Πρώτος Ιταλικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Α' Ιταλικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας (Ιταλικά: Prima guerra d' indipendenza italiana), υπήρξε μέρος της διαδικασίας της Ιταλικής Ενοποίησης (Ριζορτζιμέντο), όντας η πολεμική σύγκρουση του Βασιλείου της Σαρδηνίας και Ιταλών εθελοντών ενάντια στην Αυστριακή Αυτοκρατορία και άλλα συντηρητικά κρατίδια, που έλαβε χώρα από τις 23 Μαρτίου 1848 έως τις 22 Αυγούστου 1849 στην Ιταλική Χερσόνησο.

Της σύγκρουσης αυτής προηγήθηκε το ξέσπασμα της Σικελικής Επανάστασης του 1848 ενάντια στον Οίκο των Βουρβόνων του Βασιλείου των Δύο Σικελιών, ενώ επισπεύσθηκε από ταραχές στο Μιλάνο και τη Βενετία.

Οι επαναστάσεις του 1848[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 1848 ξέσπασαν επαναστατικές ταραχές σε πολλά μέρη της Ευρώπης, μεταξύ αυτών σε αρκετές περιοχές στα Απέννινα και άλλα τμήματα της Ιταλικής Χερσονήσου. Ο ηγεμόνας του Βασιλείου των Δύο Σικελιών, Φερδινάνδος Β', αναγκάστηκε να παραχωρήσει Σύνταγμα στις 23 Ιανουαρίου 1848, και το παράδειγμά του ακολούθησαν ο Λεοπόλδος Β' του Μεγάλου Δουκάτου της Τοσκάνης στις 17 Φεβρουαρίου, ο Κάρολος Αλβέρτος του Βασιλείου της Σαρδηνίας επίσης στις 17 Φεβρουαρίου, και ο Πάπας Πίος Θ΄ στην επικράτεια των Παπικών Κρατών, στις 14 Μαρτίου. Ο Κάρολος Β' του Δουκάτου της Πάρμας, εκδιώχθηκε, ενώ ολόκληρη η Σικελία, με εξαίρεση τη Μεσσήνη, εξεγέρθηκε ενάντια στο Βασίλειο των Δύο Σικελιών των Βουρβόνων.

Στις 23 Φεβρουαρίου ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση του 1848 ενάντια στον βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο, ενώ το Μάρτιο οι εξεγέρσεις επεκτάθηκαν σε εδάφη της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, όπως το Μιλάνο (Πέντε Ημέρες του Μιλάνου) και η Βενετία (Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου), όπου ο κόσμος εξεγέρθηκε εναντίον της αυστριακής κατοχής αλλά και απολυταρχίας του καθεστώτος των Αψβούργων.

Ιδιαίτερα σφοδρές ήταν οι μάχες στο Μιλάνο, όπου ο διοικητής του αυστριακού στρατού της περιοχής Λομβαρδίας-Βένετου, ο τσεχικής καταγωγής στρατάρχης Γιόζεφ Ραντέτσκι, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Ως αποτέλεσμα, κι άλλες εξεγέρσεις ξέσπασαν στην περιοχή Λομβαρδία-Βένετο, όπως αυτή στην πόλη Κόμο. Με την πρωτεύουσα Βιέννη επίσης σε εξέγερση με φιλελεύθερα προτάγματα, η Αυστριακή Αυτοκρατορία παρέπαιε.

Στις 23 Μαρτίου, μία ημέρα μετά το τέλος των Πέντε Ημερών του Μιλάνου, ο Κάρολος Αλβέρτος της Σαρδηνίας κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστριακή Αυτοκρατορία. Πιθανότατα οδηγήθηκε σε αυτή του την απόφαση για να αποφύγει μια εξέγερση στο βασίλειό του (αν και αυτό αποτελούσε μια φιλελεύθερης φύσεως μοναρχία), αλλά και με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις εξεγέρσεις στη Λομβαρδία-Βένετο για να επεκτείνει τα εδάφη του. Έτσι, ξεκίνησε ο Πρώτος Πόλεμος της Ιταλικής Ανεξαρτησίας.

Αντίπαλοι στρατοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιταλικοί στρατοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατός του Βασιλείου της Σαρδηνίας κινητοποιήθηκε κατά τα 4/5 της δυνάμεώς του, την 1η Μαρτίου 1848, στο ξεκίνημα της εξέγερσης του Μιλάνου, με περίπου 65.000 άνδρες. Επικεφαλής του είχε τον βασιλιά Κάρολο Αλβέρτο, τον Υπουργό Πολέμου στρατηγό Αντόνιο Φραντσίνι, και τον στρατηγό Εουζέμπιο Μπάβα. Ο Μπάβα διοικούσε απευθείας το 1ο Σώμα Στρατού, που αποτελούνταν από δύο μεραρχίες υπό τον στρατηγό Φεντερίκο Μιλέτ ντ' Αρβιλάρς και τον στρατηγό Βιτόριο Γκαρέτι Ντι Φερέρε αντίστοιχα. Το 2ο Σώμα Στρατού διοικούσε ο στρατηγός Ετόρε Ντε Σονάζ, και αποτελούνταν επίσης από δύο μεραρχίες, υπό τον στρατηγό Τζιοβάνι Μπατίστα Φεντερίτσι και τον στρατηγό Μάριο Μπρόλια αντίστοιχα.

Τα Παπικά Κράτη απέστειλαν σώμα 17-18.000 ανδρών, στο οποίο περιλαμβάνονταν 900 ιππείς και 22 κανόνια. Το σώμα αυτό αποτελούνταν από μια τακτική μεραρχία (10-11.000 άνδρες, μεταξύ αυτών 3-4.000 εθελοντές) υπό τη διοίκηση του Πιεμοντέζου Τζιοβάνι Ντουράντο, και μια δεύτερη μεραρχία περίπου 7.000 ανδρών, αποτελούμενης από άνδρες της Κινητής Πολιτοφυλακής και εθελοντές, υπό τη διοίκηση του δημοκρατικού Αντρέα Φεράρι. Τα ένοπλα αυτά σώματα εισήλθαν στη Λομβαρδία-Βένετο από τη Φερράρα. Μια ομάδα 130 εθελοντών, αποκαλούμενη Οι Βερσαλιέροι του Πάδου, κατέφτασε επίσης από τη Φερράρα.

Το Μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης εισήλθε στον πόλεμο στις 21 Μαρτίου και απέστειλε ένα σώμα περίπου 6.400 ανδρών στη Μάντοβα, αποτελούμενο από τακτικούς στρατιώτες και εθελοντές, υπό τη διοίκηση αρχικώς του Ουλίσε ν' Άρκο Φεράρι και ακολούθως του Τσέζαρε ντε Λαουτζίερ. Το στράτευμα αυτό είχε μικρή τεχνική εκπαίδευση αλλά χαρακτηριζόταν από άκρατο ενθουσιασμό, ιδίως το αποκαλούμενο "Τάγμα των Φοιτητών", υπό τη διοίκηση του καθηγητή Αστρονομίας, Οταβιάνο-Φαμπρίτσιο Μοσότι.

Το Δουκάτο της Πάρμας και το Δουκάτο της Μόντενας απέστειλαν μερικές εκατοντάδες εθελοντών στη Λομβαρδία-Βένετο, μέσω των προσωρινών κυβερνήσεών τους, καθώς οι ηγεμόνες τους Κάρολος Β' και Φραγκίσκος Ε' αντίστοιχα, είχαν εγκαταλείψει τους θρόνους τους λόγω λαϊκών ταραχών.

Η κύρια όμως στρατιωτική συνεισφορά προήλθε από τον βασιλιά Φερδινάνδο Β' του Βασιλείου των Δύο Σικελιών, που υποσχέθηκε να στείλει ένα σώμα 25.000 ανδρών, το οποίο όμως δεν ξεκίνησε εγκαίρως κι όταν τελικώς εστάλη το Μάρτιο περιελάμβανε περίπου 11.000 άνδρες. Ο Φερδινάνδος Β' πολιτικώς απείχε πολύ από τη φιλελεύθερη ιδεολογία του Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας, έχοντας ως ύψιστη προτεραιότητά του την επανάκτηση της Σικελίας, που είχε εξεγερθεί στις 26 Μαρτίου 1848 υπό την ηγεσία του Ρουτζέρο Σέτιμο. Τα νεαπολιτάνικα στρατεύματα υπό τον Τζουλιέλμο Πέπε, έφτασαν στο πολεμικό θέατρο μόλις στα μέσα Μαΐου, όπου, ενώ διέσχιζαν τον Πάδο από το νότο, έλαβαν διαταγή να επιστρέψουν στη βάση τους. Μόνο λίγες μονάδες πιστές στον Πέπε εισήλθαν τελικώς στο Βένετο και έλαβαν μέρος στη σύγκρουση.

Επιπλέον, ο αντιαυστριακός συνασπισμός περιελάμβανε 4.500 Λομβαρδούς εθελοντές, 1.600 Ναπολιτάνους εθελοντές, καθώς και περίπου 9.000 Βενετούς εθελοντές από τη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου. Οι τελευταίοι ήταν οργανωμένοι ως τακτικές μονάδες υπό τον Ντανιέλε Μάνιν, στρεφόμενοι κυρίως εναντίον των εχθρικών δυνάμεων που είχαν διασχίσει τον ποταμό Ιζόντσο από τα ανατολικά για να ενισχύσουν τα αψβουργικά στρατεύματα στη Λομβαρδία και το Βένετο. Διοικητές των Βενετών εθελοντών ήταν οι στρατηγοί Κάρλο Τσούκι και Αλμπέρτο ντε Λα Μάρμορα.

Ο αυστριακός στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πολυεθνικός αυστριακός στρατός στη Λομβαρδία-Βένετο διοικούνταν από τον 81χρονο στρατηγό Γιόζεφ Ραντέτσκι, έναν άντρα που λόγω της πείρας του απολάμβανε εξαιρετικής αυτονομίας δράσεως από τη βιεννέζικη γραφειοκρατία. Ο Ραντέτσκι είχε οργανώσει το Στρατό της Ιταλίας της Αυστριακής Αυτοκρατορίας σύμφωνα με τις δικές του ιδέες, με σημαντικότερη ότι ο στρατός ήταν απαραίτητο να εκπαιδεύεται εντατικά και σε καιρό ειρήνης, πρακτική που δεν συνηθιζόταν από πολλούς εκείνη την εποχή. Ως αποτέλεσμα, όταν ξέσπασε ο πόλεμος οι στρατιώτες του ήταν έτοιμοι και εξοικειωμένοι με την περιοχή όπου χρειάστηκε να επιχειρήσουν.

Πριν τις εξεγέρσεις στο Μιλάνο και τη Βενετία, ο Ραντέτσκι διέθετε 70.000 άντρες, οργανωμένους σε δύο σώματα στρατού, το 1ο στη Λομβαρδία και το 2ο στο Βένετο, με συνολικά 61 τάγματα πεζικού, 35 ίλες ιππικού, και 100 κανόνια. Μετά το πέρας των εξεγέρσεων, η δύναμη των ταγμάτων πεζικού είχε μειωθεί στα 41, λόγω απωλειών, αιχμαλωσιών και λιποταξιών. Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι η μέση δυναμικότητα των αυστριακών ταγμάτων πεζικού ήταν περίπου 1.000 άνδρες, ο Ραντέτσκι διέθετε περίπου 50.000 άνδρες στην αρχή του πολέμου της ανεξαρτησίας. Επιπλέον, διέταξε να επιστρατευθεί τάχιστα μια δύναμη 20.000 εφέδρων από την αυστριακή μεριά του ποταμού Ισόντζο και από την Καρινθία, υπό τη διοίκηση του στρατηγού κόμη Λάφαλ Νούγκεντ φον Βεστμέατ.

Αρχική φάση της 1ης εκστρατείας (Μάρτιος-Μάιος 1848)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προέλαση του Πεδεμοντίου προς το αυστριακό "Τετράπλευρο" (23 Μαρτίου-7 Απριλίου 1848)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 23 Μαρτίου 1848, το Βασίλειο της Σαρδηνίας κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστριακή Αυτοκρατορία. Στις 25 και 26 Μαρτίου, δύο προωθημένες φρουρές των Πεδεμοντίων διέσχισαν τον ποταμό Τιτσίνο, εισβάλλοντας στην εχθρική επικράτεια. Ο κύριος όγκος του στρατού διέσχισε τον ποταμό την 29η Μαρτίου. Την ίδια μέρα, οι πρώτες τρεις μεραρχίες εισήλθαν στην Παβία, όπου επευφημήθηκαν από τον κόσμο. Στο Λόντι, όπου κάποιες μεραρχίες έφτασαν την ίδια μέρα, πληροφορήθηκαν ότι εχθρικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη Μοντικιάρι, 20 χλμ. νοτιοανατολικά της Μπρέσιας, στον ποταμό Κιέζε.

Ο Κάρολος Αλβέρτος επέλεξε να αγνοήσει αυτές τις πληροφορίες και προέλασε προς την Κρεμόνα στον ποταμό Πάδο. Από εκεί, προχώρησε στην κωμόπολη Μαρκάρια και διέσχισε τον Όλιο, αριστερό παραπόταμο του Πάδου, στις 7 Απριλίου, κάπου 20 χλμ. από τη Μάντοβα, το νοτιότερο φρούριο του αυστριακού "Τετραπλεύρου" (το κύριο αμυντικό σύστημα των Αυστριακών για την προστασία της περιοχής Λομβαρδίας- Βένετου, αποτελούμενου από τέσσερα ισχυρά φρούρια σε ισάριθμες πόλεις, που νοητά στο χάρτη σχημάτιζαν τετράπλευρο).

Από τις προωθημένες φρουρές μόνο μία εστάλη στη Μπρέσια, αποτελούμενη από μία ταξιαρχία πεζικού, ένα σύνταγμα ιππικού, και μία πυροβολαρχία, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μικέλε Τζιουζέπε Μπες (1794–1853), που είχε ήδη διασχίσει τον Τιτσίνο στην κωμόπολη Μποφαλόρα και εισέλθει στο Μιλάνο. Τα στρατεύματα του Μπες έφτασαν στη Μπρέσια στις 31 Μαρτίου. Την ίδια μέρα, ο Ραντέτσκι υποχώρησε στην Πεσκιέρα και δύο μέρες αργότερα στη Βερόνα (και οι δύο αποτελούσαν τμήματα του "Τετράπλευρου"). Στις 8 Απριλίου, ο κύριος όγκος των στρατευμάτων του (το 1ο Σώμα Στρατού), ήταν στρατοπεδευμένο στην πόλη Βιλλαφράνκα (επίσης τμήμα του "Τετράπλευρου"). Ο στρατός του Πεδεμοντίου, από την άλλη, παρατάχθηκε κατά μήκος της δυτικής όχθης του ποταμού Μίντσιο.

Η αργή προέλαση του στρατού του Πεδεμοντίου στη Λομβαρδία έδωσε στον αυστριακό στρατό άφθονο χρόνο για να αποσυρθεί σε οχυρότερες θέσεις, γεγονός που έτυχε έντονης κριτικής από συγχρόνους και μεταγενέστερους.

Η διάσχιση του ποταμού Μίντσιο (8–27 Απριλίου 1848)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς όλες οι γέφυρες του ποταμού Μίντσιο κρατούνταν ακόμα από την αυστριακή οπισθοφυλακή, ο στρατηγός Μπάβα διέταξε στις 8 Απριλίου τις μεραρχίες του στρατηγού ντ' Αρβιλάρς να καταλάβουν τη γέφυρα του ποταμού στο Γκόιτο. Παρά τις σφοδρές συγκρούσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων το αυστριακό μηχανικό κατάφερε να κατεδαφίσει μερικώς τη γέφυρα, συντάγματα Βερσαλιέρων και το Βασιλικό Σαρδηνικό Ναυτικό επέτυχαν τελικώς να διεισδύσουν στην απέναντι όχθη. Περίπου στις 4 π.μ., η εργασία του Σώματος του Μηχανικού του Πεδεμοντίου επέτρεψε τη διεκπεραίωση στην άλλη όχθη ακόμη τριών ταγμάτων, ενώ οι Αυστριακοί αποσύρθηκαν στη Βιλλαφράνκα. Κατά την πρώτη αυτή σύγκρουση τραυματίστηκε σοβαρά ο συνταγματάρχης Αλεσάντρο Λα Μάρμορα, ιδρυτής και διοικητής του Σώματος των Βερσαλιέρων.

Στις 9 Απριλίου, οι Πεδεμόντιοι κατέλαβαν τον έλεγχο της γέφυρας στην κωμόπολη Μοντσαμπάνο βορειότερα. Την 11η Απριλίου, οι Αυστριακοί εγκατέλειψαν τελικώς την ανατολική όχθη του Μίντσιο και αποσύρθηκαν στη Βερόνα, και επακόλουθα οι Πεδεμόντιοι κατέλαβαν την κωμόπολη Βαλέτζιο.

Ανατολικότερα, στις 17 Απριλίου τα νέα αυστριακά στρατεύματα υπό τον Νούγκεντ φον Βεστμέατ διέσχισαν τον ποταμό Ιζόντσο με σκοπό να ενισχύσουν τα στρατεύματα του Ραντέτσκι και να ανακαταλάβουν την επαρχία Βένετο. Στις 23 Απριλίου, εισήλθαν στο Ούντινε. Εν τω μεταξύ, στις 26 Απριλίου, ο μισός στρατός του Πεδεμοντίου διέσχισε τον ποταμό Μίντσιο. Δύο μέρες αργότερα, ακόμη δύο μεραρχίες διέσχισαν τον ποταμό και πλέον το σύνολο του στρατού των Πεδεμοντίων είχε απλωθεί σε ένα τόξο για να αποκλείσει την Πεσκιέρα, την πολιορκία της οποίας άρχισε στις 27 Απριλίου, ενώ ταυτόχρονα απειλούσε τη Βερόνα. Η διάταξη των Πεδεμοντίων απειλούσε επίσης τον αυστριακό στρατό που ήταν παραταγμένος κατά μήκος του ποταμού Αδίγη και του κύριου δρόμου από τη Βερόνα στο Τρέντο και την Αυστρία.

Η προέλαση των Πεδεμοντίων στον ποταμό Αδίγη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενόψει της απειλής των Πεδεμοντίων, ο Ραντέτσκι είχε καταλάβει μια προωθημένη θέση στο χωριό Παστρένγκο στη δυτική όχθη του Αδίγη. Στις 30 Απριλίου, το 2ο Σώμα Στρατού υπό τον Ντε Σονάζ προέλασε για να εκμηδενίσει το εχθρικό προγεφύρωμα (14.000 Πεδεμόντιοι εναντίον 8.000 Αυστριακών).

Για τρεις ώρες, από τις 11 π.μ. έως τις 2 μ.μ., η προέλαση ήταν αργή και δυσχερής. Ο Κάρολος Αλβέρτος, όλο και πιο ανυπόμονος, πίεσε μπροστά με τρεις ίλες έφιππων Καραμπινιέρων, στον τομέα ανάμεσα στην ταξιαρχία "Κούνεο" και την ταξιαρχία "Πιεμόντε". Εκείνη τη στιγμή, η προέλαση των Πεδεμοντίων ανανεώθηκε, και μερικοί Καραμπινιέροι βρέθηκαν υπό το πυρ των Αυστριακών. Μετά από μια στιγμή σύγχυσης, ο ταγματάρχης Αλεσάντρο Νέγκρι ντι Σανφρόντ ηγήθηκε εφόδου τριών ιλών Καραμπινιέρων εναντίον του εχθρού, με τον βασιλιά Κάρολο Αλβέρτο και τη σωματοφυλακή του να συμμετέχουν στην επέλαση. Οι αυστριακές γραμμές έσπασαν και το πεζικό του Πεδεμοντίου ανάγκασε τον εχθρό να υποχωρήσει.

Έχοντας φτάσει στον Αδίγη, οι Πεδεμόντιοι αναχαιτίσθηκαν από τις δυνάμεις του Ραντέτσκι, που αντέδρασε στην εχθρική προέλαση με επίθεση στο κέντρο της διάταξης των Πεδεμοντίων. Η επίθεση εύκολα αναχαιτίσθηκε αλλά επέτυχε στο να αποσπάσει την προσοχή του Κάρολου Αλβέρτου από την προσπάθεια διάβασης του Αδίγη. Η μάχη του Παστρένγκο τελείωσε έτσι με νίκη των Πεδεμοντίων, γεγονός που ανύψωσε το ηθικό τους, αλλά η επιτυχία τους στη διάλυση του αυστριακού προγεφυρώματος έμεινε ημιτελής, καθώς η ανατολική όχθη του Αδίγη παρέμενε σταθερά υπό των έλεγχο των Αυστριακών.

Η απόσυρση των Παπικών Κρατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην κατάσταση αυτή, ο Πάπας Πίος Θ' με το διάγγελμά του στο Παπικό Κονσιστόριο στις 29 Απριλίου 1848 με τίτλο Non-semel (Ούτε μια φορά), αποκήρυξε την εισβολή του στρατού του στο Βένετο. Αυτή η αλλαγή στάσης προερχόταν από τη δυσκολία σύγκρουσης με μία μεγάλη καθολική δύναμη, όπως ήταν η Αυστριακή Αυτοκρατορία. Ο Πίος Θ' φοβόταν την πιθανότητα ενός σχίσματος με τους Αυστριακούς Καθολικούς, γεγονός που θα αποδυνάμωνε την Καθολική Εκκλησία και συνεπακόλουθα τη δύναμη, το κύρος και την εξουσία του. Όπως χαρακτηριστικά διακήρυξε, Έχουμε πληροφορηθεί επίσης ότι κάποιοι εχθροί της Καθολικής θρησκείας έχουν αδράξει αυτή την ευκαιρία για να πυροδοτήσουν τα μυαλά των Γερμανών ενάντια στην ενότητα αυτής της Αγίας Έδρας.

Τα παπικά στρατεύματα όμως, και ο διοικητής τους, Τζιοβάνι Ντουράντο, αγνόησαν τις επιθυμίες του Πίου Θ' και συνέχισαν την εκστρατεία, αλλά η πράξη του Πίου Θ' είχε ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα. Αναφορά του διαγγέλματός του έφτασε στο γενικό επιτελείο των Πεδεμοντίων στις 2 Μαΐου, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία. Περισσότερο απ' όλους επηρεάστηκε από το γεγονός ο Κάρολος Αλβέρτος, γράφοντας στον υπουργό του Οτάβιο Ταόν ντι Ρεβέλ, Ο λόγος του Πάπα είναι μια πράξη που θα μπορούσε να έχει τεράστιες συνέπειες. Σίγουρα θα κάνει ζημιά στο σκοπό της ιταλικής ανεξαρτησίας.