Σαιντόνζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Saintonge
Σαιντόνγκ

Flag of Saintonge.svg Blason Saintonge.svg
Σημαία
Εθνόσημο

Saintonge.png

Γλώσσα Αρχαία Γαλλικά
Πρωτεύουσα Σαιντ

Διάδοχα κράτη (σήμερα) Flag of France.svg Γαλλία

Η Σαιντόνγκ (στα σαιντονγκαί Saintonghe, με το g να σβήνεται) είναι παλιά γαλλική επαρχία της οποίας τα σύνορα υπέστησαν αρκετές μεταβολές με την πάροδο του χρόνου. Τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Ακουιτανίας στη διάρκεια της Αρχαιότητας (η Σαιντ (Σαράντ-Μαριτίμ) έγινε η πρώτη πρωτεύουσα αυτού του ευρείας έκτασης εδαφικού συνόλου), στη συνέχεια πέρασε, ανάλογα με την εποχή, διαδοχικά, στα χέρια των βασιλέων και δουκών της Ακουιτανίας, των κομήτων του Ανζού και αργότερα των Ραμνουλφιδών κομήτων του Πουατιέ, προτού ενταχθεί εκ νέου στο Δουκάτο της Ακουιτανίας, όπου και διατηρήθηκε για αρκετούς αιώνες.

Εμφανιζόμενη ως ενός είδους συνοριακή γραμμή μεταξύ των καπετιανών και πλανταγενετιανών κτήσεων στη διάρκεια του πρότερου Μεσαίωνα, γνώρισε ασταμάτητες πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ 1152 και 1451, με τους άρχοντές της να διστάζουν, συχνά, μεταξύ των δεσμών μεταξύ Αγγλίας-Ακουιτανίας και τους δεσμούς με το Παρίσι. Όλα δείχνουν ότι τα φιλοαγγλικά αισθήματα ήταν κυρίαρχα μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα. Ωστόσο, οι λανθασμένες αποφάσεις του Χένρι του Γκρόσμοντ, κόμη του Ντέρμπι και στη συνέχεια του Μαύρου Πρίγκιπα βοήθησαν, σταδιακά, στο να ελαττώσουν τα αγγλικά ερείσματα στην περιοχή, και η επαρχία πέρασε οριστικά στην σφαίρα επιρροής του βασιλιά της Γαλλίας το 1451 (κατάληψη του Μονγκιόν)[1].

Η Σαιντόνγκ (παλαιότερα γραφομένη ως Xaintonge)[2] βρίσκεται σήμερα μοιρασμένη μεταξύ πέντε νομών, την Σαράντ-Μαριτίμ (με εξαίρεση το βορειοδυτικό της τμήμα που ανήκε στην επαρχία του Ωνί και την Χώρα του Ωλναί, που ανήκει στο Πουατού), ένα δυτικό τμήμα της Σαράντ (Καντόνια των Τερ-Σωντ : Καντόνιο του Κονιάκ-Νορ, Καντόνιο του Κονιάκ-Συντ, Ζαρνάκ, Σατωνέφ)[3], το νοτιότερο τμήμα των Ντε-Σεβρ (Φροντεναί-Ροάν-Ροάν και μέχρι τα νότια προάστια του Νιορ) και της Βαντέ (περιελάμβανε ένα τμήμα του Μαραί Πουατεβάν). Στα βόρεια της Ζιρόντ, η Χώρα του Γκαμπαί[4], με γλώσσα τα σαντονγκαί, ανήκε, όσο γι'αυτήν, στην Γκιγιένη.

Τα σύνορα με το Ανγκουμουά, το Πουατού ή την Γκιγιένη διέφεραν, ωστόσο, με το πέρας του χρόνου[5]. Έτσι, αρκετοί παλαιοί χάρτες έφεραν το Κονιάκ να βρίσκεται στο Ανγκουμουά. Παρομοίως, κατά τον 17ο αιώνα, οι ενορίες του Μπρω και του Ετωλιέ (Χώρα του Γκαμπαί) ήταν τοποθετημένες στην Σαιντόνγκ από τον Νικολά Σανσόν (Γενικός Κυβερνήτης της Γκιγιένης και της Γασκώνης, 1650) και τον Γιοχάνες Μπλάου (Χάρτης της Κυβερνήσεως της Γκιγιένης και της Γασκώνης, 1662)[6], κάτι που δεν ίσχυε όμως τον επόμενο αιώνα, με τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών επαρχιών να μετατοπίζονται στα βόρεια του Σαιν-Σιέ Λα Λαντ (Η Γενική Κυβέρνηση της Γκιγιένης και της Γασκώνης, του Μπερνάρ Αντουάν Ζαγιό, 1733) ή του Μπρω (Χάρτης των ακτών της Γαλλίας, του Ρομπέρ ντε Βωγκοντί, 1778).

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επαρχία της Σαιντόνγκ κατά τον 18ο αιώνα και οι σημερινές κοινότητες.

Η Σαιντόνγκ ανήκει από γεωγραφικής άποψης στη νοτιοδυτική Γαλλία, στην εδαφική οντότητα η οποία είναι γνωστή με την γενική ονομασία Charentes, στην οποία υπάγονται, επίσης, το Ανγκουμουά και το Ωνί και που αποτελείται από τους νομούς της Σαράντ και της Σαράντ-Μαριτίμ.

Από τα χρόνια ιστορίας της, η παλαιά επαρχία της Σαιντόνγκ είχε ως ιστορική πρωτεύουσα την Σαιντ, με την τελευταία να παραμένει έκτοτε η κυριότερη πόλη μιας φυσικής περιοχής με πολλούς γεωγραφικούς και οικονομικούς παράγοντες.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα 4/5 των εδαφών της Σαράντ-Μαριτίμ εκπροσωπούνται από την Σαιντόνγκ, της οποίας ένα τμήμα αποσπάστηκε για την δημιουργία της Σαράντ, κατά την διάρκεια της ίδρυσης των νομών το 1790.

Η παλαιά αυτή επαρχία που είχε ως γεωγραφικό κέντρο την Σαιντ - απ'όπου προήλθε και η ονομασία της - χαρακτηριζόταν από την διαφορετικότητα των κατά τόπους περιοχών που αποτελούσαν, ταυτόχρονα, αυτόνομες περιοχές με τη δική τους, ιδιαίτερη, προσωπικότητα και περιοχές με την καθεμία να διαθέτει δικό της αστικό κέντρο.

Επρόκειτο ταυτόχρονα για μια παράκτια περιοχή, που περιελάμβανε το μεγαλύτερο από τα νησιά της Σαράντ, την νήσο του Ολερόν, και που περιοριζόταν από τις μεγαλύτερες σε μέγεθος εκβολές ποταμού στην Ευρώπη, αυτές της Ζιρόντ, και μια ηπειρωτική περιοχή, η οποία χαρακτηριζόταν από οροπέδια με διαφορετικό μεταξύ τους ανάγλυφο και μεσαίο υψόμετρο, απ'όπου περνούσαν ποτάμια και ρέματα κατά μήκος βαθιών κοιλάδων και τις περισσότερες φορές ασύμμετρων μεταξύ τους.

Έτσι, διαφορετικές μεταξύ τους κατά τόπους περιοχές αποτελούσαν την Σαιντόνγκ, στις οποίες η κοιλάδα της Σαράντ χρησίμευε ως σημείο ένωσης.

Οι διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της Σαιντόνγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βόρεια Σαιντόνγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευρισκόμενο στα ανατολικά και τα βορειοανατολικά της Σαράντ-Μαριτίμ, το τμήμα αυτό της Σαιντόνγκ αντιστοιχεί εν μέρει στην παλαιά ιστορική ονομασία της Κάτω Σαιντόνγκ, στο οποίο ήρθε να προστεθεί ένα τμήμα του Πουατού, αν και αναφέρεται κυρίως στο σημερινό διαμέρισμα του Σαιν-Ζαν-ντ'Ανζελί που καλύπτει σχεδόν όλη την Χώρα των Κοιλάδων της Σαιντόνγκ.

Η Βόρεια Σαιντόνγκ είναι αυτή που έχει τις υψηλότερες κορυφές του νομού της Σαράντ-Μαριτίμ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

10 : η Σαιντόνγκ

Οι καταβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την μέση Παλαιολιθική περίοδο κιόλας, η Σαιντόνγκ κατοικείτο από Ανθρώπους του Νεάντερταλ, όπως το δείχνουν οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις κατά μήκος των κοιλάδων των παραποτάμων της Σαράντ, και ειδικότερα αυτήν όπου ανεβρέθηκε το απολίθωμα γνωστό και ως « Pierrette » στο Σαιν-Σεζαίρ.

Κατά την Νεολιθική περίοδο, η Σαιντόνγκ γνώρισε μια σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή μεγαλίθων, κυρίως ντολμέν στο Κονιάκ, το Σατωμπερνάρ, το Σαιν-Μπρις, κτλ. Ο πολιτισμός του Πε-Ρισάρ ήταν εγκατεστημένος στην περιοχή την χρονική περίοδο μεταξύ του 3200 και του 2200 π.Χ.

Οι Λίγυες εγκαταστάθηκαν στην Σαιντόνγκ κατά το 1800 π.Χ. και ίδρυσαν στο Μεσέρ ένα σημαντικό κέντρο επεξεργασίας μπρούντζου[7].

Σύμφωνα με τον θρύλο, οι σαιντονγκαί ήταν τρωική αποικία με τους τελευταίους να έρχονται έπειτα από την φυγή τους από το Ίλιον στις όχθες του Ξάνθη, απ'όπου προέρχεται και το σύνθημα της επαρχίας της Σαιντόνγκ : Xantones a Xantho nomina sancta tenent.

Γαλατική και γαλορωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γαλάτες έφτασαν στην περιοχή κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. προερχόμενοι από την Γερμανία. Ένας τάφος ο οποίος χρονολογείται από εκείνη την περίοδο ανακαλύφθηκε στο Μεσέρ, ενώ περιείχε έναν σκελετό ύψους 1,80 μέτρων[8].

Ο γαλατικός λαός των Σάντονων, η οποία ήταν εγκατεστημένη στην περιοχή μεταξύ Σαράντ και Ζιρόντ, έδωσε την ονομασία του στην μελλοντική επαρχία της Σαιντόνγκ, ενώ άφησε αρκετά ίχνη πίσω του. Ίχνη από τάφρους και ταφικούς κύκλους που χρονολογούνται από εκείνη την περίοδο ανακαλύφθηκαν στο Μπρεγιέ, το Μεντί, το Σαιν-Συλπίς-ντε-Ρουγιάν και το Μπελμόν, στην κοινότητα του Ρουαγιάν[9].

Κατά την περίοδο του Πολιτισμού Λα Τεν, οι Σάντονες οργανώθηκαν πολιτικά γύρω από το oppidum του Πον το οποίο έγινε « το oppidum των Σαντόνων της ανεξαρτησίας »[10]. Το δραστήριο αυτό εμπορικό και καλλιτεχνικό κέντρο ήταν επίσης και μια στρατηγική οχυρωμένη θέση[11] την οποία οι Ρωμαίοι κατέλαβαν με την προσάρτηση της ευρύτερης περιοχής το 58 π.Χ. και κυρίως μετά το 52 π.Χ., μετά και την ήττα στην Αλεζιά, όπου ο Γαλάτης αρχηγός Βερκιγγετόριξ ηττήθηκε.

Κατά την Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Σαιντόνγκ αποτέλεσε μια ιδιαιτέρως εύπορη civitas της ρωμαϊκής Γαλατίας. Η πρωτεύουσα της επαρχίας της Δεύτερης Ακουιτανίας επιλέχθηκε να είναι το Mediolanum Santonum, η σημερινή πόλη της Σαιντ, η οποία είχε, έτσι, την ευκαιρία να δει να λαμβάνουν χώρα σημαντικά έργα αστικοποίησης : αμφιθέατρο, θέρμες, γέφυρα επί της Σαράντ, δοξαστική αψίδα προς τον Γερμανικό (και όχι « θριάμβου ») που σήμανε τον ερχομό της via Agrippa, η οποία εκκινούσε από το Lugdunum (Λυών, πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Γαλατίας).

Ο Άγιος Ευτρόπιος, καταγόμενος από την Σαιντ, τον 3ο αιώνα, εκχριστιάνησε την περιοχή αυτή η οποία περιελάμβανε, επίσης, το Ωνί. Μαρτύρισε, με το έμβλημα της Σαιντόνγκ να αναπαριστά την μίτρα του, αυτή του πρώτου επισκόπου της Σαιντ, με τρεις κρίνους να την περικυκλώνουν, σε μπλε φόντο.

Η Σαιντ κατελήφθη διαδοχικά από τους Αλάνους, τους Βανδάλους στις αρχές του 4ου αιώνα και από τους Βησιγότθους το 419. Το 507, κατακτήθηκε από τον Χλωδοβίκο με το υπόλοιπο τμήμα της Ακουιτανίας και εντάχθηκε στο Regnum Francorum. Καθώς διαιρέθηκε σε αρκετά φέουδα, τα σημαντικότερα εξ αυτών ήταν αυτά της Σαιντ, του Σαιν-Ζαν-ντ'Ανζελί, του Ωλναί, του Κονιάκ, του Ζαρνάκ και του Ζονζάκ.

To 565, κάποιος Βάδων αναφέρεται ως κόμης της Σαιντόνγκ.

Κατά τον 10ο αιώνα, το Ωνί αποκόπηκε από την Σαιντόνγκ, με, πλέον, να εξαρτάται από τον ταξιάρχη του Πουατού ως το 1360.

Εκατονταετής Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαία της Σαιντόνγκ
Έμβλημα της Σαιντόνγκ

Κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, οι άρχοντες του Σατελαιγιόν διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην περιοχή, η οποία πέρασε υπό αγγλική κατοχή το 1152, μέσω του γάμου της Ελεονώρας της Ακουιτανίας με τον Ερρίκο Πλανταγενέτη. Ανακτήθηκε εν μέρει (δεξιά όχθη της Σαράντ) από τον Ιωάννη τον Ακτήμονα μεταξύ του 1204 και του 1210,

Την 1η Αυγούστου 1242, έπειτα από την διάσημη μάχη του Ταϊγεμπούρ, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ επέβαλε τους σκληρούς όρους της συνθήκης του Πον στον βασιλιά της Αγγλίας.

Το 1270, με τον θάνατο του Αλφόνσου του Πουατιέ, σύμφωνα με το σύμφωνο του Παρισιού του 1259, το νότιο τμήμα της Σαιντόνγκ το οποίο οριοθετείτο από την αριστερή όχθη της Σαράντ επιστράφηκε στον δούκα της Ακουιτανίας, βασιλιά της Αγγλίας. Το 1371, ανακαταλήφθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον Μπερτράν ντυ Γκεκλάν, και το 1375, επανενώθηκε επισήμως με το Βασίλειο της Γαλλίας υπό τον βασιλιά Κάρολο Ε΄. Ωστόσο, η συμβολική αυτή κίνηση δεν ήταν σε καμία περίπτωση αρκετή ώστε να βάλει μια τάξη στην αναρχία που επικρατούσε στην επαρχία (οι οποίες είχαν γεμίσει από συμμορίες ληστών, οι οποίοι ήταν γνωστοί και ως Γδάρτες) και στις συνεχείς ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Γάλλων και Αγγλο-Ακουιτανών, οι οποίες και συνεχίζονταν στα νότια της επαρχίας (πολιορκία του Μοντάντρ το 1402, κατάληψη του Μονγκιγιόν - πρελούδιο της κατάληψης της Γκιγιένης - το 1451, υπό την ηγεσία του Ζαν ντε Ντυνουά).

Θρησκευτικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1542 ως το 1549, γνώρισε σημαντικό αριθμό εξεγέρσεων ενάντια στην gabelle, μέχρις ότου εκδοθεί σχετικό έδικτο από τον Ερρίκο Β΄, βασιλιά της Γαλλίας.

Μετά την δεκαετία του 1550, οι ιδέες της Μεταρρύθμισης αναπτύχθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα και ο Προτεσταντισμός έγινε ιδιαίτερα δραστήριος στην ευρύτερη περιοχή, με την Λα Ροσέλ, στο γειτονικό Ωνί, να γίνεται μία από τις πρωτεύουσες και σημαντικότερες οχυρές θέσεις των Προτεσταντών. Η Συνθήκη Ειρήνης του Σαιν-Ζερμάν-αν-Λαι, η οποία υπεγράφη στις 8 Αυγούστου 1570, αναγνώριζε την Λα Ροσέλ ως μία από τις τέσσερις "ζώνες ασφαλείας" που παραχωρούνταν στους Προτεστάντες.

Οι δεκαετίες από το 1570 ως το 1590 σημαδεύτηκαν από τους αιματηρούς Θρησκευτικούς Πολέμους, και από το 1593 ως το 1595 έλαβε χώρα η πρώτη εξέγερση των Croquants.

Υπογεγραμμένο το 1598 από τον Ερρίκο Δ΄, βασιλιά της Γαλλίας, το Έδικτο της Νάντης απέφερε περίπου είκοσι χρόνια ειρήνης, έως το 1620. Το Σαιν-Ζαν-ντ'Ανζελί κατελήφθη το 1621, από τα στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΓ΄, βασιλιά της Γαλλίας, και το 1628, μετά την πολιορκία της Λα Ροσέλ, η Σαιντόνγκ υπήχθη εκ νέου με το Ωνί σε μια από κοινού επαρχία.

Το χρονικό διάστημα μεταξύ των δεκαετιών του 1630 και του 1650, ο Τριακονταετής Πόλεμος είχε καταστροφικές συνέπειες, ενώ ακολουθήθηκε από εξεγέρσεις χωρικών ενάντια στους νέους φόρους, από το 1629 ως το 1643: τους Croquants. Από το 1650 ως το 1653, η Σφενδόνη των Πριγκίπων είχε αντίκτυπο και στην Σαιντόνγκ, καθώς οδήγησε σε φτώχεια την επαρχία.

Η δεκαετία του 1660, βρήκε τους διωγμούς κατά των Προτεσταντών να ξεκινούν εκ νέου, με κατάληξη, το 1685, την Ανάκληση του Εδίκτου τη Νάντης, οι οποία είχε ως αποτέλεσμα την σταδιακή φυγή σημαντικού αριθμού Ουγενότων προς τον Νέο Κόσμο, και την άφιξη του Φενελόν, ο οποίος είχε ως αποστολή τον προσηλυτισμό των ντόπιων Προτεσταντών.

Επαναστατική και Ναπολεόντεια Περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το 1744, μασονικές στοές αγγλικού τύπου ιδρύθηκαν στη Σαιντ, το Ροσφόρ και την Λα Ροσέλ, ενώ το 1757 και το 1758, τα παράλια της περιοχής δέχτηκαν βρετανικές επιδρομές. Το έτος 1785 σημαδεύτηκε από τις φτωχές σοδειές και τον λοιμό που ακολούθησε, ενώ το έτος 1789 από μια σημαντική κρίση στον τομέα της γεωργίας.

Από το 1790 ως το 1794, η επαρχίες της Γαλλίας σημαδεύτηκαν από τις λαϊκές εξεγέρσεις, καθώς και την Τρομοκρατία (αντιφεουδαρχικές ταραχές, εξέγερση στην Βανδέα, βρετανικές απειλές). Το μεγαλύτερο τμήμα της επαρχίας ενσωματώθηκε στον νεοσυστηθέντα νομό της Σαράντ-Ανφεριέρ, με την Σαιντ ως έδρα, η οποία μεταφέρθηκε στην Λα Ροσέλ το 1810. Το ανατολικό τμήμα της επαρχίας, στα περίχωρα του Κονιάκ το οποίο είχε γίνει λάβει τον τίτλο υπονομαρχίας, ενσωματώθηκε στον νομό της Σαράντ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γαλλικά) 1451 - Conditions de la reddition de Montguyon (17) au comte de Dunois, pour le roi Charles VII, Histoire passion, 20 février 2010
  2. Xaintonge et Angoumois - Carte Blaeu - 1635
  3. Le type saintongeais, Maurice Bures, Le Croît Vif, 1991, Paris, ISBN 2-907967-05-3
  4. Le gabay - réédition du dictionnaire de l'Abbé Beloumeau - Magazine Xaintonge N°8 du Grand lexique du patois charentais - 2010
  5. La Saintonge par les cartes anciennes, site Histoire-Passion
  6. Le Royaume de France - Réédition des cartes des provinces du Royaume de Louis XIV remises à Colbert en 1664 - Édition René Malherbe - Epinay-sur-Seine - 1987
  7. R. Etienne, Bordeaux antique (t. I, Histoire de Bordeaux), Bordeaux, 1962, p 54.
  8. J.R. Colle, « Une découverte archéologique importante près de Royan », Bull. Off. Mun., Royan n°10, juil. 1968.
  9. J. Dassié, Manuel d'archéologie aérienne, Technip, Paris, 1973, p 243-250.
  10. Ouvrage collectif (sous la direction de Christine Bonneton), Encyclopédies Bonneton - La Charente-Maritime, Christine Bonneton éditeur, 2001, p.11
  11. Fouilles archéologiques à Pons

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Derœux, D. & Dufournier, D. 1991. Réflexions sur la diffusion de la céramique très decorée d’origine française en Europe du nord-ouest XIII-XIVe siècles, Archéologie médiévale 21, p. 163-77.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Histoire de la Saintonge της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Géographie de la Saintonge της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Συντεταγμένες: 45°45′00″N 0°38′00″W / 45.75°N 0.633333°W / 45.75; -0.633333