Νησιά Τρέμιτι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°07′24″N 15°30′32″E / 42.123384°N 15.5088032°E / 42.123384; 15.5088032

Νησιά Τρέμιτι
Tremiti-porto01.jpg
Το λιμάνι του Σαν Ντόμινο
Γεωγραφία
Τοποθεσία Απουλία, Ιταλία
Συντεταγμένες 42°12′N 15°50′E
Αριθμός νήσων 6
Κύρια νησιά Σαν Νικόλα, Σαν Ντομίνο
Έκταση 3,18 km² km2
Υψόμετρο 70μ. μ
Χώρα
Δημογραφικά
Πληθυσμός 486 (απογραφής 31-12-2010)
Πυκνότητα 152,83 /χλμ2
Πρόσθετες πληροφορίες
Ιστοσελίδα Επίσημος ιστότοπος των νησιών Τρέμιτι

Τα νησιά Τρέμιτι είναι ένα σύμπλεγμα νησιών της Ιταλίας, το οποίο βρίσκεται 22χλμ ανατολικά των ακτών της Απουλίας, στην Αδριατική θάλασσα. Αποτελείται από 2 κατοικημένα νησιά (Σαν Νικόλα, Σαν Ντόμινο), 1 ακατοίκητη νησίδα (Καπράια) και 3 βραχονησίδες (Πιανόζα, Κρετάτσιο, Βέκια). Όλα τα νησιά αποτελούν έναν ενιαίο δήμο, που ανήκει στην Επαρχία της Φότζα. Το 1989 ιδρύθηκε το Θαλάσσιο Πάρκο των νησιών Τρέμιτι, το οποίο ανήκει στο Εθνικό Πάρκο του Γκαργκάνο[1].

χάρτης των νησιών

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνολική επιφάνεια του συμπλέγματος είναι 3,1780 km², το οποίο αποτελείται από τα εξής νησιά:

  • Σαν Νικόλα: έδρα του Δήμου, εδώ βρίσκονται τα κυριότερα μνημεία του συμπλέγματος. Η επιφάνειά του είναι 0,42 km²
  • Σαν Ντόμινο: είναι το πιο μεγάλο και με τον περισσότερο πληθυσμό. Έχει 236 κατοίκους και επιφάνεια 2,0745 km². Εδώ βρίσκονται οι κυριότερες τουριστικές εγκαταστάσεις διότι το νησί διαθέτει την μοναδική παραλία (Cala delle Arene) με άμμο του συμπλέγματος.
  • Καπράια (επονομαζόμενη και Καπράρα ή Καππεράια): είναι η δεύτερη σε μέγεθος νησίδα του αρχιπελάγους και είναι ακατοίκητη. Η επιφάνεια της είναι 0,45 km².
  • Πιανόζα: είναι ένα βραχώδες ύψωμα με ελαφριά κλίση προς τα νότια. Είναι ακατοίκητο και έχει επιφάνεια 0,13 km². Απέχει γύρω στα 20χλμ. από τα άλλα νησιά.
  • Κρετάτσιο: είναι μια αργιλώδης βραχονησίδα σε σχήμα ημισελήνου, ανάμεσα στα νησιά Σαν Νικόλα και Σαν Ντόμινο, με επιφάνεια 0,04 km².
  • Βέκκια: είναι μια βραχονησίδα, πιο μικρή από την προηγούμενη και σε κοντινή απόσταση από αυτήν.

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νησιά Τρέμιτι έχουν συνδεθεί στη μυθολογία με τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Διομήδη γι' αυτό και συχνά αναφέρονταν ως Διομήδειες Νήσοι[2]. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο μύθο, ο Διομήδης έριξε στη θάλασσα τρεις γιγάντιους βράχους (που αντιστοιχούν στα 3 μεγαλύτερα νησιά), τους οποίους είχε φέρει μαζί του από την Τροία. Στην επιστροφή του από την Τροία, ο Διομήδης διαπίστωσε ότι δεν ήταν επιθυμητός στην πατρίδα του, έφυγε με τους συντρόφους του και πλέοντας στην Αδριατική, έφτασε στην Δαυνία. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο τοπικός βασιλιάς Δαύνος παραχώρησε ένα τμήμα της χώρας του στον Διομήδη και του έδωσε την κόρη του ως σύζυγο, σε ανταμοιβή για τη βοήθεια που έλαβε από αυτόν στον αγώνα του εναντίον των Μεσσαπίων. Μύθοι τοποθετούν και τον θάνατο του ήρωα σε αυτά τα νησιά, μάλιστα στο νησί του Σαν Νικόλα υπάρχει ένας τάφος Ελληνιστικής εποχής, που οι ντόπιοι αποκαλούν «Τάφο του Διομήδη».

Η σύνδεση του Διομήδη με τα νησιά φαίνεται και στην επιστημονική ονομασία Calonectris diomedea (κοινή ονομασία Αρτέμης), των πουλιών που ζουν στα βράχια των νησιών. Σύμφωνα με τον μύθο η Αφροδίτη μετέτρεψε τους συντρόφους του Διομήδη σε πουλιά, είτε από εκδίκηση (όπως αναφέρει ο Βιργίλιος[Σημ 1]), είτε από οίκτο (όπως αναφέρει ο Διονύσιος Αλεξανδρείας).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νησιά είχαν κατοικηθεί ήδη από την αρχαιότητα ( IV - III αιώνας π.Χ. ), για αιώνες ήταν πάνω απ' όλα τόπος εξορίας. Στους ρωμαϊκούς χρόνους, τα νησιά ήταν γνωστά ως Trimerus που προέρχεται από την ελληνική λέξη τρίμερος δηλαδή «τρία μέρη» εννοώντας τα τρία μεγαλύτερα από αυτά. Ο Αύγουστος εξόρισε στα Τρέμιτι την εγγονή του Ιουλία (ένοχη μοιχείας), η οποία πέθανε εκεί μετά είκοσι χρόνια καταναγκαστικής διαμονής.

Η ιστορία του συμπλέγματος συνδέεται κυρίως με τις τύχες της Μονής της Σάντα Μαρία α Μάρε (της Παναγιάς της θαλασσινής), που βρίσκεται στο νησί Σαν Νικόλα. Το πρώτο θρησκευτικό κέντρο χτίστηκε στην περιοχή τον ένατο αιώνα από τους Βενεδικτίνους μοναχούς ως μετόχι της μονής του Μόντε Κασίνο. Τον ενδέκατο αιώνα το μοναστήρι έφτασε στο απόγειο της δόξας του, αυξάνοντας υπερβολικά τον πλούτο του, κάτι που οδήγησε στην ανοικοδόμηση της εκκλησίας από τον Ηγούμενο Αλντερίκο, με τον καθαγιασμό της να γίνεται το 1045 από τον επίσκοπο της πόλης Σαν Σεβέρο της Απουλίας. Η μεγαλοπρέπεια της περιόδου αυτής αποδεικνύεται από την παρουσία στη μονή διακεκριμένων επισκεπτών, όπως ο Φρειδερίκος της Λοραίνης, μετέπειτα Πάπας Στέφανος Θ΄ και ο Νταουφέριο Επίφανι, μετέπειτα Πάπας Βίκτωρ Γ΄. Με μια παπική εγκύκλιο ο Πάπας Αλέξανδρος Δ΄ στις 22 Απριλίου 1256 επικύρωνε τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στη μοναστική κοινότητα. Ολόκληρο το συγκρότημα παρέμεινε μετόχι της Μονής του Μόντε Κασίνο για σχεδόν έναν αιώνα ακόμη, παρά τις πιεστικές απαιτήσεις για αυτονόμηση και τις διαμαρτυρίες των μοναχών των νησιών Τρέμιτι.

Τον δέκατο τρίτο αιώνα η μονή είχε πλέον αποκοπεί από το Μόντε Κασίνο και διέθετε ακίνητη περιουσία στην ηπειρωτική χώρα από τον ποταμό Μπιφέρνο μέχρι την πόλη Τράνι. Σύμφωνα με τα χρονικά της εποχής, οι εντάσεις, που ποτέ δεν εξαλείφθηκαν εντελώς, με το μοναστήρι του Λάτσιο και οι συχνές επαφές με τους πληθυσμούς της Δαλματίας, κάτι που δεν έβλεπε με καλό μάτι η Αγία Έδρα, οδήγησαν τους μοναχούς σε ηθική παρακμή κι έτσι το 1237 ο Καρδινάλιος Ρανιέρο από το Βιτέρμπο ανάθεσε στον Επίσκοπο της πόλης του Τέρμολι να αντικαταστήσει στην ηγεσία της μονής τους Βενεδικτίνους με τους Κιστερκιανούς. Αργότερα, ο βασιλιάς της Νάπολης, ο Κάρολος ο Ανδεγαυός περιέβαλε τη μονή με σύστημα οχυρώσεων. Το 1334 η μονή λεηλατήθηκε από τον πειρατή Αλμογάβαρο (από την πόλη Omiš, της σημερινής Κροατίας) και τον στόλο του. Όλοι οι μοναχοί σφαγιάσθηκαν κι έτσι τερματίστηκε η παρουσία στην περιοχή των Κιστερκιανών.

Το 1412 με απευθείας εντολή του Πάπα Γρηγόριου ΙΒ΄, μια μικρή κοινότητα που προερχόταν από τη μονή της Santa Maria di Frigionaia της πόλης Λούκα, με την καθοδήγηση του Λεόνε Καρράρα, μετακόμισε στο νησί για την ανασύσταση του θρησκευτικού κέντρου. Οι μοναχοί αποκατέστησαν το μοναστικό συγκρότημα και επέκτειναν την μοναστική περιουσία προς την περιοχή του Μπάρι, του Μολίζε και του Αμπρούτσο. Στα 1567 η μονή-φρούριο κατάφερε να αποκρούσει τις επιθέσεις του στόλου του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς .

Η μονή καταργήθηκε το 1783 από τον βασιλιά Φερδινάνδο Α΄ των Δύο Σικελιών, ο οποίος κατά το ίδιο έτος ίδρυσε μια σωφρονιστική αποικία. Κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων τα νησιά Τρέμιτι είχαν καταληφθεί από τον Ζοακίμ Μυρά, ο οποίος οχυρωμένος μέσα στο φρούριο του Αγίου Νικολάου αντιστάθηκε το 1809 με επιτυχία στις επιθέσεις του βρετανικού στόλου. Από αυτές τις επιθέσεις εξακολουθούν να είναι ορατές στην πρόσοψη της μονής οι οπές από τους βρετανικούς κανονιοβολισμούς. Ο Μυρά έδωσε χάρη στους κατάδικους που είχαν συνεργαστεί μαζί του στην αντίσταση κατά των Άγγλων. Το 1843 ο βασιλιάς Φερδινάνδος Β΄ των Δύο Σικελιών, με την πρόθεση να αυξήσει τον πληθυσμό των νησιών, εγκατέστησε πολλούς ψαράδες από την Ίσκια, οι οποίοι ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν επικερδώς την αφθονία ψαριών της περιοχής. Λόγω αυτού του γεγονότος, ακόμη και σήμερα οι κάτοικοι των νησιών μιλούν τη διάλεκτο της Νάπολης, αντί της διαλέκτου που μιλούν οι κάτοικοι της Απουλίας.

Το 1911 στάλθηκαν στα Τρέμιτι περίπου 1300 Λίβυοι που είχαν αντιταχθεί στην Ιταλική κατοχή στη χώρα τους. Έπειτα από ένα χρόνο, περίπου το ένα τρίτο από αυτούς είχαν πεθάνει από τύφο. Την εποχή του Μουσολίνι τα νησιά συνέχισαν να είναι τόπος εξορίας, μεταξύ των εξόριστων ήταν και ο Σάντρο Περτίνι, μελλοντικός Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας. Το 1987 ο Μουαμάρ Καντάφι , λόγω της παρουσίας των Λίβυων το 1911, δήλωσε ότι το αρχιπέλαγος είναι μέρος της Λιβύης. Αυτές οι εδαφικές διεκδικήσεις προκάλεσαν διπλωματική ένταση με την Ιταλία. Τη νύχτα μεταξύ 7 και 8 Νοεμβρίου του 1987 δύο Ελβετοί, οι Jean Nater και Samuel Wampfler, έβαλαν μια βόμβα στο φάρο του Σαν Ντόμινο. Ο πρώτος σκοτώθηκε στην επίθεση, ο δεύτερος συνελήφθη και καταδικάστηκε. Στην αρχή εκφράστηκαν υποθέσεις για επίθεση εκ μέρους της Λιβύης, αλλά οι έρευνες έδειξαν ότι οι δύο βομβιστές, μισθοφόροι μυστικοί πράκτορες, συνεργάζονταν με τις μυστικές υπηρεσίες της Γαλλίας, με την οποία η Ιταλία είχε εκείνη την εποχή μια διπλωματική διαμάχη. Στις 28 Οκτωβρίου 2008 τριάντα νησιώτες υπεβλήθησαν εθελοντικά σε εξέταση DNA για να διαπιστωθεί αν υπήρχε στο αίμα τους ίχνη των Λίβυων του 1911. Το αποτέλεσμα βγήκε αρνητικό.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αινειάδα, Βιβλίο XI, 424-441

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «AREA MARINA PROTETTA ISOLE TREMITI». Parco del Gargano. Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2017. 
  2. Ανέστης Κωνσταντινίδης (1997). Λεξικό κυρίων ονομάτων: Μυθολογικό, ιστορικό, γεωγραφικό. Εκδόσεις Εκάτη, σελ. σελ 156. ISBN 960-7437-37-3. 

Βιβλιογραφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Isole Tremiti (έκδοση 88666494) της Ιταλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).