Περικλής Γιαννόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Περικλής Γιαννόπουλος
Giannopoulos Perikles.jpg
Γέννηση  ή 
Πάτρα
Θάνατος
Αθήνα
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ιδιότητα ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και συγγραφέας

Ο Περικλής Γιαννόπουλος (Πάτρα 1869 - Αθήνα 8 Απριλίου 1910), λογοτέχνης, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, υπήρξε ελληνολάτρης διανοητής. Ήταν γιος του Ιωάννη και της Ευδοκίας Θεοφράστου Χαιρέτη. Καταγόταν δηλαδή από την αρχοντική κρητική, βυζαντινής καταγωγής, οικογένεια Χαιρέτη, της οποίας μέλη είχαν εγκατασταθεί στην Πάτρα. Γι' αυτό φέρεται ότι επηρεάστηκε ιδιαίτερα από το έργο του θείου του Εμμανουήλ Χαιρέτη.13

Η ζωή και το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Περικλής Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα και αυτοκτόνησε στον κόλπο του Σκαραμαγκά.

Τελείωσε το Α' Γυμνάσιο Πατρών το 1887[1] κι έπειτα παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής για ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άλλα δύο χρόνια στο Παρίσι. Μετά το θάνατο του πατέρα του, όμως, εγκατέλειψε τις σπουδές του και πήγε για οχτώ μήνες στον αδελφό του στο Λονδίνο, όπου μελέτησε αγγλική και γαλλική λογοτεχνία. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Άρχισε από το 1894 να δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων των Ντίκενς, Πόε, Λοτί, Ουάιλντ, Μποντλέρ, Μιρμπό, Τελιέ, καθώς και δικά του "πεζά ποιήματα". Από το 1899 αρθρογραφεί στις εφημερίδες Ακρόπολις, Το Αστυ, Εστία κ.ά. και στα περιοδικά Κριτική, Παναθήναια, Ο Νουμάς κ.ά., χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα όπως Λωτός, Απολλώνιος, Νεοέλλην, Μαίανδρος, Θ. Θάνατος. Με εντελώς προσωπικό ύφος και γλώσσα, και ασυγκράτητο πάθος, εκφράζει τις ελληνοκεντρικές του ιδέες και καταγγέλλει τα κατ' αυτόν αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας - προπαντός την ξενομανία, τον "φραγκοραγιαδισμό" όπως τον ονόμασε ο ίδιος. Το 1906 εκδίδει ως αυτόνομο βιβλίο το "Νέον Πνεύμα", και το 1907 την εκτενέστερη "Έκκλησι προς το Πανελλήνιον Κοινόν" - τα ιδεολογικά του μανιφέστα. Οι "περικλογιαννοπούλειες" ιδέες, σε σύγκρουση με κάθε κατεστημένο, προκαλούν αντιδράσεις στην Αθήνα της εποχής. Από άλλους θεωρείται απλώς ρομαντικός και ωραίος τρελός, από άλλους υβριστής, άλλοι όμως αναγνωρίζουν από την πρώτη στιγμή την πρωτοτυπία του και εμπνέονται από αυτόν. (Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Αριστος Καμπάνης, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Σπύρος Μελάς δημοσιεύουν πολύ εγκωμιαστικές κριτικές. Ο Ίων Δραγούμης γίνεται αδελφικός του φίλος, και μάχεται μετά τον θάνατο του Γιαννόπουλου να κάνει το όραμα του φίλου του πολιτική πράξη6. Ο Άγγελος Σικελιανός θα ακολουθήσει δική του, πρωτότυπη ελληνοκεντρική πορεία, θα υμνήσει όμως και αυτός τον Γιαννόπουλο και βεβαίως δεν θα μείνει ανεπηρέαστος από αυτόν.7)

Αν και ο Γιαννόπουλος ευτύχησε να είναι πολύ γνωστός και να έχει αφοσιωμένους φίλους στον πνευματικό κόσμο των Αθηνών (τόσο για το πρωτότυπο, ελληνοκεντρικό, παθιασμένο πνεύμα του, αλλά επίσης και για τον "μποέμικο" και άκρως φιλελεύθερο για τα συντηρητικά ήθη της εποχής τρόπο ζωής του - κατά τις μαρτυρίες μάλιστα υπήρξε και ωραιότατος άνδρας12), εν τούτοις δεν ευτύχησε να έχει την ευρύτερη αποδοχή που ποθούσε ως συγγραφέας, πόσο μάλλον να αναμορφώσει κατά το όραμά του την ελληνική κοινωνία.

Δεν ήθελε, αυτός ο λάτρης του ωραίου, να γεράσει (όπως υπέθεσε ο Ίων Δραγούμης); Ένιωσε ότι έφθανε στην εξάντληση της καλλιτεχνικής του δημιουργίας; Ότι δεν είχε άλλο τίποτε πια να προσφέρει πια, ούτε μπορούσε να αναμορφώσει την ελληνική κοινωνία; Απογοήτευση από την μη ευόδωση με γάμο της ερωτικής σχέσης του με την Σοφία Λασκαρίδου, ζωγράφο και χειραφετημένη γυναίκα της εποχής; Ρομαντικός και "ερασιθάνατος" (η λέξη του Ιωάννη Συκουτρή, του επίσης μεγάλου ελληνολάτρη αυτόχειρα); Όλα αυτά μαζί, σημειώνει ο ψυχίατρος και λογοτέχνης Πέτρος Χαρτοκόλλης.

Στις 8 Απριλίου 1910, ο Περικλής Γιαννόπουλος δημιούργησε και εκτέλεσε το τελευταίο έργο του - κατά πολλούς το αποκορύφωμα του έργου του. Όπως είχε προσχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια πολύ καιρό πριν9, στεφανωμένος, καβάλησε το άσπρο άλογό του και μπήκε μαζί του στην θάλασσα του Σκαραμαγκά. Με μία σφαίρα στο κεφάλι, ενώθηκε για πάντα με την ελληνική φύση που τόσο είχε αγαπήσει. Προηγουμένως είχε κάψει πολλά ανέκδοτα έργα του (κατά μαρτυρίες μια εργασία περί της αρχιτεκτονικής, καθώς και διηγήματα φαντασίας), σημειώνοντας ότι αφού η Ελληνική Φύση τα ενέπνευσε στον ίδιο, θα τα ενέπνεε και σε άλλους στο μέλλον. Το νεκρό σώμα του το έβγαλαν τα κύματα στην στεριά δέκα μέρες μετά. Πριν ταφεί, δύο άγνωστες κυρίες, σαν νύμφες της Αττικής γης, στόλισαν τον νεκρό με λουλούδια (πιθανότατα η Σοφία Λασκαρίδου).

Ο θάνατος, ο τρόπος μάλιστα του θανάτου του Περικλή Γιαννόπουλου συγκλόνισε την κοινωνία και τον τύπο της εποχής, τόσο που δεν είχε γίνει για τα έργα του όσο ζούσε. Για πολλές ημέρες δημοσιεύονταν λεπτομέρειες για τον τρόπο του θανάτου του, ενώ ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Μαλακάσης και η Μυρτιώτισσα του αφιέρωσαν ποιήματα.9

Απόψεις και αποσπάσματα από το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνικότητα στις τέχνες κατά τον Γιαννόπουλο

Κατά τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, «Ο Περικλής Γιαννόπουλος υπήρξεν ο μεγαλείτερος, ο ευγλωττότερος και ο φωτεινότερος απόστολος του κατά φύσιν ελληνικού ζην. [... ] ηγωνίζετο να καταδείξη όχι απλώς και μόνον ότι το ελληνικόν είναι το μόνον αρμόζον, αλλά και ποίον είναι αυτό το ελληνικόν.» Την ελληνικότητα αυτήν, το «κατά φύσιν» του Έλληνα, από την πολιτική και τήν κοινωνία μέχρι τις τέχνες, ο Γιαννόπουλος το ανήγαγε στην Ελληνική Φύση. Αισθητικός με σπάνια ευαισθησία, στην Φύση έψαχνε την αρχή των πάντων. Και πριν την Ιστορία, την κοινωνία και την πολιτική, ο Γιαννόπουλος, την πρώτη και βασική στρέβλωση και απομάκρυνση από την «ελληνικήν φύσιν» την εντοπίζει στις τέχνες.

Για να αποσαφηνίσει ο Γιαννόπουλος τις θεμελιώδεις αρχές της ελληνικότητας στις τέχνες (Ζωγραφική, Γλυπτική, Αρχιτεκτονική, Μουσική κ.ά.), από τις οποίες, κατ' αυτόν, λόγω της ξενομανίας, συμπλέγματος κατωτερότητας έναντι της Δύσης, η νεώτερη ελληνική κοινωνία είχε απομακρυνθεί, δεν θέτει ως βάση οποιαδήποτε τέχνη, ρυθμό ή τεχνοτροπία, αλλά αυτήν ταύτην την Ελληνική Φύση. Με θαυμαστή ευαισθησία, ορίζει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Ελληνικής Γραμμής και του Ελληνικού Χρώματος, όπως αυτά απορρέουν φυσικά από την Ελληνική Γη και το Ελληνικό Φως γύρω του. Τις θεμελιώδεις του αρχές για τις τέχνες, αναπτύσσει στα έργα του «Ἑλληνικὴ Γραμμή» (1903) και «Ἑλληνικὸν Χρῶμα» (1904). Συγκεκριμένα, κατά τον Γιαννόπουλο:

α) Η Ελληνική Γραμμή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, διαύγεια, καθαρότητα, απαλότητα, καμπυλότητα, λυγεράδα, χάρη, αρμονία του συνόλου αλλά ποικιλία των λεπτομερειών.14

β) Το Ελληνικό Χρώμα χαρακτηρίζεται από: αϋλότητα, ελαφρότητα, με βασικά χρώματα το κυανό και το χρυσό, αλλά και ποικιλία στις λεπτομέρειες και διαρκείς παραλλαγές και παιχνίδισμα σε ολόκληρο φάσμα λεπτοτάτων αποχρώσεων.15

«Αὐτὸς ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκὸς Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος», σημειώνει με εκστατικό οίστρο ο Γιαννόπουλος, αυτά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Ελληνικής Φύσης πρέπει να καθορίζουν και κάθε έκφανση της Ελληνικής Τέχνης, όπως καθορίζουν και την ψυχή, τον χαρακτήρα του Έλληνα: «σὰν τὴν παλαιάν μας τέχνην, ὅπου ὅλα φαίνονται ἀδελφά, καὶ ὅμως κανὲν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο [...] σὰν τὸν Ἕλληνα ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς εἰς τὸ σύνολον καὶ εἰς κάθε βῆμα ποτὲ ὅμοιος, [ἡ ἑλληνικὴ γραμμὴ] ἀποδεικνύουσα καὶ αὐτὴ τὴν ὅλην μας φύσιν, ἧς ἓν τῶν ριζικῶν διακριτικῶν της εἶναι: ἡ ἑνότης τῶν σπουδαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν δευτερευόντων [...] ἡ χαρακτηριστικὴ ἑνότης τοῦ συνόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ Ἕλληνος καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν μερῶν, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ χωρογραφικῶς καὶ χρωματικῶς καὶ γραμμικῶς».

Ο Χριστιανισμός ενώ αφ” ενός εφαίνετο σώζων την Φυλήν και την διέσωζε πράγματι εν μέρει αφ” έτερου όμως υπήρξε και είναι και τώρα γενικώς: ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ. Ο Εγκληματίας Καλογερισμός ο πάντοτε εμπνέων την αποθάρρυνσιν εις την φυλήν και υπό τους Αυτοκράτορας, ο φωνάζων και εξηγών όλα ως Τιμωρίαν Θεϊκήν, ο ξεσβερκωμένος ότι επέσαμεν ένεκα των αμαρτιών μας, ήτο ευτυχής να απαλλαχθή του Αυτοκράτορος και να ΜΟΝΟΚΡΑΤΟΡΗΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΣ και κατά το μέγα μέρος Πραγματικώς, πραγματοποίησις ονείρου του, που δεν την εφαντάσθη ποτέ του από της Ιδρύσεως του Χριστιανισμού μέχρι της ημέρας της Πτώσεως. Τον Τούρκο δεν τον έμελλε τίποτε, διότι ο Τούρκος θέλει μόνον να δουλεύης και να μην τον ανησυχής. Όταν τον παρασκοτίσης, σύντομα σου κόβει το κεφάλι και ησυχάζεις και συ κι αυτός μαζύ. Ούτω ο Καλογερισμός ευρέθη περίφημα, θαυμάσια, διδάσκων ότι εκ Θεοΰ το Κακόν, λέγων γύρισε κι απ” άλλο μέρος να σε χαστουκίσουν, και λέγων εις τον Ελληνισμόν Κύριε δεν είμαι μόνον ιδικός Σου αντιπρόσωπος, δεν ανήκω μόνον σε σένα, εγώ είμαι Κύριος και Αντιπρόσωπος και προστάτης όλων των Χριστιανών της Ανατολής. Αυτός είναι ο μοναδικός Λόγος, της εντελώς απιστεύτου και αφαντάστου ΔΟΥΛΕΙΑΣ της φυλής επί τόσους αιώνας.

Έγραψαν για τον Περικλή Γιαννόπουλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηρίστηκε από τους ομόδοξούς του πατέρας του πνευματικού κινήματος του ελληνοκεντρισμού5 και του ελληνικού εθνικισμού, «ο εξοχώτερος των νέων Ελλήνων»1, «ο μεγαλείτερος, ο ευγλωττότερος και ο φωτεινότερος απόστολος του κατά φύσιν ελληνικού ζην»2, «άγιος της ελληνικής νεολαίας»3, «αηδόνι της ελληνικής γης»3, «μάγος της ελληνικής γλώσσας»3, ή ακόμη, απλά και πάνω απ' όλα, «ο Έλλην»4. Και ακόμη, αισθητικός της ελληνικότητας, σουρεαλιστής πριν τον σουρεαλισμό5, οικολόγος πριν το οικολογικό κίνημα5, Εθνικός αλλά και Βυζαντινός μαζί3, «ξανθός ιππότης»12, μποέμ, χίππης και δανδής μαζί3, αναρχικός και σαμουράι3, ρομαντικός, ιδιόρρυθμος, δριμύς κατήγορος της κοινωνίας της εποχής του5.

Ο Ίων Δραγούμης έγραψε για τον Γιαννόπουλο: «...μου φάνηκε σαν τον βοριά τον παγωμένο που μανιασμένος σαρώνει τους βρώμικους από μικρόβια αέρηδες και από κάθε βρώμα ή σκουπίδι καθαρίζει τον κόσμο... Σ' αυτού τον ρυθμό τη ζωή μου τονίζω.»6 Ποιητές και καλλιτέχνες τον ύμνησαν (Κωστής Παλαμάς («ο Αντίνοος έφηβος, ο πιο λαμπρός που ζούσε»), Άγγελος Σικελιανός («Κι έφερε η φήμη ... μοναχό κριτή τον Ήλιο»), Μιλτιάδης Μαλακάσης («σ' ευλάβεια μνήμης, ω Απολλώνιε ζήσε, Νέος μαζί κι Αρχαίος»), Μυρτιώτισσα («Ευγενικέ μας φίλε...»)) και εμπνεύστηκαν από αυτόν10 (Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης και ολόκληρη η Γενιά του '30, Δημήτρης Πικιώνης, Άρης Κωνσταντινίδης, Γιάννης Τσαρούχης, Κώστας Φέρρης, Λίνος Καρζής, Γ. Κατσίμπαλης, Αγγελική Χατζημιχάλη8 κ.ά.)

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανδρέα Ευθ. Μουγγολιά, Το Α΄ Γυμνάσιον εν Πάτρας, Εκτυπωτική Αττικής 2001, ISBN 960-91579-0-4, σελίδα 92

Παραπομπές - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1: Βλάσσης Γαβριηλίδης
  • 2: Γρηγόριος Ξενόπουλος
  • 3: Δημήτρης Κιτσίκης, «Ο άγιος της ελληνικής νεολαίας Περικλής Γιαννόπουλος», περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 107, Νοέμ. 2002
  • 4: Επαμεινώνδας Παντελεμίδης, «Περικλής Γιαννόπουλος, ο Έλλην», «Τετρακτύς Αείγνητος»
  • 5: Μ. Μελετόπουλος, «Περικλής Γιαννόπουλος: Βίος, έργο και αυτοκτονία», περ. «Νέα Κοινωνιολογία», τ. 39, Φθινόπωρο 2004, ISSN 1105-8099, σελ. 137-178: "Αποτίμηση", σελ. 176
  • 6: "Σ' αυτού τον ρυθμό τη ζωή μου τονίζω", γράφει για τον Γιαννόπουλο ο αδελφικός του φίλος Ίων Δραγούμης. Κατά τον Π. Ταγκόπουλο, "ο Ίων ολόκληρος θαρρείς κι έχει αναπηδήσει από τα κηρύγματα του Γιαννόπουλου, σα νά 'ναι το δεύτερο εγώ του, πιο φίνο και λαμπικαρισμένο". (Ελλ. Γράμματα, 1-2-1929 και 1938. Στέφανος Μπεκατώρος, «Ίων Δραγούμης - Το ανθολόγιο του Νουμά. Επίμετρο: Εννέα επιστολές του Περικλή Γιαννόπουλου στον Ίωνα Δραγούμη», Εναλλακτικές Εκδόσεις, σελ. 209)
  • 7: Κατά τον Α. Καραντώνη, "Ο Ίων Δραγούμης και ο Άγγελος Σικελιανός, μορφοποιήσαν τη συνείδηση του ελλαδισμού τους μέσα στην ατμόσφαιρα και το προφητικό θάμπος που σκορπούσε ο Γιαννόπουλος ζώντας και δημιουργώντας." (Ελλ. Γράμματα, 1-2-1929 και 1938. Μπεκατώρος, ο.π. σελ. 209) Ο Σικελιανός μελετά τον Γιαννόπουλο και διατυπώνει τις συμφωνίες και τις διαφωνίες του σε σχετικό κείμενό του το 1919. (Μπεκατώρος, ο.π. σελ. 211)
  • 8: Μπεκατώρος, ο.π. σελ. 209
  • 9: Πέτρος Χαρτοκόλλης, «Ιδανικοί αυτόχειρες - Έλληνες λογοτέχνες που αυτοκτόνησαν», Εστία, 2003, ISBN 960-05-1101-2, σελ. 51-56
  • 10: Για την επίδραση του Περικλή Γιαννόπουλου στο έργο των αρχιτεκτόνων Δ. Πικιώνη και Άρη Κωνσταντινίδη, και των ποιητών Γ. Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη βλ. π.χ. Μπεκατώρος ο.π. σελ. 212-217. Χαρακτηριστικά ο Ελύτης γράφει για τον Γιαννόπουλο και τον Δραγούμη: "Η γονιμοποιός δύναμη του αιώνιου και υγιούς μέρους των απόψεών τους ... το μήνυμά τους το βαθύτερο με άγγιζε και τότε... Ε λοιπόν κι εγώ θα το εξομολογηθώ με μιαν ειλικρίνεια που δεν αξίζει να την ειρωνευτεί κανείς: ένιωθα ένας αριστοκράτης που είχε -ο μόνος που είχε- το προνόμιο να λέει τον ουρανό "ουρανό" και την θάλασσα "θάλασσα", άκριβώς όπως η Σαπφώ, ακριβώς όπως ο Ρωμανός, εδώ και χιλιάδες χρόνια, και μόνον έτσι να βλέπω αλήθεια το γαλάζιο του αιθέρος ή ν' ακούω το ρόχθο του πελάγους... Καμιά υπερβολή δεν είχε πει, από την άποψη αυτή ο Περικλής Γιαννόπουλος."
  • 11: Ο Γ. Σεφέρης ("Δοκιμές", τ. Β', Ίκαρος, 1974, σελ. 54-55. Πέτρος Χαρτοκόλλης, ο.π., σελ. 36), αφού διατυπώσει την άποψή του για την "ταύτιση ανθρωπιάς και ελληνικής φύσης", θα σημειώσει ειρωνικά: "Βλέπω τα παιδιά έτοιμα να ξαναπιάσουν την πρόγκα: "Ο τυμβωρύχος του Γιαννόπουλου!" Τι να γίνει, πιστεύω πως υπάρχει μια λειτουργία ενανθρωπισμού στο ελληνικό φως."
  • 12: Ο Παύλος Νιρβάνας χαρακτηρίζει τον Γιαννόπουλο "ξανθόν ιππότη" και θυμάται με θαυμασμό τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε εκείνος: " Ο Γιαννόπουλος μπορούσε να μιλή ώρες ολόκληρες, χωρίς να ξέρεις στο τέλος τι σου είπε. Είχα όμως την αίσθηση πάντοτε μιας γοητείας, που δεν μπορούσες να καταλάβης αν ήτανε από τα λόγια που άκουσες, απ' τη μελωδία της φωνής του ή από κάποια άλλη μυστική ενέργεια, που ακτινοβολούσε ο εσωτερικός παλμός του λόγου του." Ο δε θεατρικός συγγραφέας και χρονογράφος Σπύρος Μελάς αναφέρει ότι «ο Γιαννόπουλος ήταν ένας ωραιότατος νέος, λεβέντης κυπαρισσόκορμος, αλαβάστρινος, με θαυμάσια σαγηνευτικά, γαλανά μάτια, ένας αρχαίος Έλληνας με περιβολή δανδή, δικής του συνθέσεως, ζακέττα γκρι-περλ, χιονάτο πλαστρόν, που διετηρείτο πάντοτε άσπιλο και, αντί άνθους, ένα... γαϊδουράγκαθο στην κομβιοδόχη. Ήταν μια εμφάνιση άφθαστα κομψή, φυσικά εντυπωσιακή και παρ' όλη την ιδιορρυθμία της αντρίκια κι' επιβλητική." (Χαρτοκόλλης, ο.π. σελ 57)
  • 13: Δημήτρης Λαζογιώργος-Ελληνικός, «Μανουήλ Θ. Χαιρέτης: Ο άγνωστος προφήτης του Ελληνισμού», Πελασγός, 1998, σελ. 59-67
  • 14: Περικλής Γιαννόπουλος, «Ἑλληνικὴ Γραμμή» (1903): «Κάθε πετράδι, λιθάρι, χορτάρι, καθήμενον ὡραῖα, διαγραφόμενον διαυγέστατα, προβάλλον τὴν φυσιογνωμίαν του σὰν ἄτομον, σὰν ἄνθρωπος. [...] Εἶναι ἡ ἐντελὴς Ἑλληνικὴ τῶν πάντων εἰς τὰ πάντα: Σ α φ ή ν ε ι α. [...] Ἡ δύναμις λοιπὸν τοῦ Φωτός, ὁ διαπερασμος αὐτοῦ, ἡ διαφάνεια τοῦ ἀέρος, ἡ διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς εἶναι καταπληκτική. [...] Εἶναι μία μόνη γραμμὴ καμπύλη. Παντοῦ μιὰ ἁπλουστάτη, μαλακωτάτη καμπύλη [...] σαφεστάτη, ἁπλουστάτη, ἡδονικωτάτη, ἁρμονικωτάτη, μουσικωτάτη, μὲ μίαν αἰθεριωτάτην εὐγένειαν καὶ ἕνα μέθυ μελαγχολίας, παραλλάσσουσα εἰς κάθε βῆμα, ὅσον παραλλάσσει τὸ ἓν κῦμα ἀπὸ τὸ ἄλλο. [...] Εἶναι μία μόνη γραμμή, σὰν τὴν παλαιάν μας τέχνην, ὅπου ὅλα φαίνονται ἀδελφά, καὶ ὅμως κανὲν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο [...] σὰν τὸν Ἕλληνα ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς εἰς τὸ σύνολον καὶ εἰς κάθε βῆμα ποτὲ ὅμοιος, ἀποδεικνύουσα καὶ αὐτὴ τὴν ὅλην μας φύσιν, ἧς ἓν τῶν ριζικῶν διακριτικῶν της εἶναι : ἡ ἑνότης τῶν σπουδαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν δευτερευόντων. [...] Ἡ φυσικὴ αὐτή, διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἡ θεμελιώδης βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος Ἀνάγκη, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν αἱ Τεχναι ὅλαι.»
  • 15: Περικλής Γιαννόπουλος, «Ἑλληνικὸν Χρῶμα» (1904): «Ὅπως διὰ τὴν ζήτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Γραμμῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πρώτην Ἰδέαν μιᾶς ἐκρήξεως Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς, τίθεται ὡς βάσις οὐχὶ Τέχνη τις οἱαδήποτε, οὔτε αὐτὴ ἡ Ἀρχαία μας Τέχνη, ἀλλὰ ἡ Φύσις, ἡ Γῆ, ὅπως τὴν βλέπομεν γύρωθεν ἡμῶν, οὕτω καὶ διὰ τὸ ΧΡΩΜΑ. [...] Διὰ νὰ ἰδῆτε αὐτὸ καὶ τὴν αἰθεριότητά του, παρατηρήσατε πάλιν καὶ πρῶτον τὴν Γῆν. Εἶναι ἐλαφροτάτη. [...] Αὐτὸς καὶ ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκος Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος. [...] ἕνα ἀγλαώτατον, ἱλαρώτατον, ἐαρινώτατον, μυριώτατον, μυριοπέταλον ἀνθόχρωμα, ἕνα θυμαρόεν, θυμιατόεν πνεῦμα λέγει εὐγνωμόνως τὸ Χαῖρε εἰς τὸν ἀποσυρόμενον Βασιλέα τοῦ Κόσμου, Βασιλέα Βασιλέων Γαιῶν καὶ Οὐρανῶν: ΗΛΙΟΝ. [...] Η ΑΫΛΟΤΗΣ αὐτὴ τῆς ἐπιφανείας τῆς κοσμικῆς Ὕλης, τοῦ Φυσικοῦ χρώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης Ἰδέα, ἡ θεμελιώδης Βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος ΑΝΑΓΚΗ, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν ὅλαι αἱ ΧΡΩΜΟΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ. [...] Καὶ ἡ Ἀϋλότης αὐτὴ εἶναι τὸ πρῶτον χαρακτηριστικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Χρώματος. Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς λειοτάτης ζωγραφικῆς ἐπιφανείας. [...] Καὶ ὅλα τὰ χώματα πεδίων, λόφων, βουνῶν, ὅλα τὰ νερά, ὅλοι οἱ ἀέρες, εἶναι ὅλα φωτεινότατα χρωματιστά. Τὸ κύριον Χρῶμα, τὸ χαρακτηριστικὸν Χρῶμα εἶναι τὸ Κυανοῦν. [...] Καὶ τὸ ἕνα αὐτό, ἀπώτατον, ὀρεινότατον χαρακτηριστικὸν Χρῶμα, δέχεται εἰς τὸν ὑπεράνω αὐτοῦ ἀέρα καὶ τὴν πρὸ τῶν ποδῶν του γηΐνην ὕλην τοὺς καταιωνισμοὺς τοῦ Χρυσοῦ [...] ἡ χαρακτηριστικὴ ἑνότης τοῦ συνόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ Ἕλληνος καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν μερῶν, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ χωρογραφικῶς καὶ χρωματικῶς καὶ γραμμικῶς [...] θὰ ἐπανέλθω ἑκατομμυριάκις λεπτομερέστατα μέχρι τελείας ἀποδείξεως καὶ ἐξαντλήσεως θέματος, ἐμοῦ καὶ ...ἡμῶν — διότι εἶπα, ὅτι ἐννοῶ νὰ σᾶς τρελλανω μὲ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα καὶ νὰ σᾶς κάμω νὰ φᾶτε ἑλληνικὴν τροφὴν ὅσην δὲν ἐφάγατε τουλάχιστον ἕναν αἰῶνα. [...] ἔχει τὸ χαρακτηριστικόν του γενικὸν Χρῶμα καὶ διέρχεται ὅλων τῶν τόνων αὐτοῦ [...] Κάθε βράχωμα, ὕψωμα, λόφος τοῦ πλησίον μας κύκλου δίδει τὸ φόρεμα ποὺ ἐφόρεσε δι᾿ ὀλίγον εἰς τὸ πλησίον του καὶ κάθε φόρεμα περνᾷ ἀπὸ χέρι σὲ χέρι, ἀπὸ τὸ πρῶτον ὕψωμα ἕως τὸ τελευταῖον τοῦ κάθε κύκλου. Καὶ δὲν ὑπάρχει στιγμὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχουν, νὰ μὴ φαίνωνται ὅλα τὰ συνήθη φορέματα τοῦ κάθε κύκλου. Καὶ δὲν ὑπάρχει κυριολεκτικῶς ΣΤΙΓΜΗ σταματήματος καὶ δὲν ὑπάρχει ΣΤΙΓΜΗ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἕνα ὕψωμα νὰ ὁμοιάζῃ μὲ τὸ ἄλλο.»

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Ἡ σύγχρονος ζωγραφική», Δεκ. 1902
  • «Πρὸς τοὺς καλλιτέχνες μας», Φεβ. 1903
  • «Ξενομανία», 16 Ιαν. 1903
  • «Πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀναγέννησιν», 11-13 Μαρτ. 1903
  • «Τηλεφωνήματα», 1903
  • «Ἑλληνικὴ Γραμμή», Μαρτ. 1903
  • «Ἑλληνικὸν Χρῶμα», 3-11 Σεπτ. 1904
  • «Καὶ περὶ Ἑλληνικῆς Μουσικῆς τίποτε;», 18 Ιουλ. 1904
  • «Ἑλληνικὴν Μουσικὴν ἐμπρός», 25-28 Ιουλ. 1904
  • «Νέον Πνεῦμα», 1906
  • «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Περικλή Γιαννόπουλου Άπαντα (επιμέλεια Δημ. Λαζογιώργος-Ελληνικός), Νέα Θέσις
  • Περικλή Γιαννόπουλου Άπαντα, Ελεύθερη Σκέψις, β' επανέκδοσις 1999 (α' έκδ. 1988), ISBN 960-7931-17-3
  • Περικλής Γιαννόπουλος, Η Ελληνική Γραμμή, Ερμείας, ISBN 960-216-081-0
  • Περικλής Γιαννόπουλος, Η Ελληνική Γραμμή, Λιβάνης, ISBN 960-236-278-2
  • Περικλής Γιαννόπουλος, Ξενομανία, Ροές, ISBN 960-283-039-5
  • Περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα», αφιέρωμα στον Περικλή Γιαννόπουλο, 1-2-1929. Αναδημοσίευση 1938
  • Γ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία Περικλή Γιαννόπουλου, «Τα Νέα Γράμματα», τ. 1-3, 1938· αναδημοσίευση: περ. «Νέα Κοινωνιολογία», τ. 39, Φθινόπωρο 2004, ISSN 1105-8099, σελ. 179-185
  • Στέφανος Μπεκατώρος, «Ίων Δραγούμης - Το ανθολόγιο του Νουμά. Επίμετρο: Εννέα επιστολές του Περικλή Γιαννόπουλου στον Ίωνα Δραγούμη», Εναλλακτικές Εκδόσεις
  • Μελέτης Μελετόπουλος, «Περικλής Γιαννόπουλος: Βίος, έργο και αυτοκτονία», περ. «Νέα Κοινωνιολογία», τ. 39, Φθινόπωρο 2004, ISSN 1105-8099, σελ. 137-178,
  • Δημήτρης Κιτσίκης, «Ο άγιος της ελληνικής νεολαίας Περικλής Γιαννόπουλος», περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 107, Νοέμ. 2002
  • Πέτρος Χαρτοκόλλης, «Ιδανικοί αυτόχειρες - Έλληνες λογοτέχνες που αυτοκτόνησαν», Εστία, 2003, ISBN 960-05-1101-2
  • Νικόλαος Καρράς, «Με ιδεολογία Ελληνική: Νεοέλληνες πνευματικοί ήρωες», Πελασγός, 1998
  • Λεωνίδας Χρηστάκης, «Περικλής Γιαννόπουλος, ο τελευταίος των Αθηναίων», Σπηλιώτης, 2002

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]