Πέτρα Λέσβου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°10′35″N 25°19′27″E / 39.1764°N 25.3242°E / 39.1764; 25.3242

Πέτρα Λέσβου

Η Πέτρα βρίσκεται στη βόρεια Λέσβο
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λέσβου
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός Λέσβου
Πληθυσμός 1108
Τηλ. κωδ. 22530

Η Πέτρα είναι ένας μεγάλος οικισμός στα βόρεια παράλια της Λέσβου με πληθυσμό των 1.246 κατ. (2001) και είναι η πρώην έδρα του Δήμου Πέτρας. Στην Πέτρα από πλευράς μαθητικής εκπαίδευσης υπάρχει Δημοτικό, Γυμνάσιο και Γενικό Λύκειο. Από την Πέτρα κατάγονται οι νομομαθείς Νεοκλής Καζάζης, Νικόλαος Ελευθεριάδης και ο δημοτικιστής Κίμων Μιχαηλίδης. Η Πέτρα είχε αξιόλογη πνευματική κίνηση στη γενιά του 1930, στη λεγόμενη Λεσβιακή Άνοιξη, με τους Θρασύβουλο Σταύρου, Δημήτριο Σταύρου και τη σύζυγό του Τατιάνα, Ορέστη Κανέλλη, Τάκη Ελευθεριάδη και άλλους. Από την Πέτρα κατάγεται ο επίσκοπος Μηθύμνης (1831-1842) Ιάκωβος Β' (Ιωάννης Παλαιολόγος), ο μεγάλος ευεργέτης Δημοσθένης Ραπτέλλης (1904-1970), η ζωγράφος Νίκη Ελευθεριάδη, η ψυχολόγος και συγγραφέας Ελευθερία (Λίμπυ) Τατά, μητέρα του σκηνοθέτη Νικολάι Αρσέλ, κά.

Τουρισμός-Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία του οικισμού στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, καθώς πλήθη τουριστών συρρέουν κάθε καλοκαίρι στην Πέτρα για την όμορφη και μεγάλη παραλία της και τα αξιοθέατα της. Κύριο αξιοθέατο της Πέτρας δεν είναι άλλο απ΄τον ναό της Παναγίας Γλυκοφιλούσας που δεσπόζει πάνω σ΄έναν βράχο (εξ' ου και το όνομα Πέτρα) με τα 114 σκαλοπάτια του στο κέντρο του οικισμού. Σύμφωνα με έναν τοπικό μύθο, η Παναγία έκανε το θαύμα της κατά την κατασκευή του ναού. Συγκεκριμένα, μια μέρα κατά την περάτωση του ιερού, ένας ντόπιος κάτοικος θέλησε να δροσίσει τους εργάτες στην σκαλωσιά και τους ανέβαζε νερό από τα αδιαμορφοποίητα ακόμα τοτε σκαλοπάτια. Λίγο πριν πατήσει στο κεφαλόσκαλο, παραπάτησε και άρχισε να πέφτει στο κενό. Εκεί λοιπόν που όλοι είχαν παγώσει, αναμένοντας να ακούσουν τον επιθανάτιο ρόγχο του άτυχου ανθρώπου, αυτός ξεπρόβαλλε και πάλι στα σκαλοπάτια, κρατώντας τον δίσκο με τα ποτήρια του νερού, δίχως να έχει πάθει την ελάχιστη αμυχή...

Αξιοθέατα αποτελούν επίσης ο Ναός του Αγίου Νικολάου και το αρχοντικό της Βαλερτζίδαινας.

Ιστορία[1]

Η γειτνίαση της Μήθυμνας, της σπουδαιότερης (ύστερα απ' τη Μυτιλήνη) πόλης - κράτους της λεσβιακής αρχαιότητας, επισκιάζει την ιστορικότητα της Πέτρας, στην περιοχή της οποίας, ωστόσο, η ανθρώπινη παρουσία έχει ένα παρελθόν εξίσου μακρινό. Ιστοριοδίφες και αρχαιολόγοι έχουν επισημάνει αρχαιολογικά ίχνη χρονολογούμενα από την κλασική αρχαιότητα ως την παλαιοχριστιανική εποχή και τον πρώιμο Μεσαίωνα. Τα περισσότερα απ’ αυτά ανάγονται στην ελληνιστική περίοδο (4ος - 1ος αι. π. Χ.). Ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η κοιλάδα του Λυγώνα, βορειοανατολικά του κάμπου της Πέτρας.

Η ιστορία της σύγχρονης Πέτρας συνδέεται – όπως δηλώνει το όνομά της – με τον ύψους 27 μέτρων βράχο, γύρω από τον οποίο συγκροτήθηκε ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο πρωταρχικός πυρήνας του οικισμού. Έχει υποστηριχθεί ότι οι οικιστές της Πέτρας ήταν Μηθυμναίοι, που αποφάσισαν να μετακινηθούν σε πιο γόνιμα και ευχάριστα κοντινά μέρη επωφελούμενοι από τις επικρατούσες την εποχή εκείνη συνθήκες ασφαλείας.

Σ’ όλη τη διάρκεια της πρωτοβυζαντινής περιόδου (αρχές 4ου – αρχές 7ου αι.) η Πέτρα αναπτύχθηκε αρκετά. Οι τρεις παλαιοχριστιανικές βασιλικές που έχουν αποκαλυφθεί στην ευρύτερη περιοχή, δείχνουν ότι στη θέση της σημερινής κωμόπολης βρισκόταν το οικιστικό κέντρο μιας περιφέρειας με τρεις ή τέσσερις κώμες. Σύμφωνα με τον Ι. Κοντή, ο θαυμάσιος κόλπος της θα συμπλήρωνε το λιμάνι της Μήθυμνας που ήταν στενόχωρο για την εμπορική εξυπηρέτηση της περιοχής.

Όμως κατά τους μεσοβυζαντινούς και υστεροβυζαντινούς χρόνους (7ος - 15ος αι.) επικράτησαν συνθήκες ανασφάλειας (πολλές πειρατικές επιδρομές), που υποχρέωσαν τους κατοίκους να μετακινηθούν σε ασφαλέστερες θέσεις του εσωτερικού και κυρίως προς την κρημνώδη και καλά οχυρωμένη Μήθυμνα. Έτσι η Πέτρα εισήλθε σε μακροχρόνια παρακμή, η οποία όμως ουδέποτε προκάλεσε την ερήμωσή της. Αντίθετα, η μεγάλη σημασία της θέσης της και κυρίως του λιμανιού της, επέβαλαν την αμυντική ενίσχυσή της με την ανέγερση ενός υποτυπώδους έστω οχυρού.  Πρώτη μνεία του «κάστρου της Πέτρας» γίνεται στα 1422, αλλά η κατασκευή του πρέπει να ήταν πολύ παλαιότερη, ίσως του 12ου αιώνα. Την ίδια εποχή τοποθετείται και η ανέγερση χριστιανικού καθιδρύματος στην κορυφή του βράχου. Οι εκτιμήσεις των ειδικών συγκλίνουν στο ότι ιερό και οχυρό αποτέλεσαν εξ αρχής μια ενότητα και υπήρξαν αρχαιότερα της οθωμανικής κατάκτησης (1462). Με αφετηρία λοιπόν τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους (4ος αι.) - κατά  τους οποίους πιθανότατα έγινε η σύστασή του - και τέρμα την εποχή μας, ο οικισμός της Πέτρας έχει ήδη διανύσει έναν ιστορικό βίο 17 αιώνων. 

Η ύπαρξη φρουρίου πάνω στον "βράχο της Παναγίας" κατά την εκατονταετία της ηγεμονίας των Gattilusi, είλκυσε την προσοχή χαρτογράφων και περιηγητών. Συγκεκριμένα, ο Buondelmonti (α΄ μισό 15ου αιώνα), κατατάσσει το Castel Petra πέμπτο στη σειρά, σε μια νοητή γραμμή απ’ τον κόλπο Γέρας ως τον Μόλυβο. Δεν παραλείπει, εξάλλου, να αναφερθεί στο νησάκι (isola Petra) που κλείνει απ’ τα ΒΔ τον όρμο της Πέτρας. Το μεσαιωνικό Castel Petra περιλαμβανόταν, επομένως, στις απαραίτητες για την άμυνα των βορειοδυτικών ακτών της Λέσβου οχυρώσεις. Οι ηγεμόνες Gattilusi θα φρόντισαν οπωσδήποτε για τη συντήρησή του, όπως μαρτυρεί και η εύρεση του ακρωτηριασμένου οικοσήμου τους πάνω στον βράχο.

Η οθωμανική κυριαρχία στη Λέσβο ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1462 και μαζί της κι η εγκατάσταση μουσουλμάνων στους τότε υπάρχοντες οικισμούς. Ο αριθμός τους, περιορισμένος αρχικά, αυξήθηκε κατά την περίοδο της μακράς οικονομικής κρίσης του 17ου αιώνα, λόγω προσηλυτισμών. Στην Πέτρα, ωστόσο, εν αντιθέσει προς τον Μόλυβο και τους μικρούς γειτονικούς οικισμούς Χιλιοπηγάδα και Πετρί, οι μουσουλμάνοι ήταν και παρέμειναν ολιγάριθμοι.

Το λιμάνι του οικισμού αξιολογήθηκε κι απ’ τους νέους κυριάρχους ως σημαντικό ναυτικό αγκυροβόλιο. Πρώτη μνεία γίνεται από τον ναύαρχο Piri Reis (1520-26), ο οποίος μάλιστα εφιστά την προσοχή σχετικά με τον επικίνδυνο για τα πλοία ύφαλο, γνωστό σήμερα ως "ξέρα".

Ένα τέτοιο αγκυροβόλιο όμως ήταν επόμενο να ελκύσει και το ενδιαφέρον των πειρατών. Ο 17ος αιώνας, εξάλλου, χαρακτηρίστηκε από έξαρση της πειρατείας, γεγονός που είχε ολέθριες συνέπειες για όλους τους παραλιακούς οικισμούς της Λέσβου. Η Πέτρα, μάλιστα, εκτεθειμένη ανέκαθεν σε ληστρικές εφορμήσεις από τη θάλασσα, είχε την ατυχία να υποστεί την καταστροφικότερη επιδρομή από τους οκτακόσιους άντρες του διαβόητου γάλλου πειρατή Ούγου ντε Κρεβελιέ, τη 12η Μαρτίου 1676. Η σημαντική λεία σε πολύτιμα μέταλλα που απεκόμισαν οι πειρατές - μαζί με 500 πετρανούς σκλάβους, τους οποίους αργότερα απέλυσαν - υποδηλώνει αξιοσημείωτη συσσώρευση πλούτου σε πρώιμη σχετικά εποχή και παρά τη χρόνια οικονομική κρίση. Την αρπακτική μανία του Κρεβελιέ διέφυγαν οι θησαυροί του Ιερού Ναού της Παναγίας, η μη σύληση του οποίου αποδόθηκε στο χριστιανικό του δόγμα.

Οι συνέπειες της επιδρομής του Κρεβελιέ ήταν αισθητές ακόμα στις αρχές του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με υπέρτιτλο χαρακτικού στο έργο του J. P. De Tournefort, ο οποίος πέρασε απ’ το χωριό το 1701, η Πέτρα ήταν «μια φτωχή πόλη στο νησί της Μυτιλήνης»!

Η ανάκαμψη ξεκίνησε από τα μέσα του 18ου αιώνα. Οι ευρωπαίοι περιηγητές της εποχής δίνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη σταδιακή δημογραφική και οικονομική ανάκαμψη της Λέσβου συνολικά. Η εμπορική κίνηση στην Πέτρα και στον Μόλυβο δεν περνά απαρατήρητη. Ο R. Pococke π.χ. μιλά για  «μεγάλα καράβια» που καταπλέουν στα λιμάνια των δύο χωριών «για να φορτώσουν λάδι». Η πληροφορία αυτή, που δεν είναι μοναδική, δείχνει ότι η αγροτική παραγωγή στην Πέτρα -όπως και σ’ ολόκληρο το νησί- είχε ήδη αρχίσει (υπό την πίεση της ευρωπαϊκής αγοράς) να προσανατολίζεται στη μονοκαλλιέργεια της ελιάς.

Μετά την υπογραφή της ρωσοτουρκικής Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες για την οικονομική άνοδο των υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικών χωρών, ιδιαίτερα δε των νησιών του Αρχιπελάγους. Απελευθέρωση των εξαγωγών, σύνδεση με τις ξένες αγορές, συσσώρευση κερδών και συνακόλουθος μετασχηματισμός της κοινωνίας δίνουν το στίγμα της νέας εποχής. Στο πλαίσιο αυτό τοποθετούνται και οι εξελίξεις στη Λέσβο.

Η κοινωνική διαφοροποίηση στην Πέτρα γίνεται αισθητή στην εκπνοή του 18ου αιώνα, με τον σχηματισμό ενός "ημιαστικού" κοινωνικού στρώματος, που θα επιβληθεί στην οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή. Η ανέγερση του "αρχοντικού της Βαρελτζίδαινας", αντιπροσωπευτικού δείγματος αστικής αρχιτεκτονικής, τοποθετείται σ' αυτήν ακριβώς την εποχή. Το μέγεθος, η ποιότητα της κατασκευής και η διακόσμηση, φανερώνουν οικονομική άνεση και εκλεπτυσμένο γούστο.

Στην αυγή του 19ου αιώνα και μετά την πρόσκαιρη αστάθεια που προκάλεσε στο νησί ο αντίκτυπος των γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης, η Πέτρα και η Λέσβος ολόκληρη είναι έτοιμες να εισέλθουν σε μια περίοδο ανεπανάληπτης ακμής.

Ένας δείκτης μεταβολής των συνθηκών ζωής είναι οι δημογραφικές εξελίξεις στην Πέτρα από το 1840 ως το 1909. Σύμφωνα μ' αυτές, ο χριστιανικός πληθυσμός εμφανίζεται σταθερά αυξανόμενος, ενώ ο ούτως ή άλλως περιορισμένος αριθμητικά τουρκικός, δείχνει στάσιμος ή περαιτέρω συρρικνούμενος. Οι χριστιανικές εστίες από 142 το 1840, θα φτάσουν τις 220 στα 1909, ενώ οι μουσουλμανικές από 25 σταθεροποιούνται τελικά στις 10 (ποσοστό 4,7%).

Η κοινωνική και οικονομική πρόοδος του 19ου αιώνα συμβαδίζει με την ευδοκίμηση των εκπαιδευτικών πραγμάτων. Πιθανότατα κατά την αρχιερατεία του Μητροπολίτη Μηθύμνης Ιακώβου Παλαιολόγου (1831–1842) ιδρύθηκε αλληλοδιδακτικό σχολείο αρρένων στην Πέτρα. Πριν από το 1850 λειτούργησε "Ελληνική Σχολή", η οποία αναβαθμίστηκε σε "εξάτακτον Αστική Σχολή" προτού εκπνεύσει ο 19ος αιώνας, ενώ το 1873 συστάθηκε και Παρθεναγωγείο. Οι ντόπιοι μουσουλμάνοι απέκτησαν το δικό τους σχολείο στα μέσα της δεκαετίας του 1880.

Η ανάπτυξη ολοκλήρου του νησιού και της Πέτρας μαζί ανασχέθηκε πρόσκαιρα από μεγάλες θεομηνίες, οι οποίες επέφεραν εκτεταμένες καταστροφές. Ωστόσο, κατά τη γνώμη ορισμένων μελετητών, σχεδόν όλες μακροπρόθεσμα είχαν θετικές επιπτώσεις.

Στα 1850 (11 - 12 Ιανουαρίου) ο ισχυρός παγετός που ενέσκηψε στο νησί, προκάλεσε το "κάψιμο των ελιών". Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της θεομηνίας αυτής παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον:  στον πρωτογενή τομέα π.χ. οι ελαιώνες ανανεώθηκαν ενώ το φαινόμενο της επέκτασής τους εντάθηκε, με αποτέλεσμα η μονοκαλλιέργεια να επιβληθεί παντού. Στην περιοχή της Πέτρας επιταχύνθηκε η εκχέρσωση παλιών αμπελώνων και η εμφύτευση ελαιοδέντρων. Σταδιακά, ως το τέλος του αιώνα, η ελαιοκομία θα κυριαρχήσει στο αγροτικό τοπίο της περιοχής. Στα μετέπειτα χρόνια το λάδι θα αποτελέσει το κύριο εισόδημα των κατοίκων της Πέτρας και της Λέσβου ολόκληρης.

Απεναντίας, ο ισοπεδωτικός σεισμός της 23ης Φεβρουαρίου 1867 θεωρήθηκε μονάχα ως φορέας καταστροφής, "χωρίς κανένα έστω κι απώτερο ευνοϊκό αποτέλεσμα". Η Πέτρα ανήκει στους οικισμούς της κεντροανατολικής περιφέρειας του νησιού που επλήγησαν ιδιαίτερα από τη μανία του Εγκέλαδου (αναφέρεται "πλήρης καταστροφή" και 14 θύματα). Ωστόσο, παρόλη τη συμφορά και τη διεκτραγώδησή της από τους συγχρόνους, το όφελος που προέκυψε ήταν η βελτίωση των τεχνικών δόμησης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η διαφοροποίηση του αρχιτεκτονικού ρυθμού όσων κατοικιών χτίστηκαν στην Πέτρα μετά το 1867. Οι εύποροι Πετρανοί αποκλίνουν εφεξής προς δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα αισθητικής ανεγείροντας νεοκλασικίζουσες κατοικίες, ενώ ο παραδοσιακός "δυτικομακεδονικός" τύπος σταδιακά απαξιώνεται.

Ο δεύτερος μεγάλος σεισμός του 19ου αιώνα, τον Οκτώβριο του 1889, έπληξε ιδιαίτερα το δυτικό τμήμα του νησιού, εκείνο δηλ. που η δόνηση του 1867 είχε αφήσει σχετικά αλώβητο. Παρόλα αυτά, ζημίες -μικρότερης κλίμακας- υπήρξαν και στη Στύψη, τον Μόλυβο και την Πέτρα.

Δυό χρόνια πριν από τον μεγάλο σεισμό του 1867, η Πέτρα υπέστη την τελευταία ληστρική επιδρομή της ιστορίας της. Τη νύχτα της Καθαράς Δευτέρας προς Τρίτη, 15-16 Φεβρουαρίου του 1865, Τουρκαλβανοί ληστές εισόρμησαν στον περίβολο του Ναού της Παναγίας και, αφού απέσπασαν με τη βία το κλειδί από τη μοναχή Μελάνη, εισήλθαν στην Εκκλησία και την απογύμνωσαν από οτιδήποτε πολύτιμο υπήρχε σε χρυσό, ασήμι και μετάξι. Σύμφωνα με την παράδοση, από θαύμα διασώθηκαν η αργυρή επένδυση της μεγάλης εικόνας της Θεοτόκου, το αργυρό Θυμιατήριο του 1667 και το Άγιο Ποτήριο του 1742.

Ως τα μέσα του 19ου αιώνα, η κοινωνία της Πέτρας είχε αποκτήσει την τυπική διάρθρωση των "αστικών" κοινοτήτων της λεσβιακής υπαίθρου. Η οικονομία βασιζόταν στην ελαιοπαραγωγή. Στον τομέα ειδικότερα, της μεταποίησης το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα εμφανίστηκαν τα πρώτα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, ενώ εκ παραλλήλου λειτούργησαν και σαπωνοποιεία. Στα 1908 υπήρχαν στην Πέτρα έξι μεταποιητικές μονάδες (τρία ελαιοτριβεία και τρία σαπωνοποιεία). Το εμπόριο της Πέτρας διεξαγόταν κυρίως με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Το Αδραμύττιο, το Αϊβαλί, η Σμύρνη, αλλά και η Κωνσταντινούπολη, είναι τα αστικά κέντρα που προσείλκυαν το ενδιαφέρον των πετρανών επιχειρηματιών.

Η απελευθέρωση της Πέτρας

Η απαλλαγή της Λέσβου από την οθωμανική κυριαρχία είναι ένα μονάχα επεισόδιο του νικηφόρου Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, που ξέσπασε την 5η Οκτωβρίου 1912. Μετά από ένα μήνα, τα ξημερώματα της 8ης Νοεμβρίου, δεκατρία πλοία του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον Παύλο Κουντουριώτη αγκυροβόλησαν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Οι οθωμανικές αρχές παρέδωσαν την πόλη στον έλληνα ναύαρχο, αλλά ο στρατός υποχώρησε και οχυρώθηκε στο εσωτερικό του νησιού.

Στις 9 Νοεμβρίου το ελληνικό τορπιλοβόλο αριθμ. 14 κατέπλευσε στην Πέτρα και διαβεβαίωσε τους κατοίκους ότι θα παρέμενε μέχρι την έλευση του στρατού ξηράς. Τότε αρκετοί Πετρανοί εκδήλωσαν τα πατριωτικά τους αισθήματα επισκεπτόμενοι το πλοίο και κομίζοντας δώρα στο πλήρωμα. Όμως το απόγευμα της ίδιας μέρας το τορπιλοβόλο πήρε σήμα να ενταχθεί στη μοίρα των ευδρόμων και αναχώρησε αφήνοντας απροστάτευτους τους χριστιανούς κατοίκους. Οι Τούρκοι χωροφύλακες και άτακτοι, που είχαν προσωρινά αποσυρθεί στην Αγία Μαρίνα, ξαναγύρισαν κι άρχισαν τις συλλήψεις. Μεταξύ των συλληφθέντων συγκαταλεγόταν και ο Ελευθέριος Τατάς, που κατακρεουργήθηκε στο δρόμο για τον Κλαπάδο.

Οι ξυλοδαρμοί, οι λεηλασίες καταστημάτων και οικιών, οι απαγωγές και οι δολοφονίες αθώων πολιτών συνεχίστηκαν ως και την 4η Δεκεμβρίου. Στην Πέτρα και στην ευρύτερη περιοχή κανένας χριστιανός δεν αισθανόταν ασφαλής. Βασίλευε ο τρόμος και η αγωνία.

Εν τω μεταξύ ο ελληνικός στρατός της Μυτιλήνης, ενισχυμένος από δύναμη 1.600 ανδρών και πυροβολικό, αποφάσισε την ανάληψη δράσης για την εκκαθάριση του νησιού από τα τουρκικά στρατεύματα που είχαν, ωστόσο, προλάβει να συγκεντρωθούν και να οχυρωθούν στον Κλαπάδο, ένα αποκλειστικά μουσουλμανικό χωριό βορείως της Καλλονής.

Τον ίδιο καιρό η τρομοκρατία στην Πέτρα εντάθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή σχέδιο εμπρησμού της κωμοπόλεως. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, αποτεφρώθηκαν 34 κτήρια, ενώ αρκετά άλλα υπέστησαν ζημίες. Τελικά, το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου με την κάλυψη ελληνικών πυροβόλων κι ενώ άρχιζε η μάχη του Κλαπάδου, χίλιοι περίπου χριστιανοί πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο στο οπλιταγωγό υπερωκεάνειο "Αθήναι", ένα από τα πλοία της μοίρας που είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Πέτρας.

Οι Πετρανοί επέστρεψαν στο χωριό τους μόνο μετά τη συνθηκολόγηση του τουρκικού στρατού του Κλαπάδου, η οποία υπογράφηκε το Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 1912, στις 11 π.μ.. Είχε περάσει ακριβώς ένας μήνας από τη μέρα που ο ελληνικός στόλος κατέπλευσε στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Η υπαγωγή και της Πέτρας υπό ελληνική διοίκηση επισημοποιήθηκε την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου, όταν κατέφτασε στρατιωτικό άγημα επί της κανονιοφόρου "Άκτιον".

Η Πέτρα είχε πληρώσει ωστόσο, βαρύτατο τίμημα για την απελευθέρωσή της. Πέντε πολίτες είχαν φονευθεί και αρκετοί άλλοι είχαν τραυματιστεί. Η αποτίμηση της ολικής ζημιάς πυρκαϊών, λεηλασιών και ληστειών έφτανε, σύμφωνα με το γαλλικό προξενείο Μυτιλήνης, τα 500 με 600 χιλιάδες φράγκα.

Η Πέτρα από το 1912 ως τη δεκαετία του 1950.

Υπό ελληνική διοίκηση πλέον και σε μια ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή, η Λέσβος και ειδικότερα η Πέτρα, δέχτηκαν τον αντίκτυπο όλων των γεγονότων που σφράγισαν την κρίσιμη δεκαετία 1912 – 1922 (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εθνικός Διχασμός, Μικρασιατική Εκστρατεία & Καταστροφή).

Στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914) η Τουρκία εξαπέλυσε τον λεγόμενο "πρώτο διωγμό" εις βάρος των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στο έδαφός της. Από την Άνοιξη του 1914 άρχισαν να καταφτάνουν αθρόοι στη Λέσβο μικρασιάτες πρόσφυγες και να διασκορπίζονται στους οικισμούς του νησιού. Το 1916 υπολογίζεται ότι στην Πέτρα, το Πετρί και τη Χιλιοπηγάδα ήταν εγκατεστημένες 196 προσφυγικές οικογένειες.

Λόγω του συνωστισμού προκλήθηκε χρόνια επισιτιστική κρίση και δεν άργησαν να εκδηλωθούν επιδημίες. Στην Πέτρα τα κοινοτικά συμβούλια κατέβαλαν αγωνιώδεις προσπάθειες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, λαμβάνοντας έκτακτα μέτρα, συστήνοντας ειδικές επιτροπές και απευθύνοντας εκκλήσεις για βοήθεια στην κεντρική διοίκηση.

Εν τω μεταξύ, η επικράτηση των βενιζελικών στο νησί και η κυριαρχία των στόλων της Αντάντ στο Αιγαίο προσέδεσαν τελικά τη Λέσβο στο βενιζελικό "Κράτος της Θεσσαλονίκης". Ήδη πριν από την άφιξη του Βενιζέλου στη Μυτιλήνη (Σεπτ. 1916) είχαν αρχίσει συλλήψεις αντιφρονούντων από αγγλογαλλικά στρατεύματα. Μια τέτοια σύλληψη, από γαλλικό απόσπασμα, μαρτυρείται και στην Πέτρα (Ιούλιος 1916).

Το άδοξο τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας και η μεγάλη οριστική έξοδος του μικρασιατικού ελληνισμού θα φέρουν στη Λέσβο 50-60 χιλιάδες πρόσφυγες. Στην Πέτρα, όπως κι αλλού, επιτάχθηκαν σπίτια για τη στέγασή τους και συγκροτήθηκε επιτροπή υπεύθυνη για τη διατροφή και την περίθαλψή τους. Για όσους πρόσφυγες παρέμειναν τελικά στο χωριό, διατέθηκαν κατοικίες στην Αγία Μαρίνα και αργότερα στον "Συνοικισμό", η ίδρυση του οποίου οφειλόταν σ’ αυτές ακριβώς τις έκτακτες περιστάσεις. Το φθινόπωρο του 1923, οι ελάχιστοι μουσουλμάνοι που ζούσαν ακόμα στην Πέτρα πήραν το δρόμο για την Ανατολία.

Στα 1924 συστάθηκε η "Ένωσις Προσφύγων Πέτρας" (Ε.Π.Π.). Κύριο έργο της ήταν η καταγραφή όσων ακινήτων (αγροτικών ή αστικών) ανήκαν σε μουσουλμάνους της Πέτρας και των γύρω οικισμών (Χιλιοπηγάδα, Πετρί και Λαφιώνα) προκειμένου, ως ανταλλάξιμα, να δοθούν σε ακτήμονες πρόσφυγες.

Η  Ε.Π.Π. ενήργησε με ζήλο και μεθοδικότητα, καταγράφοντας όλα τα απαιτούμενα στοιχεία σε ειδικό κατάστιχο, το οποίο συνιστά πολύτιμη ιστορική πηγή και φυλάσσεται σήμερα στο Αρχείο της πρώην Κοινότητος Πέτρας. Πρώην μουσουλμανικές ιδιοκτησίες (3.300 στρεμμάτων), διανεμήθηκαν όχι μόνον στους πρόσφυγες, αλλά και σε γηγενείς. Έτσι κάποιοι Πετρανοί αγρότες (ακτήμονες ή μικροκληρούχοι) διεύρυναν την περιουσιακή τους βάση. Η εξέλιξη αυτή μετέβαλε εν μέρει το γαιοκτητικό καθεστώς επ’ ωφελεία της αγροτικής τάξης.

Τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησαν τα Κοινοτικά Συμβούλια της Πέτρας κατά τη μεσοπολεμική περίοδο ήταν:

α) η εξεύρεση πόρων για την εξυπηρέτηση τακτικών και εκτάκτων αναγκών,

β) ο ηλεκτροφωτισμός της Κοινότητας,

γ) η επισκευή και πλακόστρωση του εσωτερικού οδικού δικτύου,

δ) η ανέγερση νέου διδακτηρίου και η εξεύρεση στέγης για το Ημιγυμνάσιο,

ε) η εφαρμογή μέτρων κοινωνικής προνοίας και υγιεινής.

Στη συνεδρίαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 1926, υπό την προεδρία του Αποστόλου Λουκίδη, εγκρίθηκε η εγκατάσταση «ηλεκτροφωτισμού των οδών». Επρόκειτο όντως για μια σπουδαία απόφαση που έφερε την Πέτρα, για άλλη μια φορά, στην πρωτοπορία των εξελίξεων. Το γεγονός προσέλαβε και συμβολική σημασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ανάδοχος του ηλεκτροφωτισμού, Παντελής Ελευθεριάδης, διαφήμισε την επιχειρηματική του πρωτοβουλία διανέμοντας έντυπο υλικό στο οποίο είχε αναγραφεί η παροιμιώδης ρήση του Γκαίτε: "ΦΩΣ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΦΩΣ !"

Γενικώς, η 9ετής προεδρία του Αποστόλου Λουκίδη (1922 – 1931), ανθρώπου αδιάφθορου και αφοσιωμένου στην υπηρεσία των κοινών, υπήρξε ιδιαίτερα ευδόκιμη για τον οικισμό.

Η τοπική κοινωνία διατήρησε κατά το Μεσοπόλεμο την παραδοσιακή της διάρθωση. Ανανεώθηκε μάλιστα με την ενσωμάτωση των προσφύγων, κάποιοι απ’ τους οποίους μετάγγισαν "νέο αίμα" στην παλιά "ημιαστική" τάξη.

Στις δεκαετίες του 1920 και 1930 η κοινωνική ζωή στην Πέτρα εμφανίζει αξιοπρόσεκτη ποικιλία και δυναμική, ιδίως τα καλοκαίρια. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η σύσταση του "Εθνικού και Τουριστικού Σωματείου Ένωσις", της Λέσχης "Ένωσις" (1920), ή απλώς "Λέσχης", που θα εξελιχθεί στο προσφιλές εντευκτήριο των κυρίων, των κυριών και των δεσποινίδων της εύπορης τάξης. Στεγάστηκε στον όροφο κοινοτικού κτηρίου της πλατείας, που δεν υφίσταται σήμερα. Υπήρξε χώρος αναψυχής, καθημερινής κοινωνικής συναναστροφής, αλλά και φορέας διοργάνωσης ποικίλων πολιτιστικών εκδηλώσεων (διαλέξεων, θεατρικών παραστάσεων, αθλητικών συναντήσεων). Βασικός σκοπός της ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων ανάπτυξης του τουρισμού.

Αξιομνημόνευτα γεγονότα του Μεσοπολέμου ήταν:

α) η με θαυμαστό –όπως πιστεύεται– τρόπο ανεύρεση της εικόνας της Αγίας Παρασκευής από τη Χρυσώ Τατά, οι λεπτομέρειες της οποίας διατηρήθηκαν επί μακρόν στη μνήμη των περισσότερων Πετρανών,

β) η επίσκεψη του πρίγκηπα - διαδόχου Παύλου (Ιούλιος 1936),

γ) ο φόνος της Ανδρομάχης Τερζοπούλου και της υπηρέτριάς της (Φεβρ. 1940) από ντόπιους άνδρες, οι οποίοι εισέβαλαν στο σπίτι της με σκοπό την κλοπή.

Κατά τη διακυβέρνηση της χώρας από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, τα εκλεγμένα κοινοτικά συμβούλια αντικαταστάθηκαν το 1938, από "διοικούσες επιτροπές" με διορισμένα μέλη. Η διοικούσα επιτροπή της Πέτρας ήταν τριμελής. Στο πλαίσιο εξάλλου, του προγράμματος στρατιωτικοποίησης της νεολαίας ιδρύθηκε τοπική οργάνωση της Ε.Ο.Ν. (1938).

Η εμπλοκή της Γερμανίας στον ελληνοϊταλικό πόλεμο που άρχισε τον Οκτώβριο του 1940 προκάλεσε, όπως είναι γνωστό, την κατάρρευση του μετώπου και τη σταδιακή κατάληψη της χώρας απ' τις δυνάμεις του Άξονα. Σύμφωνα με τα σχέδια διανομής της ελληνικής επικράτειας, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου περιλαμβάνονταν στη γερμανική ζώνη κατοχής. Έτσι, το πρωί της 4ης Μαΐου άρχισε η απόβαση γερμανικών δυνάμεων της 50ης Μεραρχίας σε δύο σημεία της Λέσβου. Το ένα απ' αυτά ήταν οι ακτές της Πέτρας.

Γερμανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στην παραλία χρησιμοποιώντας φουσκωτά σκάφη. Αφού κατέλαβαν το χωριό και ύψωσαν τη σημαία τους στον εξώστη της Λέσχης, κατευθύνθηκαν, μέσω της οδικής αρτηρίας Πέτρας – Καλλονής, προς τη Μυτιλήνη. Όπως προκύπτει από γερμανικό έγγραφο με ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 1941, η δύναμη κατοχής στην Πέτρα δεν υπερέβαινε τον ένα λόχο. Πάντως, λέγεται ότι κι αυτή η δύναμη μετακινήθηκε αργότερα (ίσως όχι όλη) στη γειτονική Μήθυμνα. Για τη διαμονή των Γερμανών βαθμοφόρων επιτάχθηκαν αστικά σπίτια.

Οι συνέπειες της Κατοχής στον κρίσιμο τομέα του επισιτισμού άρχισαν να γίνονται αισθητές και στην Πέτρα ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1941. Η έλευση του χειμώνα όξυνε το πρόβλημα σε απελπιστικό βαθμό, οπότε σημειώθηκαν και θάνατοι από πείνα.

Όμως, από την Άνοιξη του 1942 η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται. Οι Πετρανοί -όπως κι όλοι οι Έλληνες- προνοώντας για τον επόμενο χειμώνα, φρόντισαν να σπείρουν ό,τι και όπου μπορούσαν, ώστε να συσσωρεύσουν σοδιές. Οι Αρχές Κατοχής, κύριες υπαίτιες του προβλήματος, συνετέλεσαν κι αυτές, με διαφορετικά βεβαίως κίνητρα, στη μερική επίλυσή του. Δεσμεύοντας - μέσω των ελαιοτριβείων και της περιβόητης εταιρείας "Έλαιον" – μέρος της παραγωγής λαδιού, έδιναν ως αντάλλαγμα άλλα είδη πρώτης ανάγκης (όσπρια, ζάχαρη, κτλ.). Με την αξίωσή τους να ελέγχουν την εμπορία του λαδιού, δεν επρόκειτο να συμμορφωθούν απόλυτα οι ντόπιοι. Έτσι, οργανώνονταν λαθραίες εξαγωγές προς τη Μακεδονία, με σκοπό τον ανεφοδιασμό σε δημητριακά. Τα καΐκια φόρτωναν μέσα στη νύχτα με κάθε δυνατή προφύλαξη και στη συνέχεια απέπλεαν για τη Χαλκιδική κάνοντας ενδιάμεσους σταθμούς στην Τένεδο και Ίμβρο. Το ρίσκο των ταξιδιών αυτών ήταν υψηλό, αλλά και πιεστικές οι ανάγκες που τα υπαγόρευαν.

Η σύσταση αντιστασιακού πυρήνα του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ έγινε νωρίς (αρχές 1942) στην Πέτρα από το σημαίνον στέλεχος της οργάνωσης στο νησί, γιατρό Ζήνωνα Ελευθεριάδη. Η ανταπόκριση του κόσμου υπήρξε ένθερμη. Η νεολαία ιδίως κινητοποιήθηκε άμεσα, ωθούμενη από τον ενθουσιασμό της ηλικίας και την παρόρμηση για ριψοκίνδυνα εγχειρήματα.

Οι δυνάμεις Κατοχής εγκατέλειψαν τη Λέσβο στις 10 Σεπτεμβρίου 1944, ένα μήνα και οκτώ ημέρες πριν αποσυρθούν κι απ’ την πρωτεύουσα της χώρας.

Στην Πέτρα, όπως κι αλλού, η τοπική αυτοδιοίκηση μεταβιβάστηκε από τη Διοικούσα Επιτροπή σε "Προσωρινό Κοινοτικό Συμβούλιο" (υπό τον Φ. Φωτίου) συγκροτημένο από στελέχη του ΕΑΜ. Όσο διήρκεσε η ΕΑΜική διοίκηση, εφαρμόστηκε και στην Πέτρα ο θεσμός του "Λαϊκού Δικαστηρίου".

Το νεοπαγές Εαμικό Κ.Σ. είχε, εκτός των άλλων, να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες του καταστροφικού σεισμού της 4ης Οκτωβρίου. Οι υλικές ζημιές ήταν εκτεταμένες. Μερικές αξιόλογες αστικές κατοικίες είχαν ισοπεδωθεί, ενώ πολλά άλλα σπίτια παρουσίασαν σοβαρά προβλήματα. Ευτυχώς τα θύματα περιορίστηκαν σε έναν νεκρό.

Μια απ' τις πρώτες ενέργειες του Κ.Σ. ήταν η σύσταση 5μελούς Επιτροπής Σεισμοπαθών. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε η κατεδάφιση του "ετοιμόρροπου" κτηρίου της άλλοτε Λέσχης, σύμφωνα και με υπόδειξη του Νομομηχανικού Λέσβου. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι η απόφαση θεμελιώθηκε και σε ένα επιχείρημα κοινωνικής υφής, την εξασφάλιση εργασίας στους εργάτες του χωριού. Ένα τέτοιο σκεπτικό ασφαλώς εναρμονιζόταν με την ιδεολογία, φορέας της οποίας ήταν το νέο κοινοτικό συμβούλιο.

Όσον αφορά την εξεύρεση πόρων για την αντιμετώπιση τακτικών και εκτάκτων αναγκών, το Κ.Σ. προσέφυγε αναγκαστικά στη μόνη διαθέσιμη σταθερή αξία, το λάδι. Συνήπτε δάνεια σε οκάδες λαδιού και υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρό στην εφαρμογή της απαγόρευσης εξαγωγής που επέβαλε. Αλλά όπως συνέβη και στη διάρκεια της Κατοχής, κάποιοι ιδιώτες επεδίωξαν να παρακάμψουν το μέτρο προς όφελός τους. Με μια τέτοια αποτυχημένη απόπειρα σχετίζεται και η εκτέλεση του αγρότη Φιλίππου Σαραντέλλη από μέλη της πολιτοφυλακής του ΕΑΜ. Το τραγικό αυτό γεγονός  δηλητηρίασε την ατμόσφαιρα στην τοπική κοινωνία και υπήρξε δυσάρεστο προμήνυμα των εντάσεων του εμφυλίου πολέμου που δε θ’ αργούσε να εκδηλωθεί.

Τρεισήμισι περίπου μήνες μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας το ΕΑΜικό Κ.Σ. Πέτρας έδωσε τη θέση του στην παλιά Διοικούσα Επιτροπή (31 Μαΐου 1945) κι αυτή, λίγο αργότερα, στο πρώτο, μετά το 1938, εκλεγμένο Κοινοτικό Συμβούλιο. Εν τω μεταξύ άρχισαν οι διώξεις εις βάρος πολιτών, οι οποίοι είχαν παίξει κάποιο ρόλο, ως στελέχη του ΕΑΜ, στις τοπικές υποθέσεις, απ’ τον Σεπτέμβριο του 1944 κι ύστερα. Στην Πέτρα, λόγω της ευρείας διάδοσης των σοσιαλιστικών ιδεών, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων κατά τη διάρκεια της Κατοχής, έγιναν ύποπτοι στις Αρχές όχι λίγοι πολίτες. Όσο διήρκεσε ο Εμφύλιος, κάποιοι απ’ αυτούς βρέθηκαν έγκλειστοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (Μακρόνησος).

Οι συνέπειες πάντως, του Εμφυλίου πολέμου στην Πέτρα δεν ήταν άμεσα αισθητές. Η θέση και η προσβασιμότητα του οικισμού δεν επέτρεπαν τη χρησιμοποίησή του ως ορμητηρίου από τους αντάρτες για ανεφοδιασμό ή αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε κυβερνητικές στρατιωτικές ή αστυνομικές δυνάμεις. Οι αντάρτικες ομάδες κινούνταν ασφαλέστερα στις γύρω ορεινές περιοχές του Λεπετύμνου και του Σκοτεινού, όπου σημειώθηκαν και συγκρούσεις με τον τακτικό στρατό και τη χωροφυλακή. Γενικά, η δράση των ανταρτών στη Λέσβο υστερούσε σε ένταση, αποτελεσματικότητα και διάρκεια από εκείνη στην ηπειρωτική Ελλάδα, λόγω της παντελούς έλλειψης οργανωμένης επιμελητείας και των περιορισμών που έθετε η ίδια η νησιωτική φύση του τόπου.

Μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου, ένα κύμα μετανάστευσης σάρωσε την ελληνική επαρχία, περιλαμβανομένης της Λέσβου και, φυσικά, της Πέτρας. Μια ματιά στις μεταπολεμικές απογραφές πληθυσμού, καταδεικνύει την ένταση φαινομένου. Από τους 1382, στα 1940, οι κάτοικοι της Πέτρας μειώθηκαν, το 1981, στους 953 (ποσοστό 31%).

Η ελάττωση του πληθυσμού επηρέασε την οικονομική και κοινωνική ζωή. Η συρρίκνωση της τοπικής αγοράς περιέστειλε την κερδοφορία των εμπόρων. Τα εισοδήματα από τη γη εξακολούθησαν να αποτελούν υπολογίσιμο πόρο, όμως με διαρκώς φθίνουσα τάση. Στον μεταποιητικό τομέα τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα. Η εταιρεία εμπορίας λαδιού "Νικολαΐδης & Ζούρος" χρεοκόπησε στις αρχές της δεκαετίας του '60, προκαλώντας βαριές απώλειες σ' όσους ιδιώτες συναλλάσσονταν μαζί της. Τα σαπωνοποιεία Φραγκάτου και Ελευθεριάδη εξέλιπαν μεταπολεμικώς, ενώ απ’ τα δύο πλέον ελαιοτριβεία κάποια δυναμική διατήρησε μονάχα εκείνο του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού, που αποδείχθηκε και ικανό να παρακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις (από το 1982 είναι η μοναδική μεταποιητική μονάδα της Πέτρας).

Η δημογραφική και οικονομική συρρίκνωση της Πέτρας συνεχίστηκε εντεινόμενη ως και τη δεκαετία του 1970. Νέες ευκαιρίες για ανάκαμψη δόθηκαν μόνον από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • δοκίμιο Ι.Ν.ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΕΤΡΑΣ, έκδοση 1989
    • Σταυρίδης-Νικολαΐδης, Νικόλαος (2013, 2016). Ιστορία της Πέτρας, τ. Α΄, Β΄. Μυτιλήνη (τ.Α΄), Αθήνα (τ.Β΄): 'Μύθος' (τ. Α΄), 'Ownbook' (τ. Β΄). ISBN 978-618-80314-2-5 978-960-93-7903-8.