Οικονομία της Λευκορωσίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, όλες οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες αντιμετώπισαν μια βαθιά οικονομική κρίση. Ωστόσο, η Λευκορωσία επέλεξε τον δικό της τρόπο να ξεπεράσει αυτήν την κρίση. Μετά την εκλογή του Αλεξάντερ Λουκασένκο το 1994 ως πρώτου Προέδρου της, η χώρα μπήκε στο δρόμο της «σοσιαλιστικής αγοράς» σε αντίθεση με την στροφή προς τον καπιταλισμός της γειτονικής Ρωσίας. Βάση αυτής της πολιτικής, θεσπίστηκαν διοικητικοί έλεγχοι στις τιμές των προϊόντων και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Επίσης, επεκτάθηκε το δικαίωμα του κράτους να παρεμβαίνει στη διαχείριση των ιδιωτικών επιχειρήσεων.[1][2][3]

Ως τμήμα της Σοβιετικής Ένωσης, η Λευκορωσία διέθετε σχετικά καλά αναπτυγμένη βιομηχανική βάση, την οποία διατήρησε και μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η χώρα έχει, επίσης, μια ευρεία γεωργική βάση και ένα υψηλό επίπεδο παιδείας. Μεταξύ των πρώην δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης, είχε ένα από τα υψηλότερα πρότυπα διαβίωσης.[4][5]

Την περίοδο 1991-1995 όλοι οι τομείς της εθνικής οικονομίας επηρεάστηκαν από τη βαθιά οικονομική κρίση που πυροδότησε η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Αρχικά, το γεγονός αυτό προκάλεσε το τέλος των παραδοσιακών οικονομικών διαδικασιών, απότομη πτώση της οικονομικής ικανότητας των επιχειρήσεων και του πληθυσμού των δημοκρατιών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που ήταν βασικοί καταναλωτές των προϊόντων της Λευκορωσίας, παύση της χρηματοδότησης από τη στρατιωτική δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης, κάτι που αντιπροσώπευε σημαντικό μερίδιο στη βιομηχανία της χώρας, κραδασμοί από την ελευθέρωση των τιμών και, πάνω απ΄ όλα, ραγδαία αύξηση των τιμών των πρώτων υλών και των ενεργειακών πόρων. Επιπλέον, η Λευκορωσία, όπως και οι υπόλοιπες δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, χαρακτηρίστηκε από γενική έλλειψη ετοιμότητας των κρατικών θεσμών και της κοινωνίας ως προς το σύστημα σχέσεων της αγοράς. Η απότομη αύξηση των τιμών των πρώτων υλών και των ενεργειακών πόρων αποκάλυψε την τεχνολογική αδυναμία της οικονομίας. Ταυτόχρονα, η περιορισμένη ανταγωνιστικότητα των τοπικών προϊόντων, νομικοί διακυβερνητικοί περιορισμοί και η απουσία δεξιοτήτων πάνω στο μάρκετινγκ και τη χρηματοοικονομική διαχείριση εμπόδισαν τους οικονομικούς τομείς της χώρας να αντισταθμίσουν την πτώση της πραγματικής ζήτησης στις πρώην παραδοσιακές αγορές μέσω της κατάκτησης νέων εξαγωγικών αγορών.[6]

Η Τύρφη, ο πιο πολύτιμος ορυκτός πόρος της χώρας, χρησιμοποιείται για καύσιμο και λιπάσμα, καθώς και στη χημική βιομηχανία.[7] Η Λευκορωσία έχει επίσης αποθέματα αργίλου, άμμου, κιμωλίας, δολομίτη, φωσφορώδους άλατος, βραχώδους άλατος και καλίου. Τα δάση καλύπτουν το ένα τρίτο περίπου του εδάφους της χώρας, με αποτέλεσμα η ξυλεία να αποτελεί ένα σημαντικός οικονομικό τομέα.[8]

Το πυρηνικό ατύχημα (26 Απριλίου 1986) στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, στη γειτονική Ουκρανία, είχε καταστροφική επίπτωση στη Λευκορωσία. Ως αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της ραδιενέργειας καταστράφηκε η γεωργία σε ένα μεγάλο μέρος της χώρας και πολλά χωριά εγκαταλείφθηκαν. Η επανεγκατάσταση των κατοίκων και τα ιατρικά έξοδα έπληξαν σημαντικά την οικονομία της χώρας.[9][10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]