Άνγκελα Μέρκελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άνγκελα Μέρκελ
Angela-merkel-ebw-01.jpg
Καγκελάριος της Γερμανίας
Ανέλαβε   22 Νοεμβρίου 2005
Πρόεδρος Χορστ Κέλερ
(2005-2010)
Κρίστιαν Βουλφ
(2010-2012)
Γιοάχιμ Γκάουκ
(2012-σήμερα)
Αναπληρωτής Φραντς Μιντεφέρινγκ (2005-2007)
Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ (2007-2009)
Γκίντο Βεστερβέλε (2009-2011)
Φίλιπ Ρέσλερ (2011-2013)
Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (2013-σήμερα)
Προκάτοχος Γκέρχαρντ Σρέντερ
Ομοσπονδιακός Υπουργός Περιβάλλοντος της Γερμανίας
Περίοδος
17 Νοεμβρίου 1994 – 26 Οκτωβρίου 1998
Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ
Προκάτοχος Κλάους Τέπφερ
Διάδοχος Γιούργκεν Τρίτιν
Ομοσπονδιακός Υπουργός Γυναικών και Νεολαίας της Γερμανίας
Περίοδος
18 Ιανουαρίου 1991 – 17 Νοεμβρίου 1994
Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ
Προκάτοχος Ούρσουλα Λερ
Διάδοχος Κλαούντια Νόλτε
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 17 Ιουλίου 1954 (1954-07-17) (60 ετών)
Αμβούργο, Δυτική Γερμανία (σήμερα Γερμανία)
Πολιτικό Κόμμα Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της Γερμανίας (CDU)
Σύζυγος Ούλριχ Μέρκελ (1977-1982)
Γιόακιμ Ζάουερ (1998-σήμερα)
Σπουδές Πανεπιστήμιο της Λειψίας
Επάγγελμα Φυσικός
Θρήσκευμα Λουθηρανισμός
Υπογραφή Angela Merkel Signature.svg

Η Άνγκελα Δωροθέα (Κάσνερ) Μέρκελ (γερμ. Angela Dorothea (Kasner) Merkel) προφορά ;[1] το γένος Κάσνερ, είναι Γερμανίδα πολιτικός (CDU). Στις 22 Νοεμβρίου 2005 το γερμανικό κοινοβούλιο την εξέλεξε στο αξίωμα του καγκελάριου της Γερμανίας.

Είναι η πρώτη γυναίκα καγκελάριος της Γερμανίας από την ίδρυση του Ομοσπονδιακού Κράτους το 1871. Επίσης είναι η πρώτη πρώην πολίτης της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας που υπήρξε ηγέτης της επανενωμένης Γερμανίας.

Τον Νοέμβριο του 2007 της απονεμήθηκε το Βραβείο Καρλομάγνος για το έτος 2008. Συμπεριλήφθηκε στη λίστα που εξέδωσε το περιοδικό Time για τα «Πρόσωπα με τη Μεγαλύτερη Επιρροή Παγκοσμίως» για το έτος 2012.[2]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κόρη του λουθηρανού πάστορα Χορστ Κάσνερ και της δασκάλας Χέρλιντ Κάσνερ γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1954 στο Αμβούργο. Λίγο μετά τη γέννησή της, ο πατέρας της ανέλαβε θέση σε εκκλησία της Ανατολικής Γερμανίας. Έτσι η οικογένεια μετακόμισε στο Τεμπλίν, 80 χιλιόμετρα περίπου βόρεια του Βερολίνου. Η Άνγκελα Μέρκελ έζησε μέχρι το 1990 στην σοσιαλιστική Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία.

Όπως οι περισσότεροι μαθητές, έτσι και η Μέρκελ ήταν μέλος της επίσημης νεολαίας του σοσιαλιστικού κόμματος, της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας (FDJ). Αργότερα έγινε μέλος περιφερειακού προεδρείου και γραμματέας αγκίτ προπ της οργάνωσης, που έμεινε μέχρι το 1984. Από το 1973 μέχρι το 1978 σπούδασε φυσική στην Λειψία. Στο διάστημα αυτό (το 1977) παντρεύτηκε τον συμφοιτητή της Ούλριχ Μέρκελ. Ο γάμος αυτός διάρκεσε μέχρι το 1982. Από το 1978 μέχρι το 1990 εργάστηκε στο Κεντρικό Ινστιτούτο Φυσικής Χημείας (ZIPC) στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου γνώρισε τον χημικό Γιόαχιμ Σάουερ, τον οποίο παντρεύτηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1998.

Η Άνγκελα Μέρκελ μιλάει επίσης αγγλικά και ρώσικα.

Πολιτική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχές (1989 - 1990)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Δεκέμβριο του 1989, λίγες εβδομάδες μετά την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, η Μέρκελ προσχώρησε στην Δημοκρατική Επαγρύπνηση (Demokratischer Aufbruch, DA), δημοκρατικό πολιτικό κόμμα της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί πρόσφατα από τους πάστορες Ράινερ Έπελμαν, Φρίντριχ Σορλέμερ και τον δικηγόρο Βόλφγκανγκ Σνουρ. Δυο μήνες αργότερα έγινε υπεύθυνη ενημέρωσης τύπου του DA, το οποίο, ακολουθώντας την πορεία του δυτικογερμανικού CDU, είχε ως κύριους στόχους την επανένωση των γερμανικών κρατών και την εγκατάσταση της ελεύθερης οικονομίας στην ανατολική Γερμανία. Αφού το DA πήρε στις ανατολικογερμανικές κοινοβουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου 1990 μονάχα 0,9% των ψήφων, ο πρόεδρος του συμμαχικού ανατολικογερμανικού CDU Λόταρ ντε Μεζιέρ, του κόμματος που είχε βγει πρώτη δύναμη του νέου κοινοβουλίου, διόρισε την Μέρκελ κυβερνητική εκπρόσωπο, ενώ ο ίδιος διατέλεσε τελευταίος πρωθυπουργός του ανατολικογερμανικού κράτους.

Διπλα στον Λόταρ ντε Μεζιέρ, τον τελευταίο πρωθυπουργό της Ανατολικής Γερμανίας, τον Αύγουστο του 1990

Με την επανένωση των γερμανικών κρατών τον Οκτώβριο του ίδιου έτους χάθηκε μαζί με το ανατολικογερμανικό κράτος και η θέση της Μέρκελ. Το DA, που είχε ενωθεί με το ανατολικό CDU, τώρα προσχώρησε στο δυτικό αντίστοιχό του. Με προώθηση του τότε καγκελαρίου της ενωμένης Γερμανίας Χέλμουτ Κολ (CDU), δόθηκε η ευκαιρία στον ντε Μεζιέρ, ο οποίος διορίστηκε υπουργός ιδιαιτέρων καθηκόντων, και μαζί του στη Μέρκελ να συμβάλλουν στην πολιτική της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Μέλος του CDU πλέον, η Μέρκελ υπέβαλλε υποψηφιότητα σε εκλογική περιφέρεια του κρατιδίου του Μεκλεμβούργου-Προπομερανίας στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1990. Ο ενθουσιασμός για την επανένωση και ειδικά οι ανατολικές ψήφοι εξασφάλισαν στον Κολ θριαμβευτική νίκη και στον αντίπαλό του Όσκαρ Λαφοντέν (τότε SPD) το χειρότερο αποτέλεσμα του κόμματός του μετά το 1957. Έτσι ένα χρόνο μετά την προσχώρησή της στο DA και μετά από έξι μήνες περίπου συμμετοχή ως μέλος στο CDU, η Άνγκελα Μέρκελ έγινε ομοσπονδιακή υπουργός γυναικείων υποθέσεων και νεολαίας. Η μικρότερη σε ηλικία υπουργός στην ιστορία της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ορκίστηκε στις 18 Ιανουαρίου 1991.

Υπουργός (1991 - 1998)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην κυβέρνηση Χέλμουτ Κολ ήταν από το 1991 μέχρι το 1994 υπουργός γυναικείων υποθέσεων και νεολαίας και από το 1994 μέχρι το 1998 υπουργός περιβάλλοντος.

Σαν βουλευτής του CDU σύντομα αποδείχτηκε μέρος του συντηρητικού ρεύματος του κόμματος. Έτσι, π.χ., σχετικά με τον νόμο για την έκτρωση (παράγραφο 218) ήταν κατά του "κανόνα προθεσμίας" σύμφωνα με τον οποίο γυναίκες μπορούσαν να κάνουν έκτρωση εντός τριών μηνών.
Με το ανατολικογερμανικό παρελθόν της η Μέρκελ διέφερε από τους "κλασικούς" βουλευτές του CDU. Ενώ οι συνομήλικοι της βουλευτές στηρίζονταν στις κλίκες που είχαν δημιουργήσει στα χρόνια τους στην Χριστιανοδημοκρατική Νεολαία ("Junge Union"), η Μέρκελ στηρίζονταν αποκλειστικά στον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ (οι εφημερίδες της περιόδου εκείνης την χαρακτήριζαν "το κορίτσι του Κολ"). Πέραν αυτού δεν είχε καμία ιδιαίτερη θέση στην ιεραρχία του κόμματος. Έτσι το Νοέμβριο του 1991 υπέβαλλε υποψηφιότητα για την προεδρία της κρατιδιακής κομματικής οργάνωσης του Βρανδεμβούργου, όπου όμως δεν ψηφίστηκε. Ένα μήνα αργότερα ο ομοσπονδιακός αναπληρωτής πρόεδρος του CDU και παλιός της υποστηρικτής Λόταρ ντε Μεζιέρ αναγκάστηκε να αποσυρθεί από την θέση του λόγω αποκαλύψεων του γερμανικού τύπου σχετικά με την συνεργασία του με την ανατολικογερμανική υπηρεσία κρατικής ασφάλειας "Στάζι". Η Μέρκελ ψηφίστηκε διάδοχός του στο συνέδριο της Δρέσδης στα τέλη του 1991. Αφού το 1993 ο πρόεδρος της κρατιδιακής κομματικής οργάνωσης Μεκλεμβούργου-Προπομερανίας και ομοσπονδιακός υπουργός Μεταφορών Γκίντερ Κράουζε (επίσης πρώην Ανατολικογερμανός πολίτης) αναγκάστηκε μετά από διάφορα σκάνδαλα να αποσυρθεί, η Μέρκελ ανέλαβε τον Μάιο, με την υποστήριξη του Κολ, την προεδρία του κρατιδιακού CDU Μεκλεμβούργου-Προπομερανίας.

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1994 η κυβέρνηση Κολ κατάφερε να εξασφαλίσει μικρή πλειοψηφία και η Μέρκελ έγινε υπουργός περιβάλλοντος. Αφού τον Απρίλιο του 1995 επιστρατεύθηκε ισχυρή αστυνομική δύναμη (περισσότεροι από 7.000 αστυνομικοί) για την πρώτη μεταφορά φορτίου πυρηνικών αποβλήτων σε υπόγειες αποθήκες της πόλης Γκορλέμπεν, η Μέρκελ, σταθερή στο θέμα αυτό απέναντι στην πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού και στην διαμαρτυρία του κρατιδίου της Κάτω Σαξωνίας απέκτησε την φήμη βοηθού της πυρηνικής βιομηχανίας. Το 2004 χαρακτήρισε στην συλλογή συνεντεύξεων Mein Weg ως μια από τις "μεγαλύτερες επιτυχίες" της την "επιβολή του μονοπωλίου δύναμης του κράτους" στην τότε κατάσταση.

Αντιπολίτευση (1998 - 2005)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της CDU στην αντιπολίτευση, σε μια συνάντηση με τον Βλαντιμίρ Πούτιν

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1998 το CDU απέσπασε με 35,2% των ψήφων το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία του. Ενώ ο Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD) ανέλαβε την καγκελαρία, το κόμμα της Μέρκελ έπεσε σε βαθιά κρίση. Με την παραίτηση του Χέλμουτ Κολ από πρόεδρο του κόμματος άρχισαν μεγάλες εσωκομματικές διαμάχες. Το διάστημα αυτό, με πρόταση του νέου προέδρου Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, η πρώην υπουργός Άνγκελα Μέρκελ έγινε γενική γραμματέας του κόμματος (Νοέμβριος 1998). Η θέση της αυτή στο ομοσπονδιακό κόμμα ήταν σημαντική στα πλαίσια του νέου αντιπολιτευτικού ρόλου του CDU.

Η αποκάλυψη του σκανδάλου των "μαύρων λογαριασμών" του CDU τον Νοέμβριο του 1999 σημάδεψε την πολιτική ζωή της χώρας το 2000 και αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη σταδιοδρομία της Μέρκελ. Αποκαλύφτηκε ένα σύστημα παράνομης χρηματοδότησης της κομματικής οργάνωσης μέσω λογαριασμών στην Ελβετία. Οι ανώνυμες αυτές "δωρεές" ανέρχονταν συνολικά στα 6,1 εκατομμύρια περίπου ευρώ, ενώ ο Χέλμουτ Κολ κατηγορηματικά αρνιόταν να προβεί σε οποιαδήποτε αποκάλυψη σχετικά με την προέλευση των παράνομων δωρεών. Τον Δεκέμβριο του 1999 η Μέρκελ δημοσίευσε άρθρο στην γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), όπου (δίχως να έχει συμβουλευτεί πριν τον πρόεδρο Σόιμπλε) απαίτησε στο όνομα του κόμματος την ανεξαρτητοποίηση από τον Κολ. Η ανοιχτή αυτή αποστασιοποίηση του "κοριτσιού του Κολ" από τον παλιό της υποστηρικτή εξέπληξε τον γερμανικό πληθυσμό. Επίσης στο άρθρο της FAZ παρουσίασε τον εαυτό της ως μέλος του προεδρείου, που ήταν αποφασισμένο όπως κανένα άλλο να θέσει ένα τέλος στο "σύστημα Κολ", παραπέμποντας έτσι στη διστακτικότητα του Σόιμπλε. Σχετικά με την αποστασιοποίηση από τον Κολ θα πει αργότερα σε συνέντευξη: "Εμείς οι Ανατολικογερμανοί μάθαμε να συμβιβαζόμαστε με τους εξουσιαστές, δίχως όμως να δημιουργούμε απόλυτες δεσμεύσεις." ([1]) Στις 18 Ιανουαρίου 2000 ο Χέλμουτ Κολ παραιτήθηκε από το αξίωμα του επίτιμου προέδρου της παράταξης (αξίωμα που του εξασφάλιζε μεταξύ άλλων θέση στο κομματικό προεδρείο) μετά τις πιέσεις και τις κατηγορίες που δέχτηκε από συμπολίτευση και αντιπολίτευση. Στις 16 Φεβρουαρίου παραιτήθηκε και ο διάδοχος του Κολ, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, από την ηγεσία του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας, αφού πριν παραδέχτηκε ότι και αυτός είχε δεχτεί παράνομη δωρεά για το κόμμα από εκπρόσωπο της πολεμικής βιομηχανίας. Στις 10 Απριλίου η Μέρκελ εκλέχτηκε στο συνέδριο του Έσσεν ομοσπονδιακή πρόεδρος του CDU. Ωστόσο η προέλευση των παράνομων δωρεών έμεινε άγνωστη μέχρι σήμερα.

Αμέσως μετά την ήττα του υποψήφιου καγκελαρίου Έντμουντ Στόιμπερ στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2002 ζήτησε και ανέλαβε την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας για να αντιμετωπίσει την κυβέρνηση Σρέντερ ως επικεφαλής της αντιπολίτευσης.

Αξιοσημείωτη είναι η στάση της απέναντι στην απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης το 2003, να μην συμπράξει στον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράκ. Ενώ το διάστημα εκείνο πραγματοποιήθηκαν πολλές αντιπολεμικές διαδηλώσεις και βάσει δημοσκοπήσεων περίπου τα 80% του γερμανικού πληθυσμού ήταν κατά του πολέμου, η ίδια, υποστηρίζοντας απόλυτα την θέση της κυβέρνησης Μπους, δημοσίευσε στις 22 Φεβρουαρίου 2003 άρθρο στην αμερικανική εφημερίδα Washington Post με τίτλο "Ο Σρέντερ δεν αντιπροσωπεύει όλους τους Γερμανούς".

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2005 ξαναψηφίστηκε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματός της.

Καγκελαρία (από το 2005)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Άνγκελα Μέρκελ κατά την διάρκεια συζήτησης με τον Αντώνη Σαμαρά, 2012

Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2005 ο μεγάλος συνασπισμός των κομμάτων CDU, CSU και SPD. Η Άνγκελα Μέρκελ αντικατέστησε ως επικεφαλής της νέας κυβέρνησης τον Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Μετά τη νίκη του CDU στις Γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές του 2009 στις 27 Σεπτεμβρίου ανανεώθηκε η θητεία της στην καγκελαρία, ενώ ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για συνασπισμό με το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα.[3] Εξελέγη επίσημα καγκελάριος από το κοινοβούλιο στις 28 Οκτωβρίου 2009.

Μετά τη νίκη της στις εκλογές του 2013, σχηματίστηκε η τρίτη κυβέρνησή της. Η Μέρκελ επανεξελέγη καγκελάριος και ορκίστηκε κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Langguth, Gerd (2005) (στα Γερμανικά). Angela Merkel. Munich: dtv. ISBN 3-423-24485-2. «[Merkel] wollte immer mit der Betonung auf dem 'e' Angela genannt werden.» 
  2. Angela Merkel, The 100 Most Influential People in the World, Time Magazine, Απρίλιος 2012.
  3. Victorious Merkel vows recovery BBC, 28-09-09