πραγματοποιήθηκε τελικά το 1981. Τον συνέδεε στενή φιλία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Τον Φεβρουάριο του 1982 κέρδισε ψήφο εμπιστοσύνης στο κοινοβούλιο, εντούτοις τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους τέσσερις υπουργοί της FDP απομακρύνθηκαν από τον συνασπισμό. Μετά από άκαρπες προσπάθειες να παραμείνει με μια κυβέρνηση μειοψηφίας (που αποτελούνταν μόνο από τα μέλη της SPD), αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν την 1η Οκτωβρίου, μετά από ψηφοφορία, δεν ανανεώθηκε η εμπιστοσύνη της Βουλής. Αποσύρθηκε από την Ομοσπονδιακή Βουλή το 1986 αλλά παρέμεινε πολιτικά ενεργός. Τον Δεκέμβριο του 1986 ήταν ένας από τους ιδρυτές της επιτροπής που υποστηρίζει την ΟΝΕ και τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Βιβλιογραφία στα Ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Γερμανία μετά τον ψυχρό πόλεμο και η Ευρώπη, Εκδόσεις: Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1997, ISBN 960-08-0097-9
  • Η αυτοδυναμία της Ευρώπης (Προοπτικές για τον 21ο αιώνα), Εκδόσεις: Παπαζήση, Αθήνα 2003, ISBN 978-960-02-1663-9
  • Παγκοσμιοποίηση, Εκδόσεις: Αφοί Κυριακίδη, Αθήνα 2005, ISBN 978-960-343-809-0
  • Συμμετοχή σε συλλογικό έργο: Μετά το σεισμό (Οικονομική κρίση και θεσμική επιλογή), Εκδόσεις: Παπαζήση, Αθήνα 2010, ISBN 978-960-02-2494-8


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ)». Υπουργείο Εξωτερικών Ελληνικής Δημοκρατίας. http://www1.mfa.gr/exoteriki-politiki/i-ellada-stous-diethneis-organismous/oase.html. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2011.