Σφενδόνη (εξέγερση)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη στο προάστιο Σαιν Αντουάν, κάτω από τα τείχη της Βαστίλης, ανωνύμου, ανάκτορο Βερσαλλιών, 17ος αιώνας

Η Σφενδόνη (La Fronde) ήταν μια σειρά εξεγέρσεων στη Γαλλία μεταξύ 1648 και 1653, που έλαβαν χώρα εν μέσω του Γαλλο-ισπανικού πολέμου, που είχε αρχίσει το 1635. Ο βασιλική εξουσία αντιμετώπισε τις συνδυασμένες εξεγέρσεις των πριγκίπων, των ευγενών, των Παρλαμέντων[1] και της πλειοψηφίας του γαλλικού λαού αλλά κατάφερε να τις εξουδετερώσει.

Πρόκειται για δύο εξεγέρσεις, πρώτη η Σφενδόνη του Παρλαμέντου και δεύτερη αυτή των Πριγκίπων.[2] Η χρονική στιγμή της εκδήλωσης της πρώτης εξέγερσης της Σφενδόνης, αμέσως μετά τη συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) που έληξε τον Τριακονταετή Πόλεμο, ήταν σημαντική. Αυτή η περίοδος εξεγέρσεων σηματοδοτεί μια βίαιη αντίδραση στην άνοδο της μοναρχικής εξουσίας στη Γαλλία που άρχισε από τον Ερρίκο Δ΄, συνεχίστηκε από τον Λουδοβίκο ΙΓ΄ και ενισχύθηκε από τον πρωθυπουργό του τελευταίου, καρδινάλιο Ρισελιέ και τον διάδοχό του καρδινάλιο Μαζαρίνο. Ο καρδινάλιος Μαζαρίνος, πρωθυπουργός επί αντιβασιλείας και συνεχιστής της πολιτικής του Ρισελιέ, είχε πρωταρχικό ρόλο στην κρίση και τελικά κατάφερε να επιβληθεί.

Η Σφενδόνη άρχισε στις 15 Ιουνίου 1648 με την ανακοίνωση των 27 άρθρων του Παρλαμέντου και τελείωσε στις 3 Αυγούστου 1653 με την υποταγή της πόλης του Μπορντώ.

Αντιπροσώπευε την τελική προσπάθεια της γαλλικής αριστοκρατίας να αναμετρηθεί με τον βασιλιά, προσπάθεια η οποία απέτυχε. Μακροπρόθεσμα, η Σφενδόνη εξυπηρέτησε την ενίσχυση της βασιλικής εξουσίας αλλά εξασθένησε την οικονομία. Επίσης, διευκόλυνε την εμφάνιση της απόλυτης μοναρχίας.[3]

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εξεγέρσεις έλαβαν το όνομα Σφενδόνη επειδή τα πλήθη χρησιμοποιούσαν σφεντόνες με πέτρες και έσπαζαν τα παράθυρα των υποστηρικτών του καρδινάλιου-υπουργού Μαζαρίνου.[2]

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και η μητέρα του Άννα η Αυστριακή, περ. 1639

Όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ έγινε βασιλιάς το 1643 ήταν ακόμη παιδί και την αντιβασιλεία ανέλαβε η μητέρα του Άννα η Αυστριακή, που επέλεξε για πρωθυπουργό τον καρδινάλιο Μαζαρίνο. Αυτός συνέχισε την πολιτική του Ρισελιέ που είχε πεθάνει το προηγούμενο έτος, πολιτική που είχε στόχο την αποδυνάμωση των ευγενών, τον περιορισμό των εξουσιών των Παρλαμέντων και την πορεία προς την απόλυτη μοναρχία και κατόρθωσε να αφήσει το βασίλειο, με το θάνατό του το 1661, ισχυρότερο παρά ποτέ.

Κατά την περίοδο της αντιβασιλείας της Άννας της Αυστριακής, μετά το θάνατο του Ρισελιέ το 1642 και του Λουδοβίκου ΙΓ΄ το 1643, η βασιλική εξουσία αποδυναμώθηκε από μια δύσκολη οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση λόγω των εισφορών που ήταν αναγκαίες για την τροφοδότηση του Τριακονταετούς Πολέμου καθώς και από το πνεύμα εκδίκησης των ευγενών που είχαν υποταχθεί κάτω από την αποφασιστικότητα του Ρισελιέ.

Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι η μεταγενέστερη επιμονή του Λουδοβίκου στην απολυταρχική εξουσία και η στέρηση πραγματικής εξουσίας της αριστοκρατίας που επέβαλε, ήταν αποτέλεσμα αυτών των βίαιων γεγονότων που έζησε στην παιδική του ηλικία. [4]

Οι αιτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποδοχή του Μεγάλου Κοντέ στις Βερσαλλίες μετά το τέλος της εξορίας του, Jean-Léon Gérôme

Τρεις ήταν οι αιτίες των εξεγέρσεων :

Η αυξανόμενη πίεση από τη βασιλική φορολογία

Η Σφενδόνη γεννήθηκε από μια γενική δυσαρέσκεια που είχε προκληθεί από την οικονομική κρίση και την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης για την κάλυψη των δαπανών του Τριακονταετούς Πολέμου. Καθώς η αριστοκρατία αρνήθηκε να φορολογηθεί, υπερασπιζόμενη τις παλιές ελευθερίες και τα προνόμιά της, το βάρος έπεσε πάνω στην αστική τάξη.[5]

Η αμφισβήτηση των προνομίων του Παρλαμέντου

Τα Παρλαμέντα, 14 σε όλη τη Γαλλία, είχαν καθορισμένα δικαιώματα. Ειδικότερα, το Παρλαμέντο του Παρισιού είχε το δικαίωμα να περιορίζει την εξουσία του βασιλιά αρνούμενο να επικυρώνει διατάγματα αντίθετα με τα έως τότε ισχύοντα. Με τις ενέργειες του Μαζαρίνου θίχτηκαν προνόμια και ελευθερίες που υπήρχαν από την ίδρυσή τους. Επίσης, είχε καθήκον να προστατέψει την ανεξαρτησία των δικαστών όταν συνελήφθησαν μέλη του.[6]

Η πρόθεση της βασιλική εξουσίας να κυβερνήσει μόνη της στα πλαίσια μιας απόλυτης μοναρχίας

Την εποχή της ανηλικιότητας του Λουδοβίκου ΙΔ΄, οι ευγενείς δεν αποδέχονταν την ιδέα ότι η δύναμη βρίσκεται στα χέρια του καρδινάλιου Μαζαρίνου. Από το πρώτο έτος της αντιβασιλείας, ο καρδινάλιος αντιμετώπισε μια Συνωμοσία των Ισχυρών, που επιχείρησαν να τον ανατρέψουν και να αναστρέψουν τις πολιτικές του καθώς και του προκατόχου του καρδινάλιου Ρισελιέ (1624-1642) που είχαν αποδυναμώσει τους ευγενείς, και φυλάκισε τον δούκα του Μποφόρ. Ο παριζιάνικος λαός εξέφρασε την αποστροφή του στον καρδινάλιο σε όλη τη διάρκεια των εξεγέρσεων με λιβελογραφήματα, τις μαζαρινάδες.

Η Σφενδόνη του Παρλαμέντου (Μάιος 1648-Απρίλιος 1649)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρόεδρος του Παρλαμέντου Μολέ με τους εξεγερμένους, πίνακας του François-André Vincent

Τον Μάιο του 1648 το Παρλαμέντο του Παρισιού δεν ενέκρινε τους νέους φόρους που ήθελε να επιβάλει ο Μαζαρίνος, οι οποίοι έπλητταν κυρίως τους αστούς και την έγγειο ιδιοκτησία. Το Παρλαμέντο, σε μια προσπάθεια να εδραιώσει την πολιτική του δύναμη ώστε να είναι σε θέση να θέτει συνταγματικούς περιορισμούς στην αυθαιρεσία του βασιλιά, συγκάλεσε συνέλευση των Παρλαμέντων[1]. Συνετάχθη τότε μια «χάρτα», που αποτελούνταν από 27 άρθρα, ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν άρθρα για την απαγόρευση επιβολής νέων φόρων χωρίς τη συγκατάθεση του Παρλαμέντου καθώς και άρθρο για τις αυθαίρετες συλλήψεις. Η κυβέρνηση, σε δύσκολη θέση λόγω του πολέμου με την Ισπανία, δέχθηκε αρχικά πολλά από αυτά τα άρθρα, λίγο αργότερα όμως και μετά από μια νίκη στο πολεμικό μέτωπο, συνέλαβε τρία μέλη του Παρλαμέντου, γεγονός που προκάλεσε εξέγερση του λαού του Παρισιού που βγήκε στα οδοφράγματα και έτσι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τους ελευθερώσει. Η βασιλική οικογένεια διέφυγε στη Ρυέιγ.

Τον Ιανουάριο 1649 η σύγκρουση εντάθηκε. Τα βασιλικά στρατεύματα απέκλεισαν το Παρίσι αλλά το Παρλαμέντο δεν παραδόθηκε. Καθώς η κυβέρνηση έπρεπε να αντιμετωπίσει τον πόλεμο στο εξωτερικό και εξεγέρσεις στην επαρχία, διαπραγματεύτηκε την Ειρήνη της Ρυέιγ τον Απρίλιο του 1649, με την οποία επικυρώθηκαν οι παραχωρήσεις στο Παρλαμέντο, αμνηστεύθηκαν οι στασιαστές και η εξέγερση έληξε.

Η Σφενδόνη των Πριγκίπων (Ιανουάριος 1650-Σεπτέμβριος 1653)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκαστόν της Γαλλίας, πίνακας του Antoine van Dyck

Σ' αυτή τη δεύτερη εξέγερση το κυρίαρχο πνεύμα είναι οι συνωμοσίες και η αλλαγή στρατοπέδου των πρωταγωνιστών.

Απέναντι στην κυβέρνηση αντιτάχθηκε η βασιλική οικογένεια και πολλοί δυσαρεστημένοι ευγενείς, που αρκετοί από αυτούς έγιναν ηγέτες της Σφενδόνης.[2] Ο Γκαστόν της Γαλλίας, θείος του βασιλιά, δεν έκρυβε την αντίθεσή του στον Μαζαρίνο, όπως επίσης και η κόρη του, η Αν-Μαρί-Λουίζ ντ'Ορλεάν, η Μεγάλη Δεσποινίς. Ο Μεγάλος Κοντέ, εξάδελφος του βασιλιά, o ο οποίος κατά την πρώτη εξέγερση ήταν με το μέρος του βασιλιά, ο αδελφός του Αρμάν ντε Μπουρμπόν-Κοντί και η αδελφή τους η δούκισσα ντε Λονγκεβίλ που ήλπιζαν να εισέλθουν στο συμβούλιο της αντιβασιλείας. Επίσης ο Ερρίκος ντε Λα Τουρ ντ΄Ωβέρν και ο Ζαν-Φρανσουά Πωλ ντε Γκοντί, μελλοντικός καρδινάλιος του Ρετς, που ήταν θαυμάσιος συγγραφέας αλλά πολύ φιλόδοξος και ήθελε να διαδραματίσει ηγετικό πολιτικό ρόλο.

Οι ευγενείς προσπάθησαν να επιβάλουν τον έλεγχο στη μοναρχία και να αναβιώσουν τα φεουδαλικά τους προνόμια. Η αφορμή για το ξέσπασμα των ταραχών ήταν η σύλληψη του Μεγάλου Κοντέ, του αδελφού του Αρμάν ντε Μπουρμπόν-Κοντί και του γαμπρού τους δούκα του Λονγκεβίλ τον Ιανουάριο του 1650. Ξέσπασαν τότε ταραχές στις επαρχίες και στο Παρίσι, ο πρώτος πόλεμος των Πριγκίπων. Οι υποστηρικτές του Κοντέ, προσπάθησαν να συμμαχήσουν με την «Παλαιά Σφενδόνη» και απαιτούσαν την απελευθέρωση των κρατούμενων και την παραίτηση του Μαζαρίνου, ο οποίος αναγκάστηκε να φύγει στη Μπρυλ το 1651, αφού ελευθέρωσε τους τρεις πρίγκιπες και ο Κοντέ κυριάρχησε για λίγο.

Η Άννα η Αυστριακή όμως, παίρνοντας με το μέρος της την Παλαιά Σφενδόνη, διέταξε να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του Κοντέ και έτσι άρχισε πάλι ο εμφύλιος πόλεμος, ο δεύτερος πόλεμος των πριγκίπων.Τον Απρίλιο του 1652 ο Κοντέ, με τη βοήθεια των Ισπανών, μπήκε στο Παρίσι. Η επέμβαση των Ισπανών τρόμαξε όσους διατηρούσαν ακόμα κάποιο πατριωτισμό και ευθυκρισία. Το Παρλαμέντο, αγανακτισμένο από τη συμμαχία με τους Ισπανούς, συνθηκολόγησε με την Αυλή.[6] Στις μάχες με τα βασιλικά στρατεύματα ο Κοντέ βρέθηκε στα πρόθυρα της οριστικής ήττας, έχασε την υποστήριξη των αστών του Παρισιού και, αντιμέτωπος με τη γενική αντίδραση, αναγκάστηκε να διαφύγει στην Ολλανδία για να σωθεί.

Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄, ενήλικος πλέον, εισήλθε θριαμβευτικά στο Παρίσι και εγκαταστάθηκε στο Λούβρο. Λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψε και ο Μαζαρίνος. Οι εξεγέρσεις της Σφενδόνης έληξαν με την καθαρή νίκη του Μαζαρίνου, που συνεχίζοντας απερίσπαστος πλέον την πολιτική του ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το θεσμό της απόλυτης μοναρχίας και την κεντρική εξουσία. Πολλοί ευγενείς εξορίσθηκαν και απαγορεύθηκε στο Παρλαμέντο κάθε ανάμιξη στη βασιλική διοίκηση.

Αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα από τα πλαίσια μιας απλής νίκης, η επίδραση της επικράτησης των βασιλικών δυνάμεων ήταν σημαντική γιατί κατέδειξε την ιδιοτέλεια των ευγενών και του Παρλαμέντου και πλέον αυτές οι δύο ομάδες δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν αντίβαρο στη βασιλική εξουσία. Η ενίσχυση της βασιλικής εξουσίας συνεχίστηκε και εγκαθιδρύθηκε το καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Η Σφενδόνη τελικά παρείχε ένα κίνητρο για την εγκαθίδρυση του βασιλικού απολυταρχισμού, αφού οι ταραχές κηλίδωσαν την φεουδαλική έννοια της ελευθερίας.[5]

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Το Παρλαμέντο στη Γαλλία ήταν ανώτατο Δικαστήριο επί παλαιού καθεστώτος (Ancien Régime), πριν τη Γαλλική επανάσταση, και υπήρχαν 14 σε όλη τη Γαλλία με κυριότερο αυτό του Παρισιού.
  2. 2,0 2,1 2,2 Αυτό το άρθρο περιλαμβάνει αποσπάσματα από τη δημοσίευση: Atkinson, Charles Francis (1911) The Fronde; this article was originally copied from Atkinson.
  3. A. Lloyd Moote, The revolt of the judges: the Parlement of Paris and the Fronde, 1643-1652 (1972)
  4. Nina R. Gelbart, "'Frondeur' Journalism in the 1770s: Theater Criticism and Radical Politics in the Prerevolutionary French Press." Eighteenth Century Studies (1984): 493-514. in JSTOR
  5. 5,0 5,1 Moote, The Revolt of the Judges (1972).
  6. 6,0 6,1 Αντρέ Μωρουά Η ιστορία της Γαλλίας τομ. 1 σελ 195