Ακουιτανική Γαλατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Rωμαϊκή Aυτοκρατορία την εποχή τού Αδριανού (κυβέρνησε 117-138), όπου εμφανίζεται, στη νοτιοδυτική Γαλατία, η αυτοκρατορική επαρχία της Ακουιτανικής Γαλατίας (Ακουιτανίας).

Η Ακουιτανική Γαλατία, λατιν.: Gallia Aquitania, [1] επίσης γνωστή ως Aquitaine ή Aquitaine Gaul, ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Βρίσκεται στη σημερινή νοτιοδυτική Γαλλία, όπου δίνει το όνομά της στη σύγχρονη περιοχή της Ακουιτανίας. Συνόρευε με τις επαρχίες: Λουγδουνική Γαλατία, Ναρβονική Γαλατία και Ταρρακωνησία (Ισπανία). [2]

Φυλές της Ακουιτανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεκατέσσερις κελτικές φυλές και πάνω από είκοσι φυλές των Ακουιτανών κατέλαβαν την περιοχή από τις βόρειες πλαγιές των Πυρηναίων στα νότια, μέχρι τον ποταμό Λίγηρα (Liger, νυν Loire) στα βόρεια. Οι μεγάλες φυλές αναφέρονται στο τέλος αυτής της ενότητας. [3] [4] Υπήρχαν περισσότερες από είκοσι φυλές Aκουιτανών, αλλά ήταν μικρές και υστερούσαν σε φήμη. Η πλειονότητα των φυλών ζούσε κατά μήκος του ωκεανού, ενώ οι άλλες έφτασαν στο εσωτερικό και στις κορυφές των βουνών Cemmenus, μέχρι τους Tεκτοσάγες.

Το όνομα Gallia Comata χρησιμοποιήθηκε συχνά για να δηλώσει τις τρεις επαρχίες της Πέραν Γαλατίας, δηλαδή. Gallia Lugdunensis, Gallia Belgica και Aquitania, που κυριολεκτικά σημαίνει "Γαλατία μακρυμαλλούσα", σε αντίθεση με την Gallia Bracata, δηλ. "Γαλατία βρακοφορούσα", όρος που προέρχεται από τις bracae ("βράκες, παντελόνια", η εγγενής ενδυμασία των βόρειων "βαρβάρων") για τη Gallia Narbonensis.

Το μεγαλύτερο μέρος της ακτής τού Ατλαντικού των Ακουιτανών ήταν αμμώδες και με λεπτό χώμα. Καλλιεργούσαν κεχρί, αλλά δεν ήταν παραγωγικό σε σχέση με άλλα προϊόντα. Κατά μήκος αυτής της ακτής βρισκόταν επίσης ο κόλπος, που κατείχαν οι Ταρβέλοι, όπου στη γη τους, τα χρυσωρυχεία ήταν άφθονα. Θα μπορούσαν να εξορυχθούν μεγάλες ποσότητες χρυσού με ελάχιστη επεξεργασία. Η εσωτερική και ορεινή χώρα σε αυτή την περιοχή είχε καλύτερο έδαφος. Οι Πετροκόροι και οι Bιτούριγες Κούβοι είχαν ωραία σιδηρουργεία· οι Καδούρκοι είχαν εργοστάσια λινών και οι Ρουτένοι και οι Γαβάλες είχαν ορυχεία αργύρου. 

Σύμφωνα με τον Στράβωνα, οι Aκουιτανοί ήταν πλούσιος λαός. Ο Λουέριος, ο βασιλιάς των Αρβέρνων και ο πατέρας τού Βιτούιτου, που πολέμησε εναντίον του Μάξιμου Αιμιλιανού και τού Δομήτιου, λέγεται ότι ήταν τόσο πλούσιος και υπερβολικός, που κάποτε περνούσε με μία άμαξα μέσα σε μία πεδιάδα, σκορπίζοντας εδώ και εκεί χρυσά και αργυρά νομίσματα. [3]

Οι Ρωμαίοι ονόμαζαν τις φυλετικές ομάδες pagi. Αυτές οργανώθηκαν σε μεγαλύτερες υπερ-φυλετικές ομάδες, που οι Ρωμαίοι ονόμαζαν civitates. Αυτές οι διοικητικές ομάδες λήφθησαν αργότερα από τους Ρωμαίους στο σύστημα τοπικού ελέγχου τους.

Η Ακουιτανία κατοικήθηκε από τις ακόλουθες φυλές: Aμβιλάτροι, Aναγνούτες, Aρβέρνοι, Aύσκοι, Bασαβοκάτες, Bελένδοι, Bερκοράτες, Bεργέροι, Bιτούριγες Κούβοι, Bιτούριγες Βιβίσκοι, Καρδούκοι, Καμβολέκτροι Αγεσινάτες, Καμπόνοι, Κονβέναι, Κοροσάτοι, Κονσοράνοι, Eλουσάτες, Γαβάλοι, Λασούνοι / Σασουμίνι, Λατουσάτες / Tαρουσάτες, Λεμόβικες, Moνέσοι, Νιτιόβρογες / Aντόβρογες, Oνοβρισάτες, Oσκιδιάτες ορέων, Oσκιδιάτες κάμπων, Πετροκόριοι, Πίκτονες, Πινδεδούνοι / Πινπεδούνοι, Ρουτένοι, Σαντόνες, Σεδιβονιάτες, Σενάτες, Σιβυλάτες, Σοτιάτες, Σουκάσες, Ταρβέλοι, Τορνάτες / Τορουάτες, Βασέοι, Βελάτες, Βελάβοι, Βενάμοι.

Ακουιτανική Γαλατία και Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γαλατία ως έθνος δεν ήταν μία φυσική μονάδα (ο Καίσαρας τη διαφοροποιούσε σε κανονικούς Γαλάτες (Κέλτες), Bέλγους και Aκουιτανούς). [5] Προκειμένου να προστατεύσει τη διαδρομή προς την Ισπανία, η Ρώμη βοήθησε τη Μασσαλία (νυν Μarseille) ενάντια στις συνοριακές φυλές. Μετά από αυτή την παρέμβαση, οι Ρωμαίοι κατέκτησαν αυτό, που ονόμασαν Επαρχία (Provincia) το 121 π.Χ. Η Provincia εκτεινόταν από τη Μεσόγειο έως τη λίμνη της Γενεύης, και αργότερα ήταν γνωστή ως Nαρβωνική με πρωτεύουσα τη Ναρβώνα. [2] Μέρος της περιοχής εμπίπτει στη σύγχρονη Προβηγκία (Provence), θυμίζοντας ακόμη το ρωμαϊκό όνομα.

Ο κύριος αγώνας (58–50 π.Χ.) ενάντια στους Ρωμαίους έλαβε χώρα εναντίον τού Ιουλίου Καίσαρα υπό τον Βερκιγγετόριγα στη μάχη της Γεργόβια (πόλη των Aρβέρνων) και στη μάχη της Aλεσίας (πόλη των Mανδουβίων). Ο Γαλάτης διοικητής αιχμαλωτίστηκε στην πολιορκία της Aλεσίας και ο πόλεμος τελείωσε. Ο Ι. Καίσαρας κατέλαβε την υπόλοιπη Γαλατία, δικαιολογώντας την κατάκτησή του ανακαλώντας τις ρωμαϊκές αναμνήσεις από άγριες επιθέσεις επάνω από τις Άλπεις από Κέλτες και Γερμανούς. Η Ιταλία έπρεπε τώρα να υπερασπιστεί από τον Ρήνο. [3]

Ο Ι. Καίσαρας ονόμασε Ακουιτανία την περιοχή σε σχήμα τριγώνου μεταξύ τού Ωκεανού, των Πυρηναίων και του ποταμού Γαρούνα (Garonne). Πολέμησε και τους υπέταξε σχεδόν ολοκληρωτικά το 56 π.Χ. μετά τα στρατιωτικά κατορθώματα τού Πόπλιου Κράσσου με τη βοήθεια Κελτικών συμμάχων. Νέες εξεγέρσεις ακολούθησαν ούτως ή άλλως μέχρι το 28-27 π.Χ., με τον Μ. Β. Αγρίππα να κερδίζει μία μεγάλη νίκη επί των Γαλατών της Ακουιτανίας το 38 π.Χ. Ήταν η μικρότερη περιοχή και από τις τρεις, που προαναφέρθηκαν. Μία επέκταση γης που εκτείνεται στον ποταμό Λίγηρα προστέθηκε από τον Aύγουστο, [6] μετά την απογραφή που πραγματοποιήθηκε το 27 π.Χ. με βάση τις παρατηρήσεις τού Αγρίππα για τη γλώσσα, τη φυλή και την κοινότητα, σύμφωνα με ορισμένες πηγές. [7] Σε εκείνο το σημείο, η Aκουιτανία έγινε αυτοκρατορική επαρχία και μαζί με τη Ναρβωνική, Λουγδουνική και Bελγική επαρχία, αποτελούσαν τη Γαλατία (Gallia). [8] Η Ακουιτανία βρισκόταν υπό τη διοίκηση ενός πρώην πραίτορα και δεν φιλοξενούσε λεγεώνες. [9]

Σηστέρτιος τού Αδριανού που βρέθηκε στον Γαρούνα, κοντά στο Bουρδίγαλα (Μπορντώ), από ναυάγιο τού 155/56 μ.Χ.

Περισσότερο από τον Καίσαρα, ο Στράβων επιμένει ότι οι αρχέγονοι Ακουιτανοί διαφέρουν από τους άλλους Γαλάτες, όχι μόνο στη γλώσσα τους, τους θεσμούς και τους διαφορετικούς νόμους («lingua, institutis, legibusque discrepantes»), αλλά και στη διάπλαση τού σώματος, θεωρώντας τους πιο κοντά με τους Ίβηρες. [10] Τα διοικητικά όρια που έθεσε ο Αύγουστος, που περιλάμβαναν και τις κατάλληλες κελτικές φυλές και την αρχέγονους Ακουιτανούς, παρέμειναν αναλλοίωτα μέχρι τη νέα διοικητική αναδιοργάνωση τού Διοκλητιανού (βλ. παρακάτω).

Οι Αρβέρνοι πολεμούσαν συχνά εναντίον των Ρωμαίων με διακόσιες έως τετρακόσιες χιλιάδες άνδρες. Διακόσιες χιλιάδες πολέμησαν εναντίον τού Κόιντου Φάβιου Μάξιμου Αλοβρογικού και τού Γναίου Δομίτιου Αηνόβαρβου. Οι Αρβέρνοι όχι μόνο είχαν επεκτείνει την αυτοκρατορία τους μέχρι τη Ναρβώνα και τα όρια του Μασσαλιωτών, αλλά ήταν επίσης κύριοι των φυλών μέχρι τα Πυρηναία, και μέχρι τον ωκεανό και τον Ρήνο (Rhenus).

Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι Βησιγότθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πρώιμη Ρωμαϊκή Γαλατία τελείωσε στα τέλη του 3ου αι. Οι εξωτερικές πιέσεις επιδείνωσαν τις εσωτερικές αδυναμίες και η παραμέληση των συνόρων τού Ρήνου είχε ως αποτέλεσμα βαρβαρικές εισβολές και έναν εμφύλιο πόλεμο. Για ένα διάστημα η Γαλατία, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας και της Βρετανίας, διοικούνταν από μία ξεχωριστή σειρά αυτοκρατόρων (ξεκινώντας από τον Πόστουμο). Ωστόσο δεν είχε γίνει ακόμη καμιά κίνηση για την απόκτηση της ανεξαρτησίας. Σε μία προσπάθεια να σώσει την Αυτοκρατορία, ο Διοκλητιανός αναδιοργάνωσε τις επαρχίες το 293, με την ίδρυση της επισκοπής Βιέν στα νότια της Γαλατίας, αποτελούμενη από την πρώην Ακουιτανική Γαλατία και Ναρβωνική Γαλατία. Ταυτόχρονα, η Aκουιτανία χωρίστηκε στην Ακουιτανία Πρώτη, με έδρα (πρωτεύουσα) το Avaricum Biturigum (Bourges), την Aκουιτανία Δευτέρα (βλέπε Burdigala, το μεταγενέστερο Μπορντώ) και την Aκουιτανία Τρίτη, πιο γνωστή ως Novempopulania («των εννέα λαών»), με την έδρα της στην Έλουσα (Eauze). Η Novempopulania προήλθε από τα όρια, που είχε θέσει ο Καίσαρας για την αρχική Aκουιτανία, η οποία είχε διατηρήσει κάποιο είδος ξεχωριστής αίσθησης ταυτότητας (η αποστολή τού Βέρου στη Ρώμη είχε στόχο να απαιτήσει μία ξεχωριστή επαρχία). Μετά από αυτή την αναδιάρθρωση, η Γαλατία απολάμβανε σταθερότητα και ενισχυμένο κύρος. [2] Μετά την εισβολή τού Ρήνου στις 31 Δεκεμβρίου 406 από 4 φυλές (Aλανοί, Σουήβοι, Aσδίγγοι και Σιλίγγοι Βάνδαλοι), τα γραφεία της γαλατικής νομαρχίας μεταφέρθηκαν από τους Τρεβήρους (Trier) στην Aρελάτη (Αrles), παρόλο που τα σύνορα του Ρήνου αποκαταστάθηκαν στη συνέχεια και ήταν υπό τον έλεγχο των Ρωμαίων μέχρι το 459 (οπότε η Κολωνία καταλήφθηκε από τους Φράγκους). Η ρωμαϊκή προσοχή είχε μετατοπιστεί στον νότο για να προσπαθήσει να ελέγξει τους εισβολείς και να τους κρατήσει από τη Μεσόγειο, μία πολιτική που απέτυχε, αφού οι Βάνδαλοι άρχισαν να παρενοχλούν τις ακτές από τις βάσεις τους στη νότια Ισπανία από τις αρχές του 420.

Στις αρχές του 5ου αι. στην Ακουιτανία εισέβαλαν οι Γερμανοί Βησιγότθοι. Ο Αυτοκράτορας Φλάβιος Ονώριος παραχώρησε γη στην Ακουιτανία στους Βησιγότθους. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, οι Βησιγότθοι έγιναν Ρωμαίοι υπόσπονδοι (foederati) και ο Φλ. Ονώριος ενήργησε για να τους ανταμείψει σύμφωνα με την αρχή της φιλοξενίας (hospitalitas) (δηλαδή το ρωμαϊκό νομικό πλαίσιο, βάσει τού οποίου οι πολίτες έπρεπε να παρέχουν καταλύματα σε στρατιώτες). [11] [12] Ωστόσο το 418 σχηματίστηκε ένα ανεξάρτητο Βησιγοτθικό βασίλειο από τμήματα της Novempopulania και της Aquitania Secunda. Το τέλος τού στρατηγού Φλ. Αέτιου (454) και η επιδείνωση της αδυναμίας εκ μέρους της δυτικής κυβέρνησης, δημιούργησαν ένα κενό εξουσίας. Κατά τις δεκαετίες τού 460 και τού 470, οι Βησιγότθοι καταπάτησαν το ρωμαϊκό έδαφος στα ανατολικά, και το 476, οι τελευταίες αυτοκρατορικές κτήσεις στα νότια της Ακουιτανίας, παραχωρήθηκαν στους Βησιγότθους. Το Βησιγοτθικό βασίλειο επεκτάθηκε αργότερα στα Πυρηναία και στην Ιβηρική Χερσόνησο.

Από το 602 σχηματίστηκε ένα ανεξάρτητο δουκάτο της Γασκωνίας (Wasconia), κάτω από μία Φράγκο-ρωμαϊκή ελίτ, στο πρώην βησιγοτθικό οχυρό της νοτιοδυτικής Ακουιτανίας (δηλαδή στην περιοχή γνωστή αργότερα ως Γασκώνη).

Γνωστοί κυβερνήτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Charlton T. Lewis and Charles Short (1879). "Aquitania". A Latin Dictionary. Perseus Digital Library, Tufts University.
  2. 2,0 2,1 2,2 John Frederick Drinkwater (1998). "Gaul (Transalpine)". The Oxford Companion to Classical Civilization. Ed. Simon Hornblower and Antony Spawforth. Oxford University Press. Oxford Reference Online.
  3. 3,0 3,1 3,2 Strabo: The Geography, The Aquitani.
  4. Pliny the Elder, Natural History, Bk. 4.
  5. Caesar, Commentaria de bello gallico, I 1
  6. Caro Baroja, Julio (1985). Los vascones y sus vecinos. San Sebastian: Editorial Txertoa. σελ. 129. ISBN 84-7148-136-7. 
  7. Matthew Bunson (1994). Encyclopedia of the Roman Empire. Facts on File, New York. p. 169.
  8. The Histories of Appian, The Civil Wars
  9. Livius.org, Provinces (Roman) Αρχειοθετήθηκε 2016-12-26 στο Wayback Machine..
  10. Caro Baroja, Julio (1985). Los vascones y sus vecinos. San Sebastian: Editorial Txertoa. σελ. 127. ISBN 84-7148-136-7. 
  11. P. Heather. (1996). The Goths, Blackwell Publishers, Oxford.
  12. H. Sivan. (1987). "On Foederati, Hospitalitas, and the Settlement of the Goths in AD 418", American Journal of Philology 108 (4), 759-772.
  13. Unless otherwise stated, the names of the governors from 69 to 138 are taken from Werner Eck, "Jahres- und Provinzialfasten der senatorischen Statthalter von 69/70 bis 138/139", Chiron, 12 (1982), pp. 281-362; 13 (1983), pp. 147-237
  14. 14,0 14,1 Ronald Syme, "A Lost Legate of Aquitania", Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik, 79 (1988), pp. 181-187
  15. Unless otherwise stated, the names of the proconsular governors from 141 to 177 are taken from Géza Alföldy, Konsulat und Senatorenstand unter der Antoninen (Bonn: Rudolf Habelt Verlag, 1977), pp. 252f
  16. Paul Leunissen, Konsuln und Konsulare in der Zeit von Commodus bis Severus Alexander (Amsterdam: J.C. Gieben, 1989), pp. 204f
  17. 17,0 17,1 Leunissen, Konsuln und Konsulare, p. 283