Κατάφρακτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιστορική αναπαράσταση ενός κατάφρακτου της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, με πλήρη φολιδωτή θωράκιση για το άλογο. Σημειώστε την εκτεταμένη αλυσωτή πανοπλία του αναβάτη.

Οι κατάφρακτοι ήταν μονάδα βαρέος ιππικού του βυζαντινού στρατού (αλλά όχι μόνο). Οι κατάφρακτοι ιππείς εμφανίζονται ως στρατιωτική μονάδα και ως όρος στην ιστορία, στο βασίλειο των Πάρθων, τον 3ο αι.π.Χ.. Στη συνέχεια χρησιμοποιούνται τόσο από το βασίλειο των Σελευκιδών, όσο και από τους Σασσανίδες της Περσίας, αλλά και από τους Ρωμαίους. Στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Βυζαντινή), παρότι δεν έπαψε ποτέ η χρήση διαφόρων μορφών βαρέος ιππικού, επανεμφανίζονται τον 10ο αιώνα. Ονομάζονται κατάφρακτοι ή κλιβανοφόροι ή λωρικάτοι.

Εξοπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατάφρακτοι ως επίλεκτη μονάδα του στρατού έφεραν βαρύ οπλισμό.

Ως κράνος έφεραν το σύνηθες κράνος του βυζαντινού στρατού, το κασίδιον – συνήθως από περισσότερα του ενός μεταλλικά τμήματα, καρφωμένα μαζί, χωρίς επιρρίνιο και από τον 12ο-13ο αιώνα με μεταλλικό γείσο. Από το κράνος κρεμόταν αλυσιδωτό ή φολιδωτό καταυχένιο, ενώ άλλες φορές αλυσιδωτό κάλυμμα για ολόκληρο το πρόσωπο, με οπές για τα μάτια μόνο.

Ως θώρακα έφεραν το κλιβάνιον (εξ ου και κλιβανοφόροι), αποτελούμενο από μεταλλικές πλάκες ραμμένες τόσο μεταξύ τους, όσο και με δερμάτινες οριζόντιες λωρίδες. Σπανιότερα χρησιμοποιούσαν τις άλλες μορφές βυζαντινών θωράκων - το λωρίκιον (φολιδωτός θώρακας) και τη ζάβα (αλυσιδωτός). Επιπλέον κάτω από το κλιβάνιον φορούσαν ενίοτε ζάβα, η πάνω από αυτό το καββάδιον –(από παραγεμισμένο ύφασμα ή δερμάτινο). Το κλιβάνιον είχε κατά κανόνα πτέρυγες για την προστασία των βραχιόνων και της οσφύος (μεταλλικές-σπανιότερα δερμάτινες).

Οι πήχεις προστατεύονταν από τα μεταλλικά χειρόκτια, τα χέρια από αλυσσιδωτά γάντια, ενώ οι κνήμες από κνημίδες και τα πόδια από αλυσσιδωτά υποδήματα. Έφεραν ακόμη ασπίδα (σκουτάριον) μικρή στρογγυλή ,ή αμυγδαλωτή. Στην κορυφή του κράνους καθώς και στους ώμους υπήρχαν τα τουφία, λοφία από τρίχες αλόγου.

Κύριο επιθετικό όπλο ήταν το δόρυ (κοντάριον), ενώ ακόμη χρησιμοποιούσαν το απελατίκι (σιδερένιο ρόπαλο με κεφαλή, στρογγυλή η με καρφιά), καθώς και ξίφη - το σπαθίον (ευθύ) ή το παραμήριον(ελαφρώς κυρτό). Τέλος ορισμένοι ήταν εξοπλισμένοι με τόξο και βέλη ή αργότερα, με τη τζάγρα (αρμπαλέτα).

Τα άλογα τους έφεραν επίσης προστατευτικά, από μεταλλικά προστερνίδια και προμετωπίδια, εώς πλήρη θωράκιση δερμάτινη ή μεταλλική.

Τακτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατάφρακτοι τάσσονταν στο πεδίο της μάχης σε 8 στίχους η κάθε μονάδα, από τους οποίους οι πρώτοι 4 έφεραν κοντάριον, ενώ οι επόμενοι χρησιμοποιούσαν, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της μάχης, τόξο. Παρατάσσονταν κατά κανόνα σε σχηματισμό σφήνας, ενός τραπεζίου με στενή μικρή βάση, στο κέντρο της βυζαντινής παράταξης. Αποστολή τους στο πεδίο της μάχης ήταν με την επέλαση τους, να προκαλέσουν συντριπτικό πλήγμα στις αντίπαλες γραμμές, δημιουργώντας χάσμα, όπου θα μπορούσαν να διεισδύσουν άλλα τμήματα του στρατού.

Διοίκηση και οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέρχονταν από τις ανώτερες τάξεις της κοινωνίας, τις μόνες που μπορούσαν να διατηρήσουν τόσο ακριβό οπλισμό. Στελέχωναν μονάδες των ταγμάτων (του στρατού της πρωτεύουσας), αποτελώντας μέρος των Σχολών. Όλοι οι ανώτεροι αξιωματούχοι του στρατού μάχονταν εξοπλισμένοι ως κατάφρακτοι.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατάφρακτοι αποτέλεσαν ουσιαστικό συστατικό των νικηφόρων πολέμων του Βυζαντίου κατά την περίοδο της λεγόμενης «βυζαντινής εποποιίας» (950-1025) Ήταν τόση δε η φήμη τους και ο τρόμος που προκαλούσαν στους αντιπάλους,με αποτέλεσμα και μόνο το άκουσμα της άφιξης τους να αρκεί πολλές φορές για την υποχώρηση του εχθρού (όπως έγινε επί Βασιλείου Β', όταν λύθηκε η πολιορκία του Χαλεπίου από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου, και το 1030 σε ανάλογη πορεία στη Συρία). Οι κατάφρακτοι ακολούθησαν την παρακμή της αυτοκρατορίας, μειούμενοι συνεχώς σε αριθμό, λόγω των οικονομικών δυσκολιών και της χρήσης μισθοφόρων.