Νικολάε Ραντέσκου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικολάε Ραντέσκου
Nicolae Radescu.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Nicolae Rădescu (Ρουμανικά)
Γέννηση30  Μαρτίου 1874
Păușești-Otăsău[1] ή Călimănești
Θάνατος16  Μαΐου 1953
Νέα Υόρκη
Τόπος ταφήςκοιμητήριο Μπελού
Χώρα πολιτογράφησηςΡουμανία
ΘρησκείαΡουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΡουμανικά[2]
ΣπουδέςCarol I National Defence University
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
αξιωματικός
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/ΚίνημαPeople's Party και Crusade of Romanianism
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςστρατηγός
Πόλεμοι/μάχεςΑ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΠρωθυπουργός της Ρουμανίας (1944–1945)
Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Ρουμανικού Στρατού (Οκτώβριος 1944 – Δεκέμβριος 1944)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Νικολάε Ραντέσκου (ρουμ. Nicolae Rădescu, 30 Μαρτίου 187416 Μαΐου 1953) ήταν Ρουμάνος στρατιωτικός και πολιτικός, που υπήρξε ο προτελευταίος πρωθυπουργός της Ρουμανίας πριν την επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος στη χώρα, με θητεία από τις 7 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι την 1η Μαρτίου 1945.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραντέσκου γεννήθηκε στην κωμόπολη Καλιμανέστι της Μεγάλης Βλαχίας, σήμερα στον Νομό Βίλτσεα, από γονείς μικροϊδιοκτήτες γης, τον Ράντου και τη Ζαμφίρα.[3] Εισάχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών και απεφοίτησε την 1η Ιουλίου 1898 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Μετά επεδίωξε ανώτερες στρατιωτικές σπουδές, στη Σχολή Ιππικού ως τον Ιούνιο του 1900, και στην Ανώτερη Σχολή Πολέμου στο Βουκουρέστι, το 1904-1905, προαγόμενος σε λοχαγό στις 4 Οκτωβρίου 1909.

Στον Β΄ Βαλκανικό και Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέρος του 1913 ο Ραντέσκου γνώρισε για πρώτη φορά την πολεμική δράση με την 1η Μεραρχία Ιππικού στη Βουλγαρία, κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Προάχθηκε σε ταγματάρχη το 1916 και υπηρέτησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολεμώντας κατά των Γερμανών με το 5ο Σύνταγμα Călărași σε ορεινές διαβάσεις των Καρπαθίων. Για τη γενναιότητα και τις ικανότητες που επέδειξε στη Μάχη του Σαλάτρουκου τον Οκτώβριο του 1916 τιμήθηκε με το παράσημο του Τάγματος του Μιχαήλ του Γενναίου.[4] Τον Απρίλιο του 1917 προάχθηκε σε αντισυνταγματάρχη και υπηρέτησε στο επιτελείο της 2ης Μεραρχίας Ιππικού μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1918, προαγόμενος σε συνταγματάρχη[5] τον Απρίλιο του 1919.

Στον Μεσοπόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Μαΐου 1920 ο Ραντέσκου διορίσθηκε υπασπιστής του Βασιλέως Φερδινάνδου και κατόπιν υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στο Λονδίνο (1926-1928). Επιστρέφοντας, προάχθηκε τον Μάρτιο του 1928 σε ταξίαρχο. Υπηρέτησε ως διοικητής της 4ης Μεραρχίας «Ροσιόρι» και μετά της 1ης Μεραρχίας Ιππικού (1931-1933). Παραιτήθηκε από το στράτευμα[5] στις 5 Φεβρουαρίου 1933, κατηγορώντας τους «κερδοσκοπούντες πολιτικούς» και την καμαρίλα του βασιλέως Καρόλου Β΄ της Ρουμανίας για «εμπορευματοποίηση της στρατιωτικής ζωής».[6]

Αμέσως ο Ραντέσκου εντάχθηκε στο «Λαϊκόν Κόμμα» του απόστρατου στρατάρχη Αλεξάντρου Αβερέσκου και, έχοντας αναμιχθεί στον εθνικιστικό πολιτικό χώρο, υπεστήριξε το ακροδεξιό κίνημα «Σταυροφορία του Ρουμανισμού» (Cruciada Românismului), που είχε στόχο τον «εκρουμανισμό» των Γερμανών και των Ούγγρων της Τρανσυλβανίας. Αυτό το βραχύβιο κίνημα είχε αποσχισθεί από τη Σιδηρά Φρουρά και είχε αρχηγό τον Μιχάι Στελέσκου, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1936 από ένα απόσπασμα θανάτου της Σιδηράς Φρουράς, οπότε ο Ραντέσκου τέθηκε επικεφαλής της «Σταυροφορίας», η οποία όμως έσβησε σύντομα.[7]

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και άνοδος του κομμονισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την παραίτηση του βασιλέως Καρόλου Β΄ τον Σεπτέμβριο του 1940 ο Ραντέσκου κατηγόρησε τον δικτάτορα Ιόν Αντονέσκου ότι συνεργαζόταν με τη ναζιστική Γερμανία.[8] Το 1942 ο Ραντέσκου έγραψε άρθρο που επέκρινε τον Γερμανό πρέσβυ στη Ρουμανία φον Κίλινγκερ και τις συνεχείς επεμβάσεις του στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρουμανίας. Κατόπιν αυτού ο Ραντέσκου κλείσθηκε ως πολιτικός κρατούμενος στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Τίργκου Ζίου. Στις 23 Αυγούστου 1944, αμέσως μετά την πτώση του Αντονέσκου από το πραξικόπημα του Βασιλέως Μιχαήλ, ο Ραντέσκου απελευθερώθηκε και στις 15 Οκτωβρίου διορίσθηκε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Ρουμανίας με τη στήριξη της Σοβιετικής Ενώσεως, που τον προτίμησε για τη φήμη του ως αντίπαλου του ναζισμού, ο οποίος έχαιρε της εκτιμήσεως του λαού.[8]

Στις 7 Δεκεμβρίου 1944 ο Νικολάε Ραντέσκου έγινε πρωθυπουργός της Ρουμανίας. Οι Σοβιετικοί τον υπεστήριξαν στην αρχή, π.χ. σε μια επίσκεψή του στο Βουκουρέστι ο Σοβιετικός υφυπουργός Εξωτερικών Αντρέι Βισίνσκι εξέφρασε δημοσίως την εμπιστοσύνη της χώρας του στην κυβέρνηση Ραντέσκου. Ωστόσο σύντομα ξεπρόβαλλαν διαφωνίες, ιδίως εξαιτίας των απαιτήσεων της Μόσχας για πολεμικές αποζημιώσεις ύψους 300 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Ραντέσκου επίσης αντιστάθηκε στη σοβιετική απαίτηση να απελαθούν στη Σοβιετική Ένωση οι Γερμανοί που είχαν μείνει στη Ρουμανία.[8] Επιπλέον επεχείρησε να εφαρμόσει ισχυρά ανικομμουνιστικές πολιτικές.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1945 το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρουμανίας και οι συνοδοιπόροι του οργάνωσαν μαζική διαδήλωση μπροστά από τα βασιλικά ανάκτορα, ζητώντας την παραίτηση του Ραντέσκου. Ενώ η διαδήλωση βρισκόταν σε εξέλιξη, προβοκάτορες κομμουνιστές πράκτορες άνοιξαν πυρ μέσα από το κτήριο του Υπουργείου Εσωτερικών απέναντι, σκοτώνοντας αρκετούς ανθρώπους.[9] Σε ραδιοφωνικό μήνυμά του το ίδιο βράδυ ο πρωθυπουργός επέρριψε την ευθύνη για την επίθεση στους Άνα Πάουκερ και Βασίλε Λούκα.[10] Την επόμενη ημέρα το Κομμουνιστικό Κόμμα ενορχήστρωσε μια χωρίς προηγούμενο εκστρατεία προπαγάνδας εναντίον του Ραντέσκου. Ο ίδιος ο γιος του, που είχε εγγραφεί στο Κόμμα το 1940 και είχε λάβει μέρος στη διαδήλωση, έγραψε μια ανοικτή επιστολή προς τον πατέρα του, που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες Σπίθα (Scînteia) και Ελεύθερη Ρουμανία (România Liberă) στις 28 Φεβρουαρίου, όπου κατηγορούσε τον Ραντέσκου ότι έδωσε τη διαταγή να πυροβοληθούν ειρηνικοί διαδηλωτές. Ταυτοχρόνως ο Βισίνσκι, με την καθοδήγηση του Ιωσήφ Στάλιν, προειδοποίησε ότι η Σοβιετική Ένωση δεν θα επέτρεπε να επιστραφεί η Βόρεια Τρανσυλβανία στη Ρουμανία εάν ο Ραντέσκου παρέμενε πρωθυπουργός. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των πιέσεων, ο Ραντέσκου παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία την 1η Μαρτίου.

Στις 6 Μαρτίου 1945 η πρώτη κομμουνιστικού προσανατολισμού κυβέρνηση στην ιστορία της Ρουμανίας ανέλαβε την εξουσία, υπό την προεδρία του Πέτρου Γκρόζα. Τα αμέσως επόμενα έτη οι κομμουνιστές εδραίωσαν την κυριαρχία τους στη χώρα.

Αυτοεξόριστος στη Δύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ίδιο έτος ο Ραντέσκου αναζήτησε καταφύγιο στη βρετανική διπλωματική αντιπροσωπεία, παραμένοντας εκεί περίπου δύο μήνες, και μετά οι Βρετανοί τον παρέδωσαν στις ρουμανικές αρχές, που εγγυήθηκαν την ασφάλειά του, αλλά τον έθεσαν σε κατ' οίκον περιορισμό. Στις 17 Ιουνίου 1946 κατόρθωσε να επιβιβασθεί σε αεροπλάνο και να φθάσει στην Κύπρο, τότε ακόμα βρετανική αποικία, όπου παρέμεινε σε στρατόπεδο προσφύγων μέχρι την υπογραφή των Συνθηκών Ειρήνης των Παρισίων[3] το 1947, οπότε αφέθηκε να φύγει. Περνώντας από το Παρίσι και τη Λισαβόνα, ο Ραντέσκου κατέληξε στις ΗΠΑ. Εκεί συνάντησε άλλους εξόριστους Ρουμάνους πολιτικούς, όπως τους πρώην υπουργούς Εξωτερικών Γκριγκόρε Γκαφένκου και Κονσταντίν Βισοϊάνου, και σχημάτισαν μαζί μια ενωμένη αντικομμουνιστική αντιπολίτευση στην εξορία, τη «Ρουμανική Εθνική Επιτροπή». Το 1950, μετά από διαφωνίες στο εσωτερικό της, ο Ραντέσκου ίδρυσε την «Ενωση Ελευθέρων Ρουμάνων» (Liga Românilor Liberi) μαζί με τους Γκαφένκου, Νικολάε Καρανφίλ, Κάρολ Νταβίλα, Βιορέλ Τιλέα, τον στρατηγό Ιόν Γκεόργκε και τον πρώην πρωθυπουργό Βιντίλα Μπρατιάνου.[11]

Ο Νικολάε Ραντέσκου πέθανε από φυματίωση σε ηλικία 79 ετών στη Νέα Υόρκη και τάφηκε εκεί.[12] Το έτος 2000, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Μούγκουρ Ισαρέσκου, τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Ρουμανία και συμφώνως με την επιθυμία που είχε εκφράσει στη διαθήκη του, τάφηκαν στο κοιμητήριο Μπέλου του Βουκουρεστίου στις 23 Νοεμβρίου 2000.[3]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. www.ramnicuvalceaweek.ro/valceni-cu-care-ne-mandrim-nicolae-radescu-din-pausesti-otasau-ultimul-premier-necomunist-al-romaniei/.
  2. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12465402c. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. 3,0 3,1 3,2 Mitrache, Daciana (23 Ιανουαρίου 2019). «Renegat de propriul fiu, ultimul prim-ministru înainte de regimul comunist a fost dat uitării în localitatea sa de baștină». Adevărul (στα Ρουμανικά). Ανακτήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2021. 
  4. Ichim, Eugen (2000). Ordinul militar de război "Mihai Viteazul" (στα Ρουμανικά). Βουκουρέστι: Editura Modelism & Jertfa. σελ. 57. ISBN 9738101018. OCLC 164578661. 
  5. 5,0 5,1 «Generals from Romania: Rădescu, Nicolae». generals.dk. 
  6. Gheorghe, Constantin· Șerbu, Miliana (2007). Miniștrii de interne (1862-2007). Mică enciclopedie (PDF). Ρουμανικό Υπουργείο Εσωτερικών. ISBN 978-973-745-048-7. 
  7. Stan, Marius (2012). History of Communism in Europe, Vol. 3: Communism, nationalism and state building in post-war Europe. Βουκουρέστι: Zeta Books. σελ. 45. ISBN 978-606-8266-27-5. 
  8. 8,0 8,1 8,2 Vladimirov, Katya (2018-08-20). «General Nicolae Rădescu: New Sources, New Perspectives, 1940s–1950s». History (Wiley-Blackwell) 103 (357): 610-627. doi:10.1111/1468-229x.12626. ISSN 0018-2648. 
  9. Bachman, Ronald D. (1989). «Postwar Romania, 1944–1985». Romania: A Country Study. Washington, DC: GPO for the Library of Congress. 
  10. Ion, Alin (13 Οκτωβρίου 2018). «Discursul generalului Rădescu după manifestația comuniștilor din 24 februarie 1945. A fost ultimul prim-ministru al unui guvern român liber». Adevărul (στα Ρουμανικά). Ανακτήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2020. 
  11. Kadar Lynn, Katalin, επιμ. (2013). The Inauguration of "Organized Political Warfare": The Cold War. Saint Helena, CA. ISBN 978-0-9859433-0-1. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουλίου 2014.  Text "publisher Helena History Press " ignored (βοήθεια)
  12. «Vâlceni cu care ne mândrim: Nicolae Rădescu, din Păușești Otăsău, ultimul premier necomunist al României» (στα Ρουμανικά). Râmnicu Vâlcea Week. 30 Οκτωβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2021. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]