Οικονομία του Κοσσυφοπεδίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η οικονομία του Κοσσυφοπεδίου είναι μια μεταβατική οικονομία.[1] Το Κοσσυφοπέδιο ήταν η φτωχότερη επαρχία της πρώην Γιουγκοσλαβίας με μια σύγχρονη οικονομία που καθιερώθηκε μόνο μετά από μια σειρά ομοσπονδιακών αναπτυξιακών επιδοτήσεων στη δεκαετία του 1960 και του 1970.[2] Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 η κατάργηση των αυτόνομων οργάνων της επαρχίας ακολουθούμενη από κακές οικονομικές πολιτικές, διεθνείς κυρώσεις, η μικρή πρόσβαση σε εξωτερικό εμπόριο και κεφάλαιο και οι εθνοτικές συγκρούσεις έπληξαν σοβαρά την ήδη αδύναμη οικονομία.[3]

Από τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας το 2008, η οικονομία του Κοσσυφοπεδίου αναπτύσσεται σταδιακά ετησίως, ενώ είχε σχετικά χαμηλές επιπτώσεις από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.[4][5] Ωστόσο, υπάρχουν πολλές αδυναμίες για τις μελλοντικές της δυνατότητες, πολλές από τις οποίες συνδέονται με το διεθνώς αμφισβητούμενο καθεστώς της περιοχής. Υπάρχουν όμως και πιθανά πλεονεκτήματα, συμπεριλαμβανομένου του πολύ χαμηλού επίπεδου του δημόσιου χρέους και των μελλοντικών προσδοκιών από το τραπεζικό σύστημα.[6][7]

Το Κοσσυφοπέδιο παραμένει μια από τις φτωχότερες περιοχές της Ευρώπης, καθώς το 45% του πληθυσμού ζει κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας, και το 17% είναι εξαιρετικά φτωχό, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.[8][9][10]

Το ευρώ είναι το επίσημο νόμισμα του Κοσσυφοπεδίου.[11] Το Κοσσυφοπέδιο ενέκρινε το γερμανικό μάρκο το 1999 προκειμένου να αντικαταστήσει το γιουγκοσλαβικό δηνάριο και, αργότερα, το αντικατέστησε με το ευρώ, αν και το γιουγκοσλαβικό (και αργότερα σερβικό) δηνάριο χρησιμοποιείται ακόμα σε ορισμένες περιοχές όπου πλειοψηφούν οι Σέρβοι (κυρίως στα βόρεια).[12][13] Τα παραπάνω σημαίνουν ότι το Κοσσυφοπέδιο δεν διαθέτει μοχλούς νομισματικής πολιτικής πάνω στην οικονομία του και πρέπει να βασίζεται σε μια συντηρητική δημοσιονομική πολιτική που θα του παρέχει τα μέσα για την αντιμετώπιση των εξωτερικών κρίσεων.[14]

Η επίσημα καταχωρημένη ανεργία ανήλθε στο 30,9% του εργατικού δυναμικού, τον Σεπτέμβριο του 2013, ενώ το 63,1% του πληθυσμού δεν ήταν ενεργό. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει επισημάνει ότι η άτυπη απασχόληση είναι ευρέως διαδεδομένη και ότι η αναλογία των μισθών προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι η δεύτερη υψηλότερη στη νότιοανατολική Ευρώπη. Επομένως, το πραγματικό ποσοστό μπορεί να είναι χαμηλότερο. Η ανεργία μεταξύ των Ρομά έχει καταγραφεί σε ποσοστά που αγγίζουν το 90%. Ο μέσος μισθός το 2009 ήταν $2,98 ανά ώρα.[15][16]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]