Σοσιαλφασισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Σοσιαλφασισμός (και σπανιότερα σοσιαλ-φασισμός) ήταν μια θεωρία που υποστηρίχτηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή  (Κομιντέρν) κατά τη δεκαετία  του 1930. Σύμφωνα με αυτή, η σοσιαλδημοκρατία ήταν μια παραλλαγή του φασισμού επειδή, όχι μόνο οι δύο ιδεολογίες είχαν κοινό το κορπορατιστικό (συντεχνιακό) οικονομικό μοντέλο, αλλά και στέκονταν εμπόδιο σε μια πλήρη και οριστική μετάβαση προς τον κομμουνισμό. Εκείνη την εποχή, οι ηγέτες της κομμουνιστικής διεθνούς, όπως οι  Ιωσήφ Στάλιν και Rajani Palme Dutt, υποστήριζαν  ότι η καπιταλιστική κοινωνία είχε εισέλθει  στην "Τρίτη Περίοδο", κατά την οποία μια εργατική επανάσταση ήταν επικείμενη αλλά   εμποδιζόταν από τους σοσιαλδημοκράτες και  άλλες  "φασιστικές" δυνάμεις. Ο όρος "σοσιαλφασίστας" χρησιμοποιήθηκε υποτιμητικά για να περιγράψει σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αντι-Κομιντέρν  και προοδευτικά  σοσιαλιστικά κόμματα, και διαφωνούντες μεταξύ των συνεργατών της  κομμουνιστικής διεθνούς  στην περίοδο του μεσοπολέμου.

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Έκτο Συνέδριο της κομμουνιστικής διεθνούς (Κομιντέρν) το 1928,  κηρύχθηκε το τέλος της καπιταλιστικής σταθερότητας και η αρχή της "Τρίτης Περιόδου".  Αναμενόταν το τέλος του καπιταλισμού, συνοδευόμενο από μια  εργατική επανάσταση,  και η σοσιαλδημοκρατία αναγνωρίστηκε ως ο κύριος εχθρός των Κομμουνιστών. Αυτη η  θεωρία  είχε τις ρίζες στην άποψη του  Γκριγκόρι Ζινόβιεφ  ότι η διεθνής σοσιαλδημοκρατία είναι μια πτέρυγα του φασισμού. Η άποψη αυτή έγινε δεκτή από τον Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος περιέγραφε τον φασισμό και τη σοσιαλδημοκρατία ως "δίδυμα αδέλφια", με το επιχείρημα ότι αυτές οι δύο πολιτικές δυνάμεις αλληλοστηρίζονται και αλληλοεξαρτώνται.  Μετά την σχετική διακήρυξη στην Έκτη Σύνοδο, η θεωρία του σοσιαλφασισμού έγινε αποδεκτή από τον παγκόσμιο Κομμουνιστικό κίνημα.[1]

Η νέα κατεύθυνση ήταν στενά συνδεδεμένη με την εσωτερική πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ). Μετά από μια εσωτερική διαμάχη  στο κόμμα μετά το θάνατο του Λένιν το 1924, η νικηφόρα ομάδα γύρω από τον Στάλιν μετατοπίστηκε  αποφασιστικά προς τα  αριστερά, υποστηρίζοντας το τέλος της μικτής οικονομίας της "Νέας Οικονομικής Πολιτικής"  και δηλώνοντας την εντατικοποίηση της ταξικής πάλης στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης. Από πρακτική άποψη, αυτό σήμαινε τη μεταχείριση των αγροτών  (το 80% του πληθυσμού), ειδικά των πλουσιότερων  "Κουλάκους" , ως ταξικών  εχθρών και προτρέποντας στελέχη του κόμματος σε όλο και πιο αδίστακτη δράση εναντίον τους.  Δημιουργήθηκε μια ατμόσφαιρα επαναστατικού βρασμού  όπου σε κάθε εχθρό της  περί τον Στάλιν άρχουσας ομάδας, έβλεπαν   "δολιοφθορείς" και "προδότες". Αυτή η στάση  εκφραζόταν   και σε διεθνές επίπεδο, όπου   σοσιαλδημοκράτες και οι αντιφρονούντες κομμουνιστές  καταγγέλονταν ως φασίστες.

Ταυτόχρονα,  το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD), υπό την ηγεσία του καγκελάριου Hermann Müller, συμφώνησε με τα αντι-κομμουνιστικά κόμματα ότι  "κόκκινο ίσον καφέ".[2] Αυτό οδήγησε σε αμοιβαία εχθρότητα μεταξύ  σοσιαλδημοκρατών και  κομμουνιστών, η οποία εντάθηκε περαιτέρω 1929 όταν η  αστυνομία του Βερολίνου,  υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης  SPD, πυροβόλησε κομμουνιστές εργάτες που διαδήλωναν για  την πρωτομαγιά (Αιματηρός  Μαΐος του Βερολίνου). Αυτό, καθώς και η καταπιεστική νομοθεσία εναντίον των κομμουνιστών που ακολούθησε, χρησίμευσε στους κομμουνιστές ως περαιτέρω απόδειξη  ότι οι σοσιαλδημοκράτες ήταν πράγματι "σοσιαλφασίστες".[3]  Το 1931 στην Πρωσία, το μεγαλύτερο ομόσπονδο κρατίδιο της Γερμανίας, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD),  το οποίο αναφερόταν στους  Ναζί ως "συντρόφους των εργαζομένων", ενώθηκε μαζί τους σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να ρίξει  την  κυβέρνηση του SPD, μέσω ενός δημοψηφίσματος.[4]  Οι Γερμανοί Κομμουνιστές συνέχισαν να αρνούνται οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Ναζισμού και της Σοσιαλδημοκρατίας, ακόμη και μετά τις εκλογές του 1933. Το KPD, υπό την ηγεσία του Ernst Thälmann, επινόησε το σύνθημα "Μετά τον Χίτλερ η σειρά μας!" – πιστεύοντας σθεναρά  ότι δεν χρειαζόταν  ενωμένο μέτωπο κατά των Ναζί  και ότι οι εργαζόμενοι θα άλλαζαν  γνώμη τους και θα αναγνώριζαν ότι ο Ναζισμός, σε αντίθεση με τον Κομμουνισμό, δεν πρόσφερε πραγματική διέξοδο  της Γερμανίας από τις δυσκολίες. [5]

Μετά την άνοδο του  Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία,  το KPD τέθηκε εκτός νόμου και χιλιάδες των μελών του, περιλαμβανομένου του Thälmann, συνελήφθησαν. Μετά από αυτές τις εκδηλώσεις, η Κομμουνιστική Διεθνής  έκανε μια πλήρη στροφή στο ζήτημα της συμμαχίας με τους σοσιαλδημοκράτες, και η θεωρία του "σοσιαλφασισμού" εγκαταλείφθηκε. Στο Έβδομο Συνέδριο της Κομιντέρν το 1935, ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ παρουσίασε τη νέα πολιτική του "λαϊκού μετώπου" στην ομιλία του, "Για την Ενότητα της εργατικής Τάξης Ενάντια στον Φασισμό".  Η περίοδος του  "λαϊκού  μετώπου"  έληξε το 1939 με τη σύναψη του  Ναζιστικο-Σοβιετικού  Συμφώνου.

Η κριτική από τον Τρότσκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λέον Τρότσκι  ήταν  εναντίον των  κατηγοριών περί  "Σοσιαλφασισμού". Στο "Δελτίο της Αντιπολίτευσης" τον Μάρτιο του 1932, δήλωνε:

"Εργάτες-Κομμουνιστές, είστε εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια. Δεν μπορείτε να φύγετε για πουθενά. Δεν υπάρχουν αρκετά διαβατήρια για σας. Αν ο  φασισμός  έρθει στην εξουσία, θα περάσει πάνω από τα κεφάλια και τις ραχοκοκκαλιές  σαν ένα φοβερό τανκ.  Η σωτηρία σας βρίσκεται στον ανελέητο αγώνα. Και μόνο μια μαχητική ενότητα με τους  σοσιαλδημοκράτες  εργαζομένους  μπορεί να φέρει τη νίκη.  Κάντε γρήγορα, εργάτες-Κομμουνιστές, έχετε πολύ λίγο χρόνο!"
(Για ένα Εργατικό Μέτωπο Ενάντια στο Φασισμό . B. O. No. 32)

Ωστόσο, στην ίδια έκθεση, ο Τρότσκι έκανε σαφές ότι οποιαδήποτε συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες ήταν μόνο τακτική και προσωρινή και ότι, σε τελική ανάλυση, η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να ηττηθεί και να ανατραπεί από την επαναστατική παράταξη:

" Το μέτωπο πρέπει τώρα να στραφεί  κατά του φασισμού. Και αυτό το κοινό μέτωπο της άμεσης πάλης ενάντια στο φασισμό, που αγκαλιάζει ολόκληρο το προλεταριάτο, πρέπει να χρησιμοποιηθεί στον αγώνα κατά της Σοσιαλδημοκρατίας, σαν πλευρική  επίθεση, αλλά το ίδιο αποτελεσματική ...
"Δεν υπάρχει κοινή πλατφόρμα με την Σοσιαλδημοκρατία, ή με τους ηγέτες των γερμανικών συνδικάτων, ούτε κοινές δημοσιεύσεις, κοινά πανό, κοινά πλακάτ!  Βαδίστε  ξεχωριστά  αλλά χτυπήστε  μαζί! Συμφωνήστε  μόνο στο πώς και πότε θα χτυπήσετε! Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να γίνει  ακόμη και με το διάβολο...
"Όχι ανάκληση της κριτικής μας για την Σοσιαλδημοκρατία. Δεν ξεχνάμε ότι έχει συμβεί.  Η όλη προσμέτρηση  της ιστορίας , περιλαμβανομένης της περίπτωσης των  Karl Liebknecht και Rosa Luxemburg, θα γίνει την κατάλληλη στιγμή, όπως και οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι τελικά παρουσίασαν  ένα γενικό απολογισμό στους  Μενσεβίκους και στους  Κοινωνικούς  Επαναστάτες  για την εξαπάτηση, τη συκοφαντία, τη φυλάκιση και τη δολοφονία  εργατών, στρατιωτών και αγροτών."

Ο Ernst Thälmann, ο ηγέτης του KPD, κατήγγειλε τη θέση του Τρότσκι  ως το χειρότερο είδος "σοσιαλφασισμού":

"Στην μπροσούρα του για το θέμα  "Πώς θα νικηθεί ο Εθνικοσοσιαλισμός;"  ο Τρότσκι δίνει πάντα  μια μόνο απάντηση: "Το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να κάνει ένα συνασπισμό με τη σοσιαλδημοκρατία...' Στη διαμόρφωση αυτού του συνασπισμού, ο Τρότσκι βλέπει το μόνο τρόπο για την πλήρη διάσωση  της γερμανικής εργατικής τάξης από το φασισμό.  Είτε  το Κομμουνιστικό Κόμμα θα   συνασπιστεί  με τη σοσιαλδημοκρατία είτε η γερμανική εργατική τάξη έχει χαθεί για 10-20 χρόνια. Αυτή είναι η θεωρία ενός τελείως κατεστραμμένου φασίστα  και αντίθετη με την επανάσταση. Η θεωρία αυτή είναι η χειρότερη, η πιο επικίνδυνη  και η πιο εγκληματική απ' όσες έχει κατασκευάσει ο Τρότσκι  τα τελευταία χρόνια της αντεπαναστατικής  προπαγάνδας του".

Μετά από έξι μήνες  το Ναζιστικό κόμμα κέρδισε τις γερμανικές εκλογές και  ο Ernst Thälmann φυλακίστηκε από τους εθνικοσοσιαλιστές.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1.  Klaus Hildebrand, The Third Reich, Routledge (1984), ISBN 0-415-07861-X,  σελ. 106
  2. Adelheid von Saldern, The Challenge of Modernity: German Social and Cultural Studies, 1890-1960, University of Michigan Press (2002), ISBN 0-472-10986-3, σελ. 78
  3. Martin Kitchen, A History Of Modern Germany 1800-2000, Blackwell Publishing (2006), ISBN 1-4051-0040-0, σελ. 245
  4. Rob Sewell, Germany: From Revolution to Counter-Revolution, Fortress Books (1988), ISBN 1-870958-04-7, Κεφάλαιο 7
  5. Jane Degras, The Communist International 1919-1943: documents. 3. 1929-1943, Routledge (UK), ISBN 0-7146-1556-0, σελ. 121

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Earl Browder, The Meaning of Social-Fascism: Its Historical and Theoretical Background. New York: Workers Library Publishers, 1933.
  • Theodore Draper, "The Ghost of Social-Fascism," Commentary, Φεβ. Το 1969, σ. 29-42.
  • Jay Lovestone, The People's Front Illusion: From "Social Fascism" to the "People's Front." New York: Workers Age Publishers, n.d.. (1937).
  • D. M. Manuilsky, Social Democracy — Stepping Stone to Fascism: Or Otto Bauer's Latest Discovery. New York: Workers Library Publishers, n.d.  (1934).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Social fascism της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).