Πρώτη Σερβική εξέγερση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Πρώτη Σερβική Επανάσταση)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πρώτη Σερβική Εξέγερση
Osvajanje Beograda.jpg
Η Κατάληψη του Βελιγραδίου (1844–45), της Καταρίνα Ιβάνοβιτς
Χρονολογία 14 Φεβρουαρίου 1804 – 7 Oκτωβρίου 1813
Τόπος Σερβία
Έκβαση Oθωμανική καταστολή, κατάργηση της Σερβικής επαναστατικής κυβέρνησης. Εκρηξη της Εξέγερσης του Χατζί Προντάνοβα (1814) και της Δεύτερης Σερβικής Εξέγερσης (1815).
Εδαφικές
μεταβολές
Σαντζάκι του Σμεντέρεβο
Αντιμαχόμενοι
  • Νταχίγε (1804)
Ηγετικά πρόσωπα
  • Ottoman flag.svg Σουλεϊμάν Πασάς Σκοπλιακ
  • Ottoman flag.svg Χουρσίτ Πασάς
  • Ottoman flag.svg Μπεκίρ Πασάς
  • Ottoman flag.svg Σινάν Πασάς Σίγερτσιτς  
  • Ottoman flag.svg Οσμάν Γκραντάσεβιτς  
  • Ottoman flag.svg Μεχμέντ-μπεγκ Κουλένοβιτς  
  • Ottoman flag.svg Ιμπραήμ Πασάς του Σκούταρι  
  • Ottoman flag.svg Μουχτάρ Πασάς του Τεπελενίου
  • Ottoman flag.svg Βελή Πασάς, γιος του Αλή Πασά

Η Πρώτη Σερβική Εξέγερση (Први српски устанак, Πρβι σρπσκι ούστανακ, Μπιριντσί Σιρπ Αγιακλαμασί) ήταν μια εξέγερση των Σέρβων στο Σαντζάκι του Σμεντέρεβο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις 14 Φεβρουαρίου 1804 έως τις 7 Οκτωβρίου 1813. Αρχικά μια τοπική εξέγερση εναντίον αποστατών γενίτσαρων που είχαν καταλάβει την εξουσία με ένα πραξικόπημα, εξελίχθηκε σε επανάσταση (Σερβική Επανάσταση) μετά από περισσότερο από τρεις αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας και βραχύβιες Αυστριακές κατοχές.

Οι νταχίγε (διοικητές των γενίτσαρων) δολοφόνησαν τον Οθωμανό Βεζίρη το 1801 και κατέλαβαν το σαντζάκι, κυβερνώντας το ανεξάρτητα από το Σουλτάνο. Ακολούθησε τυραννία : οι γενίτσαροι κατάργησαν τα δικαιώματα που είχε προγενέστερα παραχωρήσει στους Σέρβους ο Σουλτάνος, αύξησαν τους φόρους και, μεταξύ άλλων, επέβαλαν καταναγκαστική εργασία. Το 1804 οι γενίτσαροι φοβήθηκαν ότι ο Σουλτάνος ​​θα χρησιμοποιούσε τους Σέρβους εναντίον τους, έτσι δολοφόνησαν πολλούς Σέρβους προύχοντες. Εξοργισμένη μια συνέλευση εξέλεξε τον Καραγιώργη ως ηγέτη της εξέγερσης και ο στρατός των ανταρτών επικράτησε γρήγορα και κατέλαβε πόλεις σε όλο το σαντζάκι, πολεμώντας στην πράξη για λογαριασμό του Σουλτάνου. Ο Σουλτάνος όμως, φοβούμενος τη δύναμή τους, διέταξε όλα τα πασαλίκια της περιοχής να τους συντρίψουν. Οι Σέρβοι βάδισαν εναντίον των Οθωμανών και, μετά από μεγάλες νίκες το 1805-06, ίδρυσαν κυβέρνηση και κοινοβούλιο, που επέστρεψαν τη γη στο λαό, κατάργησαν την καταναγκαστική εργασία και μείωσαν τους φόρους.

Οι στρατιωτικές επιτυχίες συνεχίστηκε επί χρόνια. Ωστόσο, υπήρξε διαφωνία μεταξύ του Καραγιώργη και άλλων ηγετών - ο Καραγιώργης ήθελε την απόλυτη εξουσία, ενώ οι προύχοντες, μερικοί από τους οποίους έκαναν κατάχρηση των προνομίων τους για προσωπικό όφελος, ήθελαν να την περιορίσουν. Μετά τον τερματισμό του Ρωσοτουρκικού Πολέμου και την παύση της ρωσικής υποστήριξης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκμεταλλεύτηκε αυτές τις συνθήκες και επανέκτησε τη Σερβία το 1813.

Αν και η εξέγερση συνετρίβη, επαναλήφθηκε σύντομα με τη Δεύτερη Σερβική Εξέγερση το 1815, που ήταν επιτυχής και οδήγησε στη δημιουργία της Ηγεμονίας της Σερβίας, καθώς απέκτησε ημιανεξαρτησία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1817 (τυπικά το 1829).

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1788, κατά τον Αυστροτουρκικό πόλεμο (1787-1791), με τη μεθοριακή εξέγερση του Κότσα η ανατολική Σουμάντια καταλήφθηκε από τα Αυστριακά Σώματα των Ελεύθερων Σέρβων και Χαϊντούκους και στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος του Σαντζακίου του Σμεντέρεβο καταλήφθηκε από τη Μοναρχία των Αψβούργων (1788-91). Από τις 15 Σεπτεμβρίου ως τις 8 Οκτωβρίου 1789, μια δύναμη των Αψβούργων της Αυστρίας πολιόρκησε το φρούριο του Βελιγραδίου. Οι Αυστριακοί κράτησαν την πόλη μέχρι το 1791, όταν επέστρεψαν το Βελιγράδι στους Οθωμανούς σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης της Σιστόβα.

Με την επιστροφή του σαντζακίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Σέρβοι περίμεναν αντίποινα από τους Τούρκους επειδή είχαν υποστηρίξει τους Αυστριακούς. Ο Σουλτάνος ​​Σελίμ Γ΄ είχε δώσει την πλήρη διοίκηση των σαντζακίων του Σμεντέρεβο και του Βελιγραδίου στους σκληροτράχηλους Γενίτσαρους που είχαν πολεμήσει τις Χριστιανικές δυνάμεις κατά τον Αυστροτουρκικό Πόλεμο και σε πολλές άλλες συγκρούσεις. Παρόλο που ο Σελίμ Γ΄ έδωσε την εξουσία στο φιλειρηνικό Χατζή Μουσταφά Πασά (1793), οι εντάσεις μεταξύ των Σέρβων και της διοίκησης των Γενίτσαρων δεν κόπασαν.[1]

Το 1793 και το 1796 ο Σελίμ Γ΄ εξέδωσε φιρμάνια, που έδωσαν περισσότερα δικαιώματα στους Σέρβους. Μεταξύ άλλων οι φόροι έπρεπε να εισπράττονται από τους όμπορ-κνεζ (προύχοντες). Παραχωρήθηκε ελευθερία του εμπορίου και της θρησκείας και υπήρξε ειρήνη. Ο Σελίμ Γ΄ επίσης όριζε ορισμένοι μη δημοφιλείς γενίτσαροι να εγκαταλείψουν το «Πασαλίκι του Βελιγραδίου», καθώς τους θεωρούσε απειλή για την κεντρική εξουσία του Χατζή Μουσταφά Πασά. Πολλοί από αυτούς τους γενίτσαρο υπηρετούσαν ή βρήκαν καταφύγιο στον Οσμάν Πασβάνογλου, αποστάτη αντίπαλο του Σελίμ Γ΄ στο Σαντζάκι του Βιδινίου. Φοβούμενος τη διάλυση της διοίκησης των Γενιτσάρων στο Σαντζάκι του Σμεντέρεβο, ο Οσμάν Πασβάνογλου ξεκίνησε σειρά επιδρομών κατά των Σέρβων χωρίς την άδεια του Σουλτάνου, προκαλώντας μεγάλη αστάθεια και φόβο στην περιοχή.[2] Ο Πασβάνογλου ηττήθηκε το 1793 από τους Σέρβους στη μάχη του Kόλαρι.[3] Το καλοκαίρι του 1797 ο σουλτάνος ​​διόρισε το Μουσταφά Πασά στη θέση του μπεηλέρμπεη της Ρούμελης και αυτός έφυγε από τη Σερβία για τη Φιλιππούπολη, για να πολεμήσει ενάντια στους αντάρτες του Πασβάνογλου του Βιδινίου. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Μουσταφά Πασά, οι δυνάμεις του Πασβάνογλου κατέλαβαν το Ποζάρεβατς και πολιόρκησαν το φρούριο του Βελιγραδίου.[4] Στα τέλη Νοεμβρίου του 1797 οι όμπορ-κνεζ Αλέξα Νενάντοβιτς, Iλια Μπίρτσανιν και Νίκολα Γκρίμποβιτς από το Βάλιεβο έφεραν τις δυνάμεις τους στο Βελιγράδι και ανάγκασαν τις πολιορκητικές δυνάμεις των γενιτσάρων να υποχωρήσουν στο Σμεντέρεβο.[5][4]

Ωστόσο στις 30 Ιανουαρίου 1799 ο Σελίμ Γ΄ επέτρεψε στους Γενίτσαρους να επιστρέψουν, αναφερόμενος σε αυτούς ως ντόπιους Μουσουλμάνους από το Σαντζάκι του Σμεντέρεβο. Αρχικά οι Γενίτσαροι αποδέχτηκαν την εξουσία του Χατζή Μουσταφά Πασά, μέχρις ότου ένας Γενίτσαρος στο Σάμπατς, ονόματι Μπέγκο Νόβλιανιν, απαίτησε από έναν Σέρβο πρόσθετη φόρο και τον δολοφόνησε, όταν εκείνος αρνήθηκε να πληρώσει. Φοβούμενος τα χειρότερα ο Χατζή Μουσταφά Πασά έσπευσε στο Σάμπατς με μια δύναμη 600 ανδρών, για να εξασφαλίσει την προσαγωγή του Γενίτσαρου στη δικαιοσύνη και την αποκατάσταση της τάξης. Όχι μόνο οι άλλοι Γενίτσαροι αποφάσισαν να υποστηρίξουν το Μπέγκο Νόβλιανιν, αλλά ο Οσμάν Πασβάνογλου επιτέθηκε στο Πασαλίκι του Βελιγραδίου για την υποστήριξή τους.[6]

Ο Χατζή Μουσταφά Πασάς δολοφονείται από τους Νταχίγε.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1801 ο Βεζίρης Χάτζι Μουσταφά Πασάς του Βελιγραδίου δολοφονήθηκε από τον Κιουτσούκ-Αλία, έναν από τους τέσσερις ηγέτες των Νταχίγε.[7]


Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Σαντζάκι του Σμεντέρεβο να κυβερνιέται από αυτούς τους αποστάτες γενίτσαρους, ανεξάρτητα από την Οθωμανική κυβέρνηση, αψηφώντας το Σουλτάνο.[8] Οι γενίτσαροι επέβαλαν "ένα σύστημα αυθαίρετης κατάχρησης που δεν συγκρινόταν με κανένα παρόμοιο σε όλη την ιστορία της Οθωμανικής κακοδιοίκησης στα Βαλκάνια"..[9] The leaders divided the sanjak into pashaluks.[9] Οι ηγέτες τους διαίρεσαν το σαντζάκι σε πασαλίκια. Κατάργησαν αμέσως τη σερβική αυτονομία και αύξησαν δραστικά τους φόρους, κατάσχεσαν τη γη, εισήγαγαν την καταναγκαστική εργασία (τσιτλούτσενιε) και πολλοί Σέρβοι διέφυγαν από το φόβο των γενίτσαρων.

Η τυραννία που υφίσταντο οι Σέρβοι τους έκανε να στείλουν μια αναφορά στο σουλτάνο, για την οποία έμαθαν οι νταχίγε[10] και ανησύχησαν ότι ο Σουλτάνος ​​θα χρησιμοποιούσε τους Σέρβους για να τους εκδιώξει. Για να το αποτρέψουν αποφάσισαν να εκτελέσουν κορυφαίους Σέρβους σε όλο το σαντζάκι, με τη γνωστή ως "Η Σφαγή των Κνέζων", που έλαβε χώρα στα τέλη Ιανουαρίου 1804.[8] Σύμφωνα με σύγχρονες πηγές από το Βάλιεβο τα κομμένα κεφάλια των ηγετών τοποθετήθηκαν σε δημόσια έκθεση στην κεντρική πλατεία για να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα για όσους θα συνωμοτούσαν κατά της κυριαρχίας των νταχίγε. Αυτό εξόργισε τους Σέρβους, που πήραν τις οικογένειές τους στο δάσος και άρχισαν να δολοφονούν τους σουμπάσηδες (επόπτες των χωριών).[9]

Εξέγερση κατά των Νταχίγε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνέλευση του Ορασατς.

Μετά τη Σφαγή των Κνέζων και λόγω της αντίδρασης προς τους νταχίγε, που τους είχαν αφαιρέσει προνόμια, παραχωρημένα στους Σέρβους από το Σελίμ Β΄, στις 14 Φεβρουαρίου 1804 στο μικρό χωριό Ορασατς κοντά στο Αραντζέλοβατς οι Σέρβοι προύχοντες συγκεντρώθηκαν και αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια εξέγερση εναντίον των νταχίγε. Μεταξύ αυτών ήταν οι Στάνογε Γλαύβα, Ατανάσιγε Αντόνιεβιτς, Τανάσκο Ράγιτς και άλλοι εξέχοντες ηγέτες. Οι Σέρβοι που συγκεντρώθηκαν στο Ορασατς επέλεξαν τον έμπορο και χαϊντούκο ως ηγέτη πιθανώς επειδή οι κνέζες θεωρείτο ότι συνήθως συνεργάζονταν ειρηνικά με τους Οθωμανούς ηγεμόνες. Οι Σερβικές δυνάμεις ανέλαβαν γρήγορα τον έλεγχο της Σουμάντια, περιορίζοντας τους νταχίγε στον έλεγχο του Βελιγραδίου. Η κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης έδωσε εντολή στους πασάδες των γειτονικών πασαλικίων να μη βοηθήσουν τους νταχίγε.[11] Οι Σέρβοι, που πολεμούσαν τυπικά για λογαριασμό του σουλτάνου εναντίον των γενιτσάρων, αναθάρρησαν και είχαν τη βοήθεια κάποιου Οθωμανού αξιωματούχου και των σπαχήδων (σώμα ιππικού).[12]. Για του μικρό τους αριθμό οι Σέρβοι είχαν μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες, καταλαμβάνοντας το Ποζάρεβατς, το Σάμπατς και περισφίγγοντας το Σμεντέρεβο και το Βελιγράδι.[12]

Ο Σουλτάνος, που φοβόταν ότι το σερβικό κίνημα θα μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο, έστειλε τον πρώην πασά του Βελιγραδίου, και τότε Βεζίρη της Βοσνίας, Μπεκίρ Πασά, επίσημα για να βοηθήσει τους Σέρβους, αλλά στην πραγματικότητα για να τους κρατά υπό έλεγχο.[12] Ο Aλία Γκούσανατς, διοικητής των γενίτσαρων του Βελιγραδίου, αντιμέτωπος τόσο με τους Σέρβους όσο και με την αυτοκρατορική εξουσία, αποφάσισε να επιτρέψει την είσοδο στην πόλη του Μπεκίρ Πασά τον Ιούλιο του 1804.[12] Οι νταχίγε είχαν προηγουμένως καταφύγει ανατολικά στο Άντα Καλέ, νησί στο Δούναβη.[13] Ο Μπεκίρ διέταξε την παράδοση τους. Στο μεταξύ ο Καραγιώργης έστειλε στο νησί το διοικητή του Μιλένκο Στοΐκοβιτς.[14] Οι νταχίγε αρνήθηκαν να παραδοθούν, ετσι ο Στοΐκοβιτς τους επιτέθηκε, τους συνέλαβε και στη συνέχεια τους αποκεφάλισε, τη νύχτα της 5-6 Αυγούστου 1804.[14] Μετά τη συντριβή της δύναμης των νταχίγε ο Μπεκίρ Πασά θέλησε να διαλυθούν οι Σέρβοι, ωστόσο, δεδομένου ότι οι γενίτσαροι διατηρούσαν ακόμα σημαντικές πόλεις όπως το Ούζιτσε, οι Σέρβοι ήταν απρόθυμοι να αποστρατευτούν χωρίς εγγυήσεις.[13] Το Μάιο του 1804 οι Σέρβοι ηγέτες υπό το Τζόρτζε Πέτροβιτς συναντήθηκαν στην Oστρούζνιτσα για να συνεχίσουν την εξέγερση. Στόχοι τους ήταν να επιδιώξουν την προστασία της Αυστρίας και να κάνουν έκκληση στο σουλτάνο Σελίμ Γ΄ για μεγαλύτερη αυτονομία και επίσης στο Ρώσο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη για ρωσική προστασία. Λόγω της πρόσφατης Ρωσοτουρκικής φιλίας λόγω της επεκτατικής επιρροής της Γαλλίας η Ρωσική κυβέρνηση μέχρι το καλοκαίρι του 1804 είχε μια ουδέτερη πολιτική προς τη Σερβική εξέγερση. Πράγματι, στην αρχή της εξέγερσης, όταν δέχθηκε έκκληση για βοήθεια στο Μαυροβούνιο, ο Ρώσος απεσταλμένος στην Κετίγνη αρνήθηκε να τη μεταφέρει, υποδεικνύοντας στους Σέρβους να απευθυνθούν στο σουλτάνο. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1804 μετά τη συνέλευση της Oστρούζνιτσα η Ρωσική κυβέρνηση άλλαξε πορεία με στόχο να υποχρεώσει την Κωνσταντινούπολη να την αναγνωρίσει ως εγγυητή της ειρήνης στην περιοχή.[15]

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Σέρβων και των Οθωμανών διαμεσολαβούνταν από τον Αυστριακό κυβερνήτη της Σλαβονίας και άρχισαν επίσης το Μάιο του 1804. Οι Σέρβοι απαίτησαν το πασαλίκι του Βελιγραδίου να τεθεί υπό τον έλεγχο ενός Σέρβου προύχοντα (κνεζ) και να του δοθεί η εξουσία να εισπράττει φόρους για να τους αποδίδει στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με περαιτέρω περιορισμούς για τους γενίτσαρους. Το 1805 οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν: η Πύλη δεν μπορούσε να δεχθεί μια συμφωνία εγγυημένη από ξένη δύναμη και οι Σέρβοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους. Στις 7 Μαΐου 1805 η Πύλη εξέδωσε διάταγμα για αφοπλισμό και επανάπαυση στα τακτικά Οθωμανικά στρατεύματα για προστασία από τις νταχίγε, που αγνοήθηκε πλήρως από τους Σέρβους. [16] [13] Ο Σουλτάνος Σελίμ Γ΄ διέταξε τον πασά της Νις Χαφίζ να καταλάβει το Βελιγράδι.[17] Η Πρώτη Σερβική Εξέγερση, το πρώτο στάδιο της Σερβικής Επανάστασης,είχε αρχίσει.




Belgrade pashaluk.png
Serbia1809.png
Serbia1813.png

Εξέγερση κατά των Οθωμανών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και ο σουλτάνος ​​οργάνωσε εκστρατεία ενάντια στην εξέγερση. Η πρώτη μεγάλη μάχη ήταν η Μάχη του Ιβάνκοβατς το 1805, στην οποία ο Καραγιώργης νίκησε τον τουρκικό στρατό και τον ανάγκασε να υποχωρήσει προς τη Νις. Το 1805 οι Σέρβοι επαναστάτες οργάνωσαν μια στοιχειώδη κυβέρνηση για τη διοίκηση της Σερβίας κατά τη διάρκεια του αγώνα. Η εξουσία επιμερίστηκε μεταξύ της Νάροντνα Σκούπστινα (Λαϊκή Συνέλευση), του Πραβιτελστβούγιουσι σόβιετ (Κυβερνητικό Συμβούλιο) και του ίδιου του Kαραγιώργη. Η γη επιστράφηκε, η καταναγκαστική εργασία καταργήθηκε και οι φόροι μειώθηκαν. Εκτός από την κατάργηση του κεφαλικού φόρου στους μη μουσουλμάνους, οι επαναστάτες επίσης κατάργησαν όλα τα φεουδαρχικά βάρη το 1806, με τη χειραφέτηση των αγροτών και των δουλοπροίκων να αποτελεί σημαντική κοινωνική ρήξη με το παρελθόν.

Η δεύτερη μεγάλη μάχη της εξέγερσης ήταν η Μάχη του Mίσαρ το 1806, στην οποία οι αντάρτες νίκησαν έναν Οθωμανικό στρατό από το Εγιαλέτι της Βοσνίας με επικεφαλής τον Τούρκο Σπαχή Σουλεϊμάν Πασά. Ταυτόχρονα οι αντάρτες, υπό την ηγεσία του Πέταρ Ντόμπρνιακ, νίκησαν τον Οσμάν Πασβάνογλου και έναν άλλο Οθωμανικό στρατό που εστάλη από το Ντέλιγκραντ στα νοτιοανατολικά. Οι Οθωμανοί ηττήθηκαν σαφέστατα, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές τους και την υποστήριξη των Οθωμανών διοικητών με επικεφαλής τον Ιμπραήμ Μπουσάτι και τους δύο γιους του Αλή Πασά, το Μουκτάρ Πασά και το Βελή Πασά. Το 1806 οι αντάρτες έστειλαν ως απεσταλμένο τους στην Οθωμανική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη τον έμπορο του Βελιγραδίου Πέτρο Ίτσκο, που κατάφερε να τούς εξασφαλίσει μια ευνοϊκή ειρήνη που φέρει το όνομά του. Ωστόσο οι Σέρβοι ηγέτες την απέρριψαν και ενδεχομένως δηλητηρίασαν τον Ιτσκο λόγω των επαφών του με τους Οθωμανούς.

Στη συνέχεια οι Σέρβοι επαναστάτες συμμάχησαν με τους Ρώσους στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1806-1812). Η Μάχη του Ντέλιγκραντ το Δεκέμβριο του 1806 υπήρξε αποφασιστική νίκη των Σέρβων και ενίσχυσε το ηθικό των ολιγαριθμότερων ανταρτών. Για να αποφύγει την καθολική ολική ήττα, ο Iμπραήμ Πασάς διαπραγματεύτηκε μια εκεχειρία έξι εβδομάδων με τον Kαραγιώργη. Το 1807 τα αιτήματα για αυτοδιοίκηση εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξελίχθηκαν σε πόλεμο για ανεξαρτησία που υποστηρίχθηκε στρατιωτικά από τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Συνδυάζοντας την πατριαρχική δημοκρατία των αγροτών με τους σύγχρονους εθνικούς στόχους, η Σερβική επανάσταση προσέλκυσε χιλιάδες εθελοντές μεταξύ των Σέρβων από τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Η Σερβική Επανάσταση έγινε τελικά σύμβολο της διαδικασίας εθνογένεσης στα Βαλκάνια, προκαλώντας αναταραχές μεταξύ των Χριστιανών τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βουλγαρία. Μετά από μια επιτυχή πολιορκία με 25.000 άνδρες, στις 8 Ιανουαρίου 1807, ο Kαραγιώργης ανακήρυξε το Βελιγράδι πρωτεύουσα της Σερβίας.

Το 1808 ο Σελίμ Γ΄εκτελέστηκε από το Μουσταφά Δ΄, που στη συνέχεια εκθρονίστηκε από το Μαχμούτ Β΄. Εν μέσω αυτής της πολιτικής κρίσης οι Οθωμανοί ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν στους Σέρβους μια ευρεία αυτονομία, ωστόσο οι συζητήσεις δεν οδήγησαν σε συμφωνία , καθώς δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στα ακριβή όρια της Σερβίας.[18]

Η Διακύρυξη (1809) του Kαραγιώργη στην πρωτεύουσα του Βελιγραδίου ίσως αποτέλεσε την κορύφωση της πρώτης φάσης. Καλούσε για εθνική ενότητα, βασισμένη στη σερβική ιστορία, απαιτώντας ανεξιθρησκία και επίσημη ισχύ γραπτών νόμων, που η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε παράσχει. Κάλεσε τους Σέρβους να σταματήσουν να πληρώνουν στην Πύλη φόρους, που θεωρούντο άδικοι, ως βασισμένοι στη θρησκεία. Ο Καραγιώργης ανακήρυξε τον εαυτό του κληρονομικό ανώτατο ηγεμόνα της Σερβίας, αν και συμφώνησε να ενεργεί σε συνεργασία με το κυβερνητικό συμβούλιο, που θα ήταν και το ανώτατο δικαστήριο. Όταν ξέσπασε ο Οθωμανορωσικός πόλεμος το 1809, ήταν έτοιμος να υποστηρίξει τη Ρωσία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Καραγιώργης ξεκίνησε μια επιτυχημένη επίθεση στο Νόβι Παζάρ, αλλά οι Σερβικές δυνάμεις ηττήθηκαν στη συνέχεια στη Μάχη του Τσέγκαρ.[19]

Το Μάρτιο του 1809 ο Χουρσίτ Πασάς εστάλη στο Σαντζάκι του Σμεντέρεβο για να καταστείλει την εξέγερση. Η ποικιλόμορφη Οθωμανική δύναμη περιλάμβανε τεράστιο αριθμό στρατιωτών από πολλά γειτονικά Πασαλίκια (κυρίως από την Αλβανία και τη [[ Βοσνία), συμπεριλαμβανομένων των Σαμσόν Σερφμπέρ (Γαλλοεβραίου εξισλαμισμένου μισθοφόρου, που υπηρέτησε αργότερα (1816–19) στο στρατό του Αλή Πασά), Οσμάν Γκραντάσεβιτς και Ρεσίτι Μπουσάτι. Στις 19 Μαΐου 1809 3.000 επαναστάτες υπό την ηγεσία του διοικητή Στέβαν Σίντελιτς δέχτηκαν επίθεση από μια μεγάλη Οθωμανική δύναμη στο Λόφο Τσέγκαρ, που βρίσκεται κοντά στην πόλη Νις.

Λόγω έλλειψης συντονισμού μεταξύ των διοικητών, απέτυχε η ενίσχυση με άλλα αποσπάσματα, αν και οι αριθμητικά υπέρτεροι Οθωμανοί έχασαν χιλιάδες στρατιώτες σε πολυάριθμες επιθέσεις εναντίον των σερβικών θέσεων. Τελικά οι αντάρτες καταβλήθηκα και οι θέσεις τους καταλήφθηκαν. Για να αποφύγει τη σύλληψη και τον ανασκολοπισμό ο Σίντελιτς πυροδότησε την πυριτιδαποθήκη του με αποτέλεσμα μια έκρηξη που σκότωσε όλους τους επαναστάτες και τα Οθωμανικά στρατεύματα στην περιοχή. Στη συνέχεια ο Χουρσί Πασάς διέταξε να υψωθεί ένας πύργος από τα κρανία των Σέρβων επαναστατών - όταν ολοκληρώθηκε ο Πύργος των Κρανίων ύψους τριών μέτρων περιείχε 952 κρανία Σέρβων. Τον Ιούλιο του 1810 τα Ρωσικά στρατεύματα έφθασαν στη Σερβία για δεύτερη φορά. Στην περίπτωση αυτή όμως ακολούθησε κάποια στρατιωτική συνεργασία - εστάλησαν όπλα, πυρομαχικά και ιατρικά εφόδια και ο στρατηγός [[Μιχαήλ Κουτούζοφ] συμμετείχε στο σχεδιασμό κοινών δράσεων. Η ρωσική βοήθεια αναπτέρωσε τις ελπίδες για μια Σερβική νίκη.[19]

Τον Αύγουστο του 1809 ένας Οθωμανικός στρατός είχε βαδίσει κατά του Βελιγραδίου, προκαλώντας μαζική έξοδο των κατοίκων από το Δούναβη, μεταξύ των οποίων και του Ελληνικής καταγωγής Ρώσου διπλωμάτη Κωνσταντίνου Ροδοφοινίκη.[18] Προ της επαπειλούμενης καταστροφής, ο Kαραγιώργης έκανε έκκληση στους Αψβούργους και στο Ναπολέοντα, χωρίς επιτυχία.[18] Σε αυτό το σημείο οι Σέρβοι επαναστάτες βρίσκονταν σε άμυνα, με στόχο να κρατήσουν τα εδάφη που είχαν και όχι να κερδίσουν νέα.[18][19] Η Ρωσία, που αντιμετώπιζε την εισβολή των Γάλλων, επιθυμούσε να υπογράψει μια οριστική ειρηνευτική συνθήκη και ενήργησε ενάντια στα συμφέροντα της Σερβίας.[19] Οι Σέρβοι δεν ενημερώθηκαν ποτέ για τις διαπραγματεύσεις και έμαθαν τους τελικούς όρους από τους Οθωμανούς[19]. Αυτή η δεύτερη ρωσική υποχώρηση ήρθε στο απόγειο της προσωπικής εξουσίας του Kαραγιώργη και της αναπτέρωσης των σερβικών προσδοκιών.[19] Οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) περιείχαν το άρθρο 8, που αφορούσε τους Σέρβους. Συμφωνήθηκε ότι οι σερβικές οχυρώσεις θα καταστρέφονταν, εκτός αν είχαν αξία για τους Οθωμανούς. Οι προ του 1804 οθωμανικές εγκαταστάσεις επρόκειτο να ανακαταληφθούν και να φρουρούνται από οθωμανικά στρατεύματα. Σε αντάλλαγμα η Πύλη υποσχέθηκε γενική αμνηστία και ορισμένα δικαιώματα αυτονομίας. Οι Σέρβοι θα έλεγχαν «τη διοίκηση των δικών τους υποθέσεων» και τη συλλογή και απόδοση ενός σταθερού φόρου.[20] Οι αντιδράσεις στη Σερβία ήταν ισχυρές. Η ανακατάληψη φρουρίων και πόλεων προκαλούσε ιδιαίτερη ανησυχία και φόβους για αντίποινα.[20]

Μερικοί από τους ηγέτες της εξέγερσης αργότερα έκαναν κατάχρηση των προνομίων τους για προσωπικό τους όφελο. Υπήρξε διαφωνία μεταξύ του Καραγιώργη και άλλων ηγετών. Εκείνος ήθελε απόλυτη εξουσία, ενώ οι προύχοντες ήθελαν να τον περιορίσουν. Μετά τη λήξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου και την πίεση της γαλλικής εισβολής το 1812 η ​​Ρωσική Αυτοκρατορία απέσυρε την υποστήριξή της προς τους Σέρβους επαναστάτες. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκμεταλλεύτηκε αυτές τις συνθήκες και επανέκτησε τη Σερβία το 1813 μετά την ανακατάληψη του Βελιγραδίου. Οι Οθωμανικές δυνάμεις κατέκαψαν χωριά κατά μήκος των κύριων διαδρομών της εισβολής τους, ενώ οι κάτοικοί τους σφαγιάστηκαν ή έγιναν πρόσφυγες, ενώ πολλές γυναίκες και παιδιά έγιναν σκλάβοι. Ο Kαραγιώργης, μαζί με άλλους ηγέτες των επαναστατών, κατέφυγαν στην Αυστριακή Αυτοκρατορία στις 21 Σεπτεμβρίου 1813.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την επαναφορά του οθωμανικού ελέγχου πολλοί από τους επαναστάτες (περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού), συμπεριλαμβανομένου του Καραγιώργη Πέτροβιτς, κατέφυγαν στην |Αυτοκρατορία των Αψβούργων.[21] Ανακτημένο από τους Οθωμανούς τον Οκτώβριο του 1813, το Βελιγράδι έγινε το σκηνικό βάναυσης εκδίκησης, με εκατοντάδες πολίτες του να σφαγιάζονται και χιλιάδες να πωλούνται ως σκλάβοι ακόμη και σε άλλες ασιατικές αγορές. Η άμεση οθωμανική κυριαρχία σήμαινε επίσης την κατάργηση όλων των σερβικών θεσμών και την επιστροφή των Οθωμανών Τούρκων στη Σερβία.

Η ένταση συνεχίστηκε. Το 1814 ο βετεράνος Χατζί Προντάν ξεκίνησε μια εξέγερση που απέτυχε. Μετά από μια εξέγερση σε ένα τουρκικό κτήμα το 1814, οι Οθωμανικές αρχές έσφαξαν τον τοπικό πληθυσμό και ανασκολόπησαν δημόσια 200 κρατούμενους στο Βελιγράδι.[21] Από το Μάρτιο του 1815 οι Σέρβοι πραγματοποίησαν πολλές συναντήσεις και αποφάσισαν τη συνέχιση της επανάστασης, τη Δεύτερη Σερβική Εξέγερση του 1815, που τελικά κατάφερε να εξασφαλίσει τη Σερβική αυτονομία.

Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξουσία επιμερίστηκε μεταξύ του Μεγάλου Ηγεμόνα Καραγιώργη, της Νάροντνα Σκούπστινα (Λαϊκή Συνέλευση) και του Πραβιτελστβούγιουσι σόβιετ (Κυβερνητικό Συμβούλιο), που ιδρύθηκε το 1805.

Κυβερνητικό Συμβούλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κυβερνητικό Συμβούλιο συστάθηκε κατόπιν σύστασης του Ρώσου Υπουργού Εξωτερικών Υποθέσεων Τσαρτορίσκι και κατόπιν πρότασης κάποιων από τους δούκες (Γιάκοβ και Ματέια Νενάντοβιτς, Μίλαν Ομπρένοβιτς και Σίμα Μάρκοβιτς).[22] Αποψη του Μπούζα Γκρίζοβιτς, του πρώτου γραμματέα, και του Ματέια Νενάντοβιτς, πρώτου προέδρου, ήταν το συμβούλιο να γίνει η κυβέρνηση του νέου Σερβικού κράτους.[23] Έπρεπε να οργανώσει και να επιβλέπει τη διοίκηση, την οικονομία, τον εφοδιασμό του στρατού, την τάξη και την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την εξωτερική πολιτική.[23]

Σφραγίδα του Πραβιτελστβούγιουσι σόβιετ
Η Μάχη του Μίσαρ (1806), του Αφανάσι Σέλουμοφ
Πιστόλια από την Πρώτη Σερβική Εξέγερση
Στολή και όπλα τακτικού Σέρβου στρατιώτη (1809–10)
  1. The Ottoman Empire and the Serb Uprising, S J Shaw in The First Serbian Uprising 1804-1813 Ed W Vucinich, p. 72
  2. Ranke 1847.
  3. Roger Viers Paxton (1968). Russia and the First Serbian Revolution: A Diplomatic and Political Study. The Initial Phase, 1804-1807, Stanford (1968). Department of History, Stanford University, σελ. 13. https://books.google.com/books?id=pKVCAAAAIAAJ. 
  4. 4,0 4,1 Ćorović 2001.
  5. Filipović, Stanoje R. (1982). Podrinsko-kolubarski region. RNIRO "Glas Podrinja", σελ. 60. https://books.google.com/books?id=UqAMAAAAIAAJ. «Ваљевски кнезови Алекса Ненадовић, Илија Бирчанин и Никола Грбовић довели су своју војску у Београд и учествовали у оштрој борби са јаничарима који су се побеђени повукли.» 
  6. Ranke 1847, σελ. 115.
  7. Ćorović 2001, ch. Почетак устанка у Србији.
  8. 8,0 8,1 Ranke 1847, σελ. 119–120.
  9. 9,0 9,1 9,2 Nicholas Moravcevich (2005). Selected essays on Serbian and Russian literatures and history. Stubovi kulture, σελ. 217–218. https://books.google.com/books?id=O-hiAAAAMAAJ. 
  10. Morison 2012, σελ. xvii.
  11. Vucinich, Wayne S. The First Serbian Uprising, 1804-1813. Social Science Monographs, Brooklyn College Press, 1982.
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 Morison 2012, σελ. xviii.
  13. 13,0 13,1 13,2 Morison 2012, σελ. xix.
  14. 14,0 14,1 Petrovich 1976, σελ. 34.
  15. Vucinich, Wayne S. The First Serbian Uprising, 1804-1813. Social Science Monographs, Brooklyn College Press, 1982.
  16. Ursinus, M.O.H., “Ṣi̊rb”, in: Encyclopaedia of Islam, Second Edition, Edited by: P. Bearman, Th. Bianquis, C.E. Bosworth, E. van Donzel, W.P. Heinrichs. Consulted online on 11 March 2018 <https://dx.doi.org.turing.library.northwestern.edu/10.1163/1573-3912_islam_COM_1091> First published online: 2012
  17. Jelavich, Charles, and Barbara Jelavich. The Establishment of the Balkan National States, 1804-1920. University of Washington Press, 2000.
  18. 18,0 18,1 18,2 18,3 Jelavich 1983, σελ. 201.
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 19,4 19,5 Jelavich & Jelavich 1977, σελ. 34.
  20. 20,0 20,1 Jelavich & Jelavich 1977, σελ. 35.
  21. 21,0 21,1 http://staff.lib.msu.edu/sowards/balkan/lecture5.html
  22. Janković 1955, σελ. 18.
  23. 23,0 23,1 Čubrilović 1982, σελ. 65.