Κόνραντ Αντενάουερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κόνραντ Αντενάουερ
Adenauer 1956.jpg
Καγκελάριος της Γερμανίας
Περίοδος
15 Σεπτεμβρίου 1949 – 16 Οκτωβρίου 1963
Πρόεδρος Τέοντορ Χόις και Heinrich Lübke
Προκάτοχος Γιόχαν Λούντβιχ Γκραφ Σβερίν φον Κρόσιγκ
Διάδοχος Λούντβιχ Έρχαρντ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 5 Ιανουαρίου 1876
Κολωνία, Γερμανία
Θάνατος 19 Απριλίου 1967 (ετών 91)
Bad Honnef, Γερμανία
Πολιτικό Κόμμα CDU
Θρήσκευμα Καθολικισμός


Ο Κόνραντ Αντενάουερ ή πιο σωστά Άντεναουερ (Konrad Adenauer, 5 Ιανουαρίου 1876 - 19 Απριλίου 1967) ήταν καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας και δήμαρχος της Κολωνίας.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Κολωνία της Ρηνανίας και ήταν γιος του δικαστικού υπαλλήλου Γιόχαν Αντενάουερ. Σπούδασε νομικά και πολιτική οικονομία στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ ιμ Μπράισγκαου, του Μονάχου και της Βόννης. Επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ιδιώτευσε ως δικηγόρος για μικρό διάστημα.

Τα πρώτα του πολιτικά βήματα στην Κολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1906 εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος στην Κολωνία και το 1909 επανεξελέγη πρώτος. Από τότε μέχρι το 1917 ανέλαβε διάφορα δημοτικά αξιώματα όπως αυτό του υπευθύνου των οικονομικών του δήμου ή αυτό της ευθύνης του επισιτισμού της Κολωνίας κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το 1917 το δημοτικό συμβούλιο τον εξέλεξε δήμαρχο, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1933. Ως δήμαρχος της Κολωνίας οι σύμμαχοι, αμέσως μετά την λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, πρότειναν στον Αντενάουερ την προεδρία μιας επιτροπής, της οποίας το έργο θα ήταν να μελετήσει την δημιουργία μιας αυτόνομης Ρηνανίας, αφού η Συνθήκη των Βερσαλλιών προέβλεπε την παραχώρηση περιοχών της Ρηνανίας στους συμμάχους για περίοδο περίπου 10 χρόνων. Οι απόψεις που τότε εξέφρασε, δηλαδή περί σύστασης της δημοκρατίας της Ρηνανίας, συνάντησαν αντιδράσεις από τους συμπατριώτες του με αποτέλεσμα να αποστασιοποιηθεί από την κεντρική πολιτική σκηνή, παραμένοντας, βέβαια, στην θέση του δημάρχου. Σημαντικά έργα επί θητείας του στο δημαρχιακό θώκο ήταν η δημιουργία πανεπιστημίου στην Κολωνία αλλά και η εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής σε σύγχρονο βιομηχανικό κέντρο.

Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία είχε ως αποτέλεσμα την καθαίρεσή του από την θέση του δημάρχου στις 12 Μαρτίου του 1933, από τον Χέρμαν Γκαίριγκ. Αιτία ήταν οι απόψεις που είχε εκφράσει κατά καιρούς εναντίον του Χίτλερ. Καθοριστικό, βέβαια, γεγονός σε αυτήν την απόφαση έπαιξε και η κίνηση του Αντενάουερ να απουσιάσει από την επίσημη υποδοχή του Χίτλερ στην Κολωνία, αλλά και η εντολή του στις αστυνομικές δυνάμεις να αφαιρεθούν όλα τα εμβλήματα με τον αγκυλωτό σταυρό που είχαν αναρτηθεί στην πόλη προς τιμήν του νέου καγκελάριου. Τον επόμενο χρόνο φυλακίστηκε με την κατηγορία της υπεξαίρεσης. Στις 21 Ιουλίου του 1944 συνελήφθη από την Γκεστάπο με την κατηγορία της συμμετοχής του στο κίνημα των στρατηγών. Αν και κατάφερε να δραπετεύσει προσωρινά, συνελήφθη εκ νέου.

Μετά τον πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου διορίστηκε από τους Αμερικανούς δήμαρχος της Κολωνίας, αλλά οι Βρετανοί, που στο μεταξύ είχαν αναλάβει την διοίκηση της πόλης, τον καθαίρεσαν μερικούς μήνες αργότερα. Υπήρξε από τους ιδρυτές της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, της οποία εξελέγη πρόεδρος. Το 1946 εκλέχτηκε βουλευτής στο κοινοβούλιο του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και το 1948-1949 εξελέγη πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής και των τριών δυτικών ζωνών, που σκοπό είχε την δημιουργία συντάγματος. Τότε κατάρτισε τον νέο καταστατικό χάρτη δημιουργώντας το νέο ομοσπονδιακό κράτος της Δυτικής Γερμανίας.

Θητεία ως καγκελάριος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις εκλογές του 1949 τέθηκε επικεφαλής του κόμματος των Χριστιανοδημοκρατικών και κατάφερε να νικήσει τον αντίπαλό του Κουρτ Σουμάχερ, αρχηγό των Σοσιαλδημοκρατών συγκεντρώνοντας 31%, δηλαδή 139 έδρες, έναντι 29,2%, δηλαδή 131 εδρών του δεύτερου. Στις 15 Σεπτεμβρίου σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού, χωρίς όμως την συμμετοχή των Σοσιαλδημοκρατών, στην οποία και ανέλαβε Καγκελάριος. Το 1951 ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του. Στις εκλογές, στις 6 Σεπτεμβρίου του 1953 το κόμμα του αύξησε το ποσοστό του στο 45,3%, σχηματίζοντας στις 23 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου κυβέρνηση. Τον Μάρτιο του 1954 ο Αντενάουερ επισκέφθηκε την Ελλάδα, όπου και τον υποδέχθηκε ο τότε Βασιλιάς Παύλος, για εκτενείς συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση σε οικονομικά θέματα.

Το 1957 επανεξελέγη με ποσοστό 50,2% συγκεντρώνοντας 270 έδρες και το 1961 κέρδισε για τελευταία φορά τις εκλογές, συγκεντρώνοντας το 242 έδρες. Οι εσωκομματικές, όμως, διαμάχες με κύριο υποκινητή τον Λούντβιχ Έρχαρντ, τον οποίο χαρακτήριζε αχάριστο, εμπόδισαν τον Αντενάουερ να ολοκληρώσει την θητεία του. Παραιτήθηκε από την θέση του καγκελαρίου στις 15 Οκτωβρίου του 1963 και αποσύρθηκε από την πολιτική σε ηλικία 87 ετών.

Επί θητείας του η Δυτική Γερμανία διατήρησε τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της στα εδάφη της, με την σύμφωνη γνώμη των Συμμάχων, εντάχθηκε το 1955 ως πλήρες μέλος στο ΝΑΤΟ, συμμετείχε στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής κοινότητας άνθρακα και χάλυβα, επίλυσε τα διπλωματικά προβλήματα με την Γαλλία, έγινε μέλος της Αμυντικής Ευρωπαϊκής κοινότητας ενώ πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Ε.Ο.Κ. Στην εξωτερική πολιτική ο Αντενάουερ προέβαλε την Δυτική Γερμανία ως το μόνο ελεύθερο γερμανικό κράτος αφού η Ανατολική σύμφωνα με αυτόν βρισκόταν υπό κατοχή. Ο Αντενάουερ θεωρείται ο άνθρωπος που κατάφερε να ανορθώσει οικονομικά την Γερμανία, ενώ ήταν από τους πρωτεργάτες του ευρωπαϊκού κινήματος.

Η προσωπική ζωή και το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Ήταν νυμφευμένος με την Έμμα Βάγιερ, κόρη πλούσιας οικογένειας και ανιψιά του πρώην δημάρχου της Κολωνίας Μαξ Βάλραφ, με την οποία είχε αποκτήσει τρία παιδιά και η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο το 1919 την Αυγούστα Τσίνσερ, με την οποία απέκτησε άλλα τέσσερα παιδιά.

Απεβίωσε στις 19 Απριλίου του 1967.

Το 2003 ψηφίστηκε ως ο σπουδαιότερος Γερμανός όλων των εποχών.