Μανιτόμπα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η θέση της Μανιτόμπα στην Βόρειο Αμερική.
Συνοπτικός χάρτης της Μανιτόμπα.

Η Μανιτόμπα (Manitoba) είναι επαρχία του Καναδά. Η συνολική της έκταση είναι 647.797 km2· είναι δηλαδή πέντε φορές μεγαλύτερη από την Ελλάδα και τόσο μεγάλη όσο η Ουκρανία. Ωστόσο, ο πληθυσμός της Μανιτόμπα ανέρχεται μόλις σε 1.180.000 κατοίκους (εκτίμηση 2006), η πλειονότητα των οποίων ζει στα νότια, κοντά στα σύνορα με τις ΗΠΑ.

Πρωτεύουσα της Μανιτόμπα είναι η Γουίνιπεγκ (Winnipeg), με πληθυσμό περισσότερο από το 50% του συνολικού πληθυσμού της επαρχίας (620.000 κάτοικοι, απογραφή 2001). Άλλες σημαντικές πόλεις είναι το Μπράντον (Brandon, 40.000 κάτοικοι), το Τόμσον (Thompson, 13.250 κάτοικοι), το Ντωφέν (Dauphin) και το Πορτάζ λα Πρερί (Portage la Prairie, 13.000 κάτοικοι). Το Τσώρτσιλ (Churchill, 960 κάτοικοι) είναι το κύριο λιμάνι της Μανιτόμπα στις ακτές του κόλπου Χάντσον.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μανιτόμπα βρίσκεται στο μέσο περίπου του Καναδά, αν και κατατάσσεται στις δυτικές επαρχίες της χώρας. Ανατολικά συνορεύει με το Οντάριο, νότια με τις ΗΠΑ, δυτικά με το Σασκάτσουαν και βόρεια με την Νούναβουτ. Βορειοανατολικά βρέχεται από τα νερά του κόλπου Χάντσον.

Το 15% περίπου της επαρχίας καλύπτεται από ποταμούς και λίμνες. Στο μέσο περίπου της επαρχίας βρίσκονται τρεις μεγάλες λίμνες: η λίμνη Γουίνιπεγκ (Winnipeg), η λίμνη Μανιτόμπα (Manitoba) και η λίμνη Γουινιπεγκόσις (Winnipegosis). Η πρώτη από αυτές τις λίμνες είναι η μεγαλύτερη λίμνη εντός των συνόρων του νοτίου Καναδά. Την επαρχία διασχίζουν πολλοί ποταμοί, μεταξύ των οποίων και οι ποταμοί Τσώρτσιλ και Νέλσον που χύνονται στον κόλπο Χάντσον.

Η Μανιτόμπα είναι πλούσια σε πεδιάδες με χαμηλούς λόφους που καλύπτονται από χωράφια, λιβάδια και δάση — πολλά εκ των οποίων έχουν χαρακτηριστεί εθνικοί δρυμοί του Καναδά — καθώς και τούνδρες. Το υψηλότερο σημείο της επαρχίας είναι το όρος Μπάλντυ (Baldy Mountain, δηλ. Φαλακρό όρος) με υψόμετρο μόλις 832 m. Το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Μανιτόμπα, το οποίο ανήκει στην Καναδική Γεωτεκτονική Πλάκα ή Ασπίδα (Canadian Shield), δεν καλλιεργείται. Στην βόρεια Μανιτόμπα, η παγωνιά δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μεγάλων δέντρων, γι' αυτό και η περιοχή καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση (τούνδρα).

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της Μανιτόμπα είναι ηπειρωτικό. Τα καλοκαίρια είναι συνήθως ζεστά και υγρά, ενώ ο χειμώνας είναι βαρύς με πολλές χιονοπτώσεις και παγωνιά που φτάνει και τους –40 °C. Η άνοιξη και το φθινόπωρο δεν διαρκούν πολύ. Η Μανιτόμπα είναι η επαρχία με τις πιο πολλές ημέρες ηλιοφάνειας σε όλον τον Καναδά, αλλά οι καταιγίδες είναι συχνές τα καλοκαίρια.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βρετανικό οχυρό «Πρίγκηπας της Ουαλίας» στο Τσώρτσιλ της ΒΑ Μανιτόμπα

Αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν δείξει ότι η σημερινή Μανιτόμπα κατοικήθηκε για πρώτη φορά με το τέλος της εποχής των παγετώνων. Οι πρώτοι κάτοικοι εξελίχθηκαν στις αυτόχθονες φυλές των Οτζίμπουα (Ojibwa), Κρη (Cree), Ντένε (Dene), Σιου (Sioux), Μαντάν (Mandan) και Ασσινιμπουάν (Assiniboine).

Κατά μία εκδοχή, το όνομα Μανιτόμπα προέρχεται από την σύνθεση των λέξεων των αυτοχθόνων Ασσινιμπουάν mini (λίμνη) και tobow (πεδιάδα). Κατά μία άλλη εκδοχή, η λέξη Μανιτόμπα προέρχεται από την λέξη των αυτοχθόνων Κρη maniotwapow, η οποία σημαίνει το στενό του πνεύματος (manitou σημαίνει πνεύμα).

Ο Βρετανός εξερευνητής Χένρυ Χάντσον ήταν ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους που εξερεύνησαν την περιοχή το 1611. Λίγες δεκαετίες αργότερα, το 1669, ιδρύθηκε η βρετανική Εταιρεία του Κόλπου Χάντσον (Hudson's Bay Company) που έλαβε τα αποκλειστικά δικαιώματα εμπορίου γούνας στην περιοχή γύρω από τον κόλπο Χάντσον. Στις αρχές του 18ου αι., στην περιοχή άρχισαν να καταφθάνουν και γάλλοι εξερευνητές και έποικοι, οι οποίοι αναμείχθηκαν εν μέρει με αυτόχθονες της περιοχής. Από την ανάμειξη Γάλλων και αυτοχθόνων προέκυψε η φυλή Μετί (Métis σημαίνει μιγάς). Απόγονοι των πρώτων Γάλλων εποίκων είναι επίσης οι σημερινοί Γαλλομανιτομπιανοί (Franco-Manitobains), που κατοικούν κυρίως στην περιοχή Σαιν Μπονιφάς (Saint-Boniface) λίγο πιο ανατολικά από την Γουίνιπεγκ.

Η περιοχή έπεσε οριστικά στα χέρια των Βρετανών το 1763, οι οποίοι την ενσωμάτωσαν στην Γη του Ρούπερτ (Rupert's Land), μια τεράστια έκταση γης γύρω από τον κόλπο Χάντσον, όπου τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης είχε η Εταιρεία του Κόλπου Χάντσον.

Το 1812 στην περιοχή της Μανιτόμπα άρχισαν να εγκαθίστανται και βρετανοί αγρότες έποικοι. Η παρουσία των νέων εποίκων εξόργισε τους Μετί, οι οποίοι το 1816 ξεσηκώθηκαν, επιτέθηκαν στις μικρές φρουρές των εποίκων και κατέστρεψαν τα αγροκτήματά τους.

Η προσωρινή κυβέρνηση των επαναστατημένων Μετί κατά την Επανάσταση του Κόκκινου Ποταμού (1869–1870) που κατέληξε στην δημιουργία της επαρχίας της Μανιτόμπα. Στο κέντρο καθιστός ο Λουί Ριέλ (Louis Riel, 1844–1885), ηγέτης των Μετί, ο οποίος αργότερα καταδικάστηκε σε θάνατο για την δολοφονία ενός Βρετανού αποίκου. Σήμερα, ο Ριέλ θεωρείται σχεδόν εθνικός ήρωας του Καναδά

Το 1869, η Γη του Ρούπερτ παραχωρήθηκε στον Καναδά και έτσι δημιουργήθηκαν οι Βορειοδυτικές Περιοχές. Οι Μετί, ωστόσο, εξακολουθούσαν να είναι δυσαρεστημένοι από την κεντρική κυβέρνηση του Καναδά. Με ηγέτη τον Λουί Ριέλ (Louis Riel), ξεσηκώθηκαν και πάλι (Επανάσταση του Κόκκινου Ποταμού· αγγλ.: The Red River Rebellion). Η κεντρική κυβέρνηση του Καναδά, φοβούμενη μία ενδεχόμενη ανάμειξη των ΗΠΑ, αναγκάστηκε να αναγνωρίσει στα βιαστικά την Μανιτόμπα ως νέα επαρχία της Συνομοσπονδίας. Έτσι, στις 14 Ιουλίου του 1870, έγιναν τα εγκαίνια της Νομοθετικής Βουλής της Μανιτόμπας. Την επόμενη ημέρα, η Μανιτόμπα κηρύχθηκε επισήμως η 7η επαρχία της Καναδικής Συνομοσπονδίας. Ο Λουί Ριέλ όμως εξορίστηκε και αργότερα οδηγήθηκε στην κρεμάλα ως υποκινητής ανταρσίας. Νέοι έποικοι άρχισαν κατόπιν να καταφθάνουν από το Οντάριο και οι Μετί αναγκάστηκαν να μετακινηθούν δυτικά προς τις πεδιάδες των μετέπειτα επαρχιών του Σασκάτσουαν και της Αλμπέρτας.

Τα σύνορα της επαρχίας άρχισαν να επεκτείνονται για να φτάσουν τα σημερινά όρια το 1912. Προς το τέλος του 19ου αι., η κυβέρνηση της Μανιτόμπα και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά υπέγραψαν με τους αυτόχθονες πολλές συμφωνίες για την εξαγορά των εδαφών τους. Με τις συμφωνίες αυτές δημιουργήθηκαν οι καταυλισμοί (αγγλ.: reserves) αυτοχθόνων, οι οποίοι ήταν και είναι στην αποκλειστική δικαιοδοσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Καναδά. Το σύστημα των καταυλισμών κατηγορήθηκε ότι δημιούργησε ένα είδος απαρτχάιντ εντός του Καναδά. Πολλές από τις συμφωνίες του 19ου αι. εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων, επειδή η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα.

Η επαρχιακή Βουλή της Μανιτόμπα στην Γουίνιπεγκ.

Το 1890 στην Μανιτόμπα ξέσπασε μια νέα σοβαρή κρίση, όταν η αγγλόφωνη πλειονότητα προσπάθησε να περιορίσει τα δικαιώματα των γαλλόφωνων. Η επαρχιακή βουλή της Μανιτόμπα κατάργησε τα γαλλικά από δεύτερη επίσημη γλώσσα και σταμάτησε να χρηματοδοτεί τα γαλλόφωνα σχολεία. Η κρίση στις σχέσεις αγγλόφωνων και γαλλόφωνων συνεχίστηκε για πολλές δεκαετίες. Το 1985, το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά κήρυξε άκυρες όλες τις νομοθετικές ενέργειες της Μανιτόμπα στο θέμα της γλώσσας και επανέφερε σε ισχύ την ιδρυτική πράξη της Μανιτόμπα του 1870, σύμφωνα με την οποία η επαρχία είναι επισήμως δίγλωσση στον νομοθετικό και δικαστικό τομέα της εξουσίας. Πάντως, η εκτελεστική εξουσία (δηλ. η επαρχιακή κυβέρνηση) δεν υποχρεούται να είναι δίγλωσση και έτσι τα γαλλικά δεν έχουν βρει ακόμα θέση ισότιμη με τα αγγλικά στην Μανιτόμπα.

Στα πρώτα χρόνια του 20ού αι., η Γουίνιπεγκ ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη του Καναδά. Η ανάπτυξη της καλλιέργειας των δημητριακών, ο σιδηρόδρομος και η άφιξη νέων μεταναστών ήταν μερικά από τα στοιχεία που οδήγησαν στην ανάπτυξη της πόλης. Όμως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλες πόλεις, όπως το Κάλγκαρυ ξεπέρασαν σε ανάπτυξη την Γουίνιπεγκ. Το 1917, οι εργάτες της πόλης και οι αγρότες από τις παρακείμενες περιοχές κήρυξαν γενική απεργία που διήρκεσε έξι εβδομάδες. Ήταν η πρώτη γενική απεργία που γνώρισε η Γουίνιπεγκ και πολλοί έκαναν λόγο για «κομμουνιστική επανάσταση». Οι ηγέτες της απεργίας δικάστηκαν και οι περισσότεροι κρίθηκαν ένοχοι συνωμοσίας και καταδικάστηκαν ή απελάθηκαν. Το εργατικό κίνημα δέχθηκε ένα γερό χτύπημα. Όμως, οι αγρότες δημιούργησαν το κόμμα «Ενωμένοι Αγρότες της Μανιτόμπα» (United Farmers of Manitoba), το οποίο κέρδισε τις επαρχιακές εκλογές του 1922.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός της Μανιτόμπα είναι στην πλειονότητα βρετανικής και γερμανικής καταγωγής. Στην επαρχία πάντως υπάρχουν 14% άτομα ουκρανικής καταγωγής, 13% άτομα γαλλικής καταγωγής, 10% αυτόχθονες διαφόρων φυλών και 5,1% Μετί (μιγάδες).

Το 43% των κατοίκων είναι χριστιανοί διαμαρτυρόμενοι, το 29% καθολικοί και μόλις το 1,4% ορθόδοξοι.

Τα τελευταία χρόνια, ο πληθυσμός της Μανιτόμπα παρουσίασε ελαφρά μείωση εξαιτίας της κρίσης στην γεωργία και της εγκατάλειψης των χωριών.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαία της Μανιτόμπα είναι σχεδόν ίδια με την σημαία του Οντάριο. Στην σημαία της Μανιτόμπας, ο βίσονας έχει αντικαταστήσει τα τρία φύλλα του σφένδαμου
Γεωργοί οργώνουν χωράφια στην Μανιτόμπα· αρχές του 20ού αι.

Στα χρόνια πριν την άφιξη των Ευρωπαίων, οι αυτόχθονες ζούσαν κυρίως από το κυνήγι του βίσονα. Η εμφάνιση των Ευρωπαίων δημιούργησε το εμπόριο γούνας, από το οποίο ζούσαν οι αυτόχθονες και οι Μετί. Οι πρώτοι γεωργοί έποικοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή λίγο πιο βόρεια από την σημερινή Γουίνιπεγκ το 1811. Ωστόσο, η Εταιρεία του Κόλπου Χάντσον, που είχε τα αποκλειστικά δικαιώματα εμπορίου γούνας στην περιοχή, εμπόδιζε συστηματικά για πολλές δεκαετίες μετά την ανάπτυξη της γεωργίας στην επαρχία.

Μόνον κατά το β΄ μισό του 19ου αι., άρχισε να αναπτύσσεται η γεωργία στην Μανιτόμπα. Η γεωργία αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο στις αρχές του 20ού αι., όταν δημιουργήθηκε εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο για την μεταφορά των γεωργικών προϊόντων. Η εγκατάσταση ουκρανών μεταναστών στα νότια της επαρχίας έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην καλλιέργεια δημητριακών.[1]

Ακόμα και σήμερα, η οικονομία της Μανιτόμπα είναι κυρίως αγροτική, αν και στην περιοχή γύρω από την Γουίνιπεγκ υπάρχουν πολλές βιομηχανίες, στρατιωτικές βάσεις, υπηρεσίες, κ.λπ. Η πόλη Τσώρτσιλ στις ακτές του κόλπου Χάντσον αποτελεί σημαντικό λιμάνι, από όπου γίνονται σημαντικές εξαγωγές δημητριακών.[2]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τα δημητριακά και ειδικά το σιτάρι της Μανιτόμπα είναι παγκοσμίως γνωστά. Στην Βόρεια Ελλάδα, οι γεωργοί αποκαλούν «μανιτόμπα» μία συγκεκριμένη ποικιλία σιταριού.
  2. Κύρια πηγή για το παρόν άρθρο ήταν το αντίστοιχο άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα