Σίγρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Σίγρι Λέσβου)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°12′45″N 25°51′14″E / 39.21250°N 25.85389°E / 39.21250; 25.85389

Σίγρι
Πόλη
Σίγρι
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λέσβου
Πληθυσμός 333 Κάτοικοι (2011)
Πολιούχος Άγιος Θεόδωρος

Το Σίγρι είναι χωριό της Λέσβου που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νησιού, 94 χιλιόμετρα από την Μυτιλήνη. Σήμερα αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του νέου Δήμου Λέσβου ενώ παλαιότερα ανήκε στον Δήμο Ερεσσού - Αντίσσης. Ο πληθυσμός του είναι 333 κάτοικοι (απογραφή 2011). Στο Σίγρι βρίσκεται το απολιθωμένο δάσος, το οποίο ανήκει στο Παγκόσμιο δίκτυο γεωπάρκων της UNESCO.

Η παρουσία των νησίδων Νησιώπη και Σεδούσα μπροστά από το χωριό δημιουργούν ένα φυσικό λιμάνι.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία Σίγρι πιθανότατα[1] προέρχεται από το ιταλικό Siguro[2], το οποίο σημαίνει ασφαλές, δηλαδή ασφαλές λιμάνι. Οι Ρωμαίοι το θεωρούσαν ασφαλές από τις συνεχόμενες επιδρομές των Πειρατών. Στις μέρες μας επικράτησε το Σιγούριον και κατόπιν η επίσημη ονομασία , η οποία είναι Σίγριον.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη[3] γραπτή αναφορά του χωριού γίνεται από τον Στράβωνα, δεν είναι όμως εξακριβωμένο πότε δημιουργήθηκε οικισμός στην περιοχή. Μετά τον 14ο αιώνα εντοπίζεται οργανωμένη κοινότητα , η οποία όμως κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω των πολλών επιθέσεων από πειρατές ερημώθηκε αρκετές φορές. Το 1667 το Σίγρι λεηλατήθηκε από τον πειρατή Georgio Maria Vitali. Το 1757 ο Σουλεϊμάν Πασά κατασκεύασε[3] κάστρο, το οποίο διατηρείται μέχρι και σήμερα. Πιθανολογείται ότι στο ίδιο σημείο υπήρχε οχυρωματικό έργο των Γατελούζων. Την ίδια εποχή λειτουργούσε[3] υδραγωγείο, Τζαμί, σχολείο, χαμάμ καθώς και αγωγός που μετέφερε το νερό από παρακείμενη πηγή. Το 1789 το κάστρο διέθετε[4] φρουρά εκατό ανδρών που είχαν στην διάθεσή τους διακόσια κανόνια. Το 1823 οι Ψαριανοί επιχείρησαν επιδρομή κατά του χωριού, μετά όμως την αποχώρησή τους οι Οθωμανοί προχώρησαν σε διώξεις[5] του χριστιανικού πληθυσμού. Κατά το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας το Σίγρι κατοικείτο[3] από Τούρκους ενώ Έλληνες εγκαταστάθηκαν μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα.

Με την απελευθέρωση το 1912 παύει το κάστρο να υφίσταται ως Τουρκικό στρατόπεδο και περνάει στα χέρια των συμμάχων, οπού και το χρησιμοποιούν ως βάση ανεφοδιασμού κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Αργότερα με την ανταλλαγή πληθυσμών οι Τούρκοι κάτοικοι εγκαταλείπουν το Σίγρι και εγκαθίσταντο[6] σε αυτό έλληνες πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Κυρίως εγκαταστάθηκαν κάτοικοι από το χωριό Χουχλιά[6] (σήμερα Tuzla) στο νησί Πασαλιμάνι στη θάλασσα του Μαρμαρά, την Τένεδο[6] και την Φώκαια[6] και λιγότερο[6] από την περιοχή της Σμύρνης, την Πάναρμο και την Αρτάκη και την Κωνσταντινούπολη ή άλλες περιοχές. Οι πρόσφυγες κάτοικοι έχουν παράδοση στη ναυτιλία και την αλιεία και τα εμπορικά πλοία των Σιγριανών οργώνουν το Αιγαίο μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε καταρρέουν οι μικρές αυτές επιχειρήσεις. Την περίοδο 1950 - 1960 αρκετοί κάτοικοι μεταναστεύουν στην περιοχή των Αθηνών, αλλά και σε Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά.

Τον Ιούνιο του 1959 επισκέφθηκε το Σίγρι με το σκάφος του εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρντ ο τιμημένος με Νόμπελ λογοτεχνίας, Αλμπέρ Καμύ. Ο Καμύ, γοητευμένος από το τοπίο και συγκλονισμένος από τους ανθρώπους, δήλωσε[7]: «Αργότερα, όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και το μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στο βυθό. Εδώ θέλω να ‘ρθω να ζήσω και να εργαστώ. Είναι ο τόπος των θεών!».

Μεγαλονήσι Σιγρίου Λέσβου - Νισιώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μεγαλονήσι είναι νησίδα στα δυτικά της Λέσβου, στο Σίγρι. Είναι περισσότερο γνωστό και ως Νησιώπη, αλλά και ως Μεγανήσι (σπανιότερα) και είναι η μεγαλύτερη σε έκταση νησίδα της Λέσβου. Έχει μακρόστενο σχήμα (σαν καράβι), με μήκος 2,57 χλμ. Μέγιστο πλάτος έχει 500 μέτρα και ελάχιστο 100 μέτρα. Το βόρειο άκρο της κλείνει τον κόλπο του Σιγρίου, δημιουργώντας ένα μεγάλο φυσικό λιμάνι στο οποίο αγκυροβολούν πλοία που διέρχονται το Αιγαίο και διαπερνούν τον Βόσπορο: "Ούτος είναι ο μόνος λιμήν ον οι ναυτιλόμενοι απαντώσιν από της Άνδρου μέχρις της Τενέδου" (Στράβων). Το έδαφός της είναι ηφαιστιογενές. Καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση από φρύγανα - κυρίως αστιβή. Λίγα αρμυρίκια φυτεύτηκαν τη δεκαετία του 1970. Παλιότερα, νοικιάζονταν ως βοσκότοπος, ενώ οι φαροφύλακες που έμεναν στο Φάρο καλλιεργούσαν κηπευτικά. Στη Νησιώπη υπήρχαν πάντοτε πολλά αγριοκούνελα. Πριν από λίγα χρόνια, μια επιδημία μείωσε επικίνδυνα τον πληθυσμό τους. Η Νησιώπη είναι δημόσιος και επισκέψιμος χώρος. Στα νοτιοανατολικά της νησίδας υπάρχει μια ωραία παραλία, κατάλληλη για μπάνιο.

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι του Σιγρίου ασχολούνται με την αλιεία, την ναυτιλία, την κτηνοτροφία και τον τουρισμό καθώς το ιδιαίτερο ηφαιστειακό τοπίο της περιοχής, μαζί με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και το απολιθωμένο δάσος, αλλά και οι παραλίες αυτής αποτελούν πόλο έλξης για τους τουρίστες. Στο χωριό επίσης, εκτός από το κάστρο, το οποίο διατηρείται σε καλή κατάσταση, υπάρχει το Τζαμί, που από το 1923 λειτουργεί ως εκκλησία, καθώς και τα ερείπια της δεξαμενής και του Χαμάμ. Στην ευρύτερη περιοχή βρίκσεται η Ιερά Μονή Υψηλού προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Το χωριό διαθέτει μαρίνα και λιμάνι, το οποίο συνδέεται[8] ακτοπλοικώς την θερινή περίοδο με την Θεσσαλονίκη και την Καβάλα.

Απολιθωμένο Δάσος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απολιθωμένος κορμός δένδρου

Το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και σπανιότερα σε παγκόσμια κλίμακα μνημεία της γεωλογικής κληρονομιάς. Δημιουργήθηκε πριν από 20 περίπου εκατομμύρια χρόνια, όταν ηφαιστειακά υλικά κάλυψαν και απολίθωσαν το δάσος που κάλυπτε τότε την περιοχή. Η Ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζοντας την μεγάλη περιβαλλοντική, γεωλογική και παλαιοντολογική αξία του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, το ανακήρυξε «Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης» (ΠΔ 443/1985).

Οι πρώτες αναφορές για το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα. Από τότε το Απολιθωμένο Δάσος κίνησε το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών και μελετητών. Οι επιστήμονες που μελέτησαν το Απολιθωμένο Δάσος αναφέρονται με θαυμασμό στη μοναδικότητά του και στη μεγάλη επιστημονική του αξία που διατηρήθηκε σε άριστη κατάσταση ως τις μέρες μας.

Η δημιουργία του Απολιθωμένου Δάσους συνδέεται με την έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα στο χώρο του Βορείου Αιγαίου πριν από 20 περίπου εκατομμύρια χρόνια. Η μεγάλη συχνότητα των απολιθωμένων κορμών που διατηρούνται όρθιοι και με το ριζικό τους σύστημα σε πλήρη ανάπτυξη, αποδεικνύει ότι τα δέντρα απολιθώθηκαν στη φυσική τους θέση και δεν έχουν μεταφερθεί στη θέση που τα βρίσκουμε σήμερα. Πρόκειται δηλαδή για ένα αυτόχθονο απολιθωμένο δάσος.

Σήμερα από την φυσική διάβρωση των ηφαιστειακών πετρωμάτων αποκαλύπτονται εντυπωσιακοί ιστάμενοι και κατακείμενοι κορμοί δένδρων που φτάνουν σε μήκος ως και τα είκοσι μέτρα ενώ η διάμετρος των απολιθωμένων κορμών πλησιάζει τα τρία μέτρα. Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερης επιστημονικής αξίας ευρήματα έρχονται επίσης στο φως και από τις συστηματικές ανασκαφές που πραγματοποιεί το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου στην ευρύτερη περιοχή.

Το Απολιθωμένο Δάσος αποκαλύπτει πληροφορίες για τη σύνθεση της Παλαιοχλωρίδας (σημαντικό δείκτη των κλιματικών και περιβαλλοντικών συνθηκών καθώς και των μεταβολών τους), και ταυτόχρονα αποτελεί ένα μοναδικό βιβλίο στο οποίο καταγράφεται όλη η γεωλογική ιστορία της λεκάνης του Αιγαίου τα τελευταία 20 εκατομμύρια χρόνια.

Τα ευρήματα στην περιοχή του Απολιθωμένου Δάσους  αποκαλύπτουν ότι η περιοχή αποτελούσε τμήμα ενός μεικτού δάσους κωνοφόρων και αγγειόσπερμων δένδρων, ένδειξη ότι η χλωρίδα της περιοχής είχε εξελιχθεί σημαντικά. Τα κωνοφόρα αντιπροσωπεύονται από γένη των οικογενειών Ταξοδιίδες, Πρωτοπευκίδες, Πευκίδες και Κυπαρισσίδες. Στα αγγειόσπερμα ανήκουν αρκετά από τα απολιθωμένα είδη που έχουν προσδιορισθεί, όπως δένδρα Κανέλλας, Δάφνης, Λεύκης, Καρυδιάς, Οξιάς, Σκλήθρου, Πλάτανου, Σφένδαμου, πολλά είδη Δρυός (Βαλανιδιάς) κ.ά. Ιδιαίτερης σημασίας ευρήματα είναι τα απολιθώματα φοινικόδενδρων, αφού αποτελούν την πρώτη καταγραφή ιστάμενων απολιθωμένων φοινίκων. Η σύνθεση της απολιθωμένης χλωρίδας δείχνει ότι το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου αναπτύχθηκε σε υποτροπικό κλίμα.

Προγραμματική σύμβαση με το Υ.ΠΕ.Κ.Α.

Στις 21 Απριλίου 2012 υπογράφηκε η προγραμματική σύμβαση μεταξύ του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου και του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου για την ανάληψη δράσεων διαχείρισης, προστασίας και ανάδειξης της προστατευόμενης περιοχής Δυτική Χερσόνησος Λέσβου – Απολιθωμένο Δάσος του Εθνικού Καταλόγου του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000.

Στους κύριους στόχους της προγραμματικής σύμβασης για την προστατευόμενη περιοχή Δυτική Χερσόνησος Λέσβου – Απολιθωμένο Δάσος περιλαμβάνεται η υλοποίηση προγραμμάτων δράσεων για:

την προώθηση της προστασίας και διατήρησης της βιοποικιλότητας, της φύσης και του τοπίου, ώστε να διασφαλίζονται οι φυσικές διεργασίες, η αποδοτικότητα των φυσικών πόρων, η ισορροπία και η εξέλιξη των οικοσυστημάτων, καθώς και η ποικιλομορφία, η ιδιαιτερότητα ή η μοναδικότητα των συνιστωσών τους, με παράλληλη παροχή στο κοινό δυνατοτήτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και φυσιολατρικών δραστηριοτήτων

την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των τοπικών αρχών, των κατοίκων και των επισκεπτών της περιοχής για την φυσική κληρονομιά, τις οικολογικές αξίες και λειτουργίες της περιοχής καθώς και τις αναγκαίες ενέργειες για την διαφύλαξη τους, την ανάδειξη της περιοχής και την αξιοποίηση της μέσω δράσεων συμβατών με την αεϊφόρο ανάπτυξή της.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χιώτης Αντώνης, Σίγρι, Μύθος, ιστορία και όνειρο, Σίγρι 2000, σελ. 105
  2. Τσίκνας Ιωάννης, Σίγρι το σίγουρο λιμάνι, Σίγρι 2008, σελ.23
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Χιώτης Αντώνης, Σίγρι, Μύθος, ιστορία και όνειρο, Σίγρι 2000, σελ. 9 -15
  4. "Καλοκαιρινό οδηγός 2010", διμηνιαία εφημερίδα "Το Σίγρι σήμερα", σελ.1
  5. Χιώτης Αντώνης, Σίγρι, Μύθος, ιστορία και όνειρο, Σίγρι 2000, σελ. 17
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 Χιώτης Αντώνης, Σίγρι, Μύθος, ιστορία και όνειρο, Σίγρι 2000, σελ. 21
  7. Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Αλμπερ Καμυ, εκδόσεις Ερασμια
  8. Ακτοπλοική σύνδεση, από την ιστοσελίδα seatickets.gr

Πηγές-Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]