Σουλτανάτο του Δελχί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σουλτανάτο του Δελχί
Σημαία
Σημαία

Χάρτης
Πρωτεύουσα Δελχί
(1206–1327)
Νταουλαταμπάντ
(1327–1334)
Δελχί
(1334–1506)
Άγκρα
(1506–1526)
Γλώσσες Περσικά (επίσημη)
Πολίτευμα
Σουλτάνος
Μοναρχία
Κουτμπ αντ-Ντιν Αϊμπάκ (πρώτος)
Ιμπραχίμ Λόντι (τελευταίος)
Θρησκεία Ισλαμισμός (Σουνιτισμός)

Το Σουλτανάτο του Δελχί ήταν ένα μουσουλμανικό βασίλειο με έδρα το Δελχί, που εκτεινόταν σε μεγάλα τμήματα της ινδικής υποηπείρου για 320 έτη (1206–1526). Κυβερνήθηκε από πέντε διαδοχικές δυναστείες: τη μαμελουκική τουρκική δυναστεία ή δυναστεία Γκουλάμ (1206-1290), την τουρκική Χαλτζί (1290–1320), την τουρκική Τουγλούκ (1320–1414), την αφγανική αραβικής προελεύσεως Σαγίντ (1414–51), και την αφγανική (της εθνότητας Παστούν) Λόντι (1451–1526).

Το σουλτανάτο ξεχώρισε γιατί κατάφερε να αποκρούσει την επίθεση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας, όπως και να ενθρονίσει μία από τις ελάχιστες γυναίκες ηγεμόνες στην ιστορία του Ισλάμ, τη Ραζία Σουλτάνα από το 1236 ως το 1240. Ο Κουτμπ αντ-Ντιν Αϊμπάκ υπήρξε ο πρώτος σουλτάνος του Δελχί και η δυναστεία του περιελάμβανε περιοχές της βόρειας Ινδίας. Η δυναστεία των Χαλτζί κατέλαβε και περιοχές της κεντρικής Ινδίας, χωρίς όμως να καταφέρει μία ολοκληρωτική κατάληψή της. Κατά την δυναστεία των Τουγλούκ, το σουλτανάτο καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Ινδίας, αλλά οδηγήθηκε στην παρακμή μετά από συνεχείς ινδομουσουλμανικούς πολέμους, κατά τη διάρκεια των οποίων κράτη όπως η Αυτοκρατορία της Βιτζαγιαναγκάρα διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους, και νέα μουσουλμανικά σουλτανάτα εμφανίστηκαν, όπως το Σουλτανάτο της Βεγγάλης.

Το Σουλτανάτο του Δελχί προκάλεσε την καταστροφή και βεβήλωση των σημαντικών από πολιτικής σκοπιάς ναών της Νότιας Ασίας, αλλά τον καιρό της εξουσίας του εμφανίστηκαν και οι πρώτες μορφές της ινδοϊσλαμικής αρχιτεκτονικής. Υπήρξε ως ανεξάρτητο κράτος από το 1206 έως το 1526, οπότε και προσαρτήθηκε βιαίως στη Μογγολική Αυτοκρατορία της Ινδίας.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 962 μ.Χ., τα ινδουιστικά και βουδιστικά βασίλεια στη Νότια Ασία βρίσκονταν υπό ένα κύμα επιδρομών από μουσουλμανικούς στρατούς από την Κεντρική Ασία. Μεταξύ αυτών ήταν και ο στρατός του εμίρη Μαχμούντ της Γκάζνας, που εισέβαλε και λεηλάτησε τα βασίλεια στη βόρεια Ινδία ανατολικά του ποταμού Ινδού έως δυτικά του ποταμού Γιαμούνα 17 φορές μεταξύ των ετών 997 και 1030. Ο Μαχμούντ της Γκάζνας λεηλατούσε και αποσπούσε τους διάφορους θησαυρούς αλλά αποσυρόταν κάθε φορά, απλώς επεκτείνοντας την ισλαμική εξουσία στο Παντζάμπ.

Το κύμα επιδρομών στη βόρεια Ινδία και τα δυτικά ινδικά βασίλεια από μουσουλμάνους πολέμαρχους συνεχίστηκε μετά τον Μαχμούντ. Οι επιδρομές δεν παγίωσαν ή επέκτειναν τα σύνορα των ισλαμικών τους βασιλείων. Ο σουλτάνος των Γκουριδών Μουίζ αντ-Ντιν Μουχάμμαντ Γκόρι, γνωστός ως Μουχάμμαντ της Γκουρ, ξεκίνησε ένα συστηματικό πόλεμο επέκτασης στη βόρεια Ινδία το 1173. Αναζητούσε να ιδρύσει μια ηγεμονία για τον εαυτό του επεκτείνοντας τον ισλαμικό κόσμο. Ειδικότερα, επιδίωκε ένα σουνιτικό ισλαμικό βασίλειο ανατολικά του Ινδού ποταμού, βάζοντας έτσι τα θεμέλια για την ίδρυση του μουσουλμανικού βασιλείου που ονομάστηκε Σουλτανάτο του Δελχί. Κάποιοι ιστορικοί χρονολογούν το σουλτανάτο από το 1192 εξαιτίας της παρουσίας και των γεωγραφικών διεκδικήσεων του Μουχάμμαντ Γκόρι στη Νότια Ασία εκείνο τον καιρό.

Ο Γκόρι δολοφονήθηκε το 1206, από ισμαηλίτες σιίτες μουσουλμάνους σύμφωνα με κάποιες ιστορικές αναφορές, ή από ινδουιστές Χοχάρους (ινδική φυλή του Παντζάμπ) σύμφωνα με κάποιες άλλες. Μετά τη δολοφονία, ένας από τους μαμελούκους του Γκόρι, ο Τούρκος Κουτμπ αντ-Ντιν Αϊμπάκ, κατέλαβε την εξουσία και έγινε ο πρώτος σουλτάνος του Δελχί.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα