Οικονομία του Μονακό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Πύργος Οντεόν, το δεύτερο ψηλότερο κτίριο της Μεσογείου βρίσκεται στο Μονακό, και αντικατοπτρίζει την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.

Η οικονομία του Μονακό, της μικρής πόλης-κράτους που βρίσκεται στην ακτή της Μεσογείου Θάλασσας, στηρίζεται κατά βάση στον τουρισμό, καθώς αποτελεί ένα δημοφιλές θέρετρο, που προσελκύει τουρίστες λόγω των καζίνων του και του μεσογειακού κλίματός του.[1][2]

Το Πριγκιπάτο προσπάθησε με επιτυχία να διαφοροποιήσει τις υπηρεσίες του και τις μικρές, υψηλής προστιθέμενης αξίας, μη ρυπογόνες βιομηχανίες του. Το κράτος δεν έχει φόρο εισοδήματος και με τη χαμηλό ποσοστό του φόρου επιχειρήσεων ευδοκιμεί ως φορολογικό καταφύγιο τόσο για τα άτομα που έχουν εγκατασταθεί εκεί όσο και για ξένες εταιρείες που εδραίουν σε αυτό. Το κράτος διατηρεί μονοπώλια σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένου του καπνού, του τηλεφωνικού δικτύου και της ταχυδρομικής υπηρεσίας.[3][4]

Το Μονακό δεν δημοσιεύει στοιχεία σχετικά με το εθνικό εισόδημα και γενικότερα επίσημες οικονομικές στατιστικές. Ωστόσο, εκτιμήσεις για το έτος 2011 τοποθετούν το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν στα 5,748 δισεκατομμύρια δολάρια και το κατά κεφαλήν εισόδημα στα 188.409 δολάρια. Το ποσοστό ανεργίας το 2012 κυμαινόταν στο 2%. Το βιοτικό επίπεδο είναι υψηλό και σχεδόν συγκρίσιμο με εκείνο των ευημερούντων γαλλικών μητροπολιτικών περιοχών.[5]

Φορολογικός παράδεισος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μονακό δεν επιβάλλει φόρο εισοδήματος σε ιδιώτες. Η απουσία φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων στο πριγκιπάτο, έχει προσελκύσει πολλούς πλούσιους υπηκόους άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που αντλούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους από δραστηριότητες εκτός του Μονακό. Διασημότητες όπως οι οδηγοί της Formula 1 προσελκύουν το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των πλουσίων είναι λιγότερο γνωστοί επιχειρηματίες.[6]

Το 2000 μια έκθεση των Γάλλων βουλευτών, Αρνώ Μοντεμπού και Βινσέν Πιγιόν, υποστήριξε ότι το Μονακό είχε χαλαρές πολιτικές όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της περίφημης χαρτοπαικτικής λέσχης του, και ότι η κυβέρνηση του Μονακό ασκούσε πολιτική πίεση στο δικαστικό σώμα προκειμένου τέτοια εικαζόμενα εγκλήματα να μην διερευνούνται ορθά.

Το 1998 ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) εξέδωσε μια πρώτη έκθεση σχετικά με τις συνέπειες των χρηματοπιστωτικών συστημάτων των φορολογικών παραδείσων. Το Μονακό δεν εμφανίστηκε στον κατάλογο αυτών των εδαφών μέχρι το 2004, όταν ο ΟΟΣΑ κατήγγειλε το Μονακό, καθώς και την Ανδόρα, το Λίχτενσταϊν, τη Λιβερία και τις Νήσους Μάρσαλ, υπογραμμίζοντας την έλλειψη συνεργασίας όσον αφορά την αποκάλυψη και τη διαθεσιμότητα των χρηματοοικονομικών πληροφοριών.

Το 2000, η ​​Ομάδα Οικονομικής Δράσης για το Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος (FATF) δήλωσε ότι: «το σύστημα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο Μονακό είναι περιεκτικό. Ωστόσο, χώρες που διεξάγουν έρευνες για σοβαρά εγκλήματα που συνδέονται και με φορολογικά ζητήματα αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο Μονακό». Το 2003, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) χαρακτήρισε το Μονακό, μαζί με άλλες 36 χώρες, ως φορολογικό παράδεισο. Στον ίδιο χαρακτηρισμό έχει προβεί και το Συμβούλιο της Ευρώπης.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]