Μονή Καισαριανής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°57′39″N 23°47′54″E / 37.96083°N 23.79833°E / 37.96083; 23.79833

Πρόσοψη της μονής Καισαριανής
Χειροποίητο σχέδιο της Μονής Καισαριανής το 1745

Η Μονή Καισαριανής είναι μεσαιωνική εκκλησία στην Αττική. Βρίσκεται στον Υμηττό, στην πεδιάδα σχεδόν στο μέσο του μήκους της δυτικής πλαγιάς. Παλιά το τοπίο ήταν δενδρόφυτο γεμάτο ελιές, ενώ κοντά στην Μονή ανάβλυζε πηγή με άφθονο και κρύο νερό. Η πηγή αυτή είναι μάλλον η από τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους ποιητές αποκαλούμενη «Καλλία».

Λίγο πιο πάνω από το σημείο αυτό η τοποθεσία στην αρχαιότητα ήταν αφιερωμένη στην Αφροδίτη και ονομαζόταν «Κυλλού Πήρα», σήμερα κοινώς «Καλλοπούλα». Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ιδρύθηκε Χριστιανικός ναός κοντά στην πηγή, του οποίου τα δομικά υλικά αργότερα χρησιμοποιήθηκαν στα μεταγενέστερα γύρω κτήρια. Ο σημερινός ναός κτίστηκε τον 11ο αιώνα, και είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου. Γύρω από το ναό αυτό αναπτύχθηκε η περιοχή, η οποία σήμερα ονομάζεται Καισαριανή.

Για πρώτη φορά η Καισαριανή αναφέρεται σε επιστολή του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου στις αρχές του 13ου αιώνα.

Η αυτοκράτειρα Ειρήνη, η οποία φέρεται ως γεννηθείσα στην Αθήνα, αφού δηλητηρίασε τον άνδρα της, Λέοντα Δ΄, ακρωτηρίασε και δολοφόνησε με φρικτούς τρόπους διάφορους στρατιωτικούς, καθώς και του έξι γιους του Κωνσταντίνου Ε΄ και τύφλωσε το μονογενή γιο της και συμβασιλέα Κωνσταντίνο ΣΤ΄. Δύο αδέλφια από άλλη μητέρα του Κωνσταντίνου τα εξόρισε σε ένα μοναστήρι του Υμηττού· κι επειδή οι κρατούμενοι είχαν τον τίτλο του Καίσαρα, από τότε το μοναστήρι πήρε το όνομα Καισαριανή.[εκκρεμεί παραπομπή]

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μονή κατά πάσα πιθανότητα χτίστηκε κατά τη Βυζαντινή περίοδο, περίπου στο 1100, η οποία είναι η χρονολογία κατασκευής της διατηρημένης εκκλησίας (το καθολικό της μονής). Ωστόσο, ο χώρος έχει μεγαλύτερη ιστορία ως λατρευτικός χώρος: στην Αρχαιότητα, ήταν πιθανώς ένας χώρος αφιερωμένος στην Αφροδίτη, προτού καταληφθεί από τους Χριστιανούς κατά τον 5ο με 6ο αιώνα. Ερείπια μιας μεγάλης βασιλικής βρίσκονται στα δυτικά, κοντά σε μια μικρότερη εκκλησία η οποία κτίστηκε μεταξύ 10ου και 11ου αιώνα.[1]

Η μονή αναφέρεται από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ μετά την Τέταρτη Σταυροφορία, αλλά φαίνεται πως παρέμενε υπό τον έλεγχο των Ορθοδόξων, ενώ άλλες εκκλησίες και μονές είχαν καταληφθεί από τους Λατίνους κληρικούς. Μια επιπλέον, σήμερα εγκαταλελειμμένη μονόκλιτη εκκλησία, χτίστηκε νοτιοδυτικά κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας.[1] Όταν, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Αττική το 1458, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ πήγε στη μονή και σύμφωνα με τον Ιάκωβο Σπων (1675), έναν γάλλο γιατρό από τη Λυών, του δώθηκε το κλειδί της πόλης.

Το 1678, ο Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄ όρισε τη μονή ως σταυροπηγιακή, δηλαδή ελεύθερη και ανεξάρτητη από την αρχιεπισκοπή: η μοναδική της υποχρέωση ήταν να τελεί τελετές κηδειών. Αργότερα, το 1792, ο Πατριάρχης Νεόφυτος Ζ΄ ανακάλεσε τα προνόμια της μονής, η οποία βρισκόταν και πάλι υπό την δικαιοδοσία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Από το 1824 και έπειτα, η μονή «υπεβλήθη σε άθλια μεταχείριση. Ό,τι είχε στο παρελθόν σημαντικό ρόλο στο διαφωτισμό της ανθρωπότητας και στην ασφάλεια των ψυχών, ήταν τώρα ένα παλάτι για αγελάδες, πουλερικά και άλογα».[εκκρεμεί παραπομπή]

Κατά τη διάρκεια του απογείου της, φιλοξένησε πληθώρα σημαντικών πνευματικών φιγούρων της εποχής, όπως ο Θεοφάνης το 1566, ο Ιωάννης Δωριάνος το 1675, ο ηγούμενος Ιεζεκιήλ Στεφανάκης, ο οποίος ήταν γνώστης της Ελληνικής λογοτεχνίας και ιστορίας, και πιο συγκεκριμένα, της πλατωνικής φιλοσοφίας. Από το 1722 έως το 1728, ο Θεοφάνης Καβαλλάρης πραγματοποίησε μαθήματα γραμματικής και επιστημών στο χώρο.

Η βιβλιοθήκη της μονής ήταν φημισμένη και κατά πάσα πιθανότητα διέθετε αρχεία από βιβλιοθήκες της αρχαιότητας. Σύμφωνα με τους δημογέροντες της εποχής, «τα χειρόγραφα πωλήθηκαν σε Άγγλους ως μεμβράνες ενώ τα υπόλοιπα αρχεία χρησιμοποιήθηκαν στις κουζίνες της μητρόπολης». Κατά τη διάρκεια της Άλωσης των Αθηνών από τους Τούρκους, τα χειρόγραφα μεταφέρθηκαν στην Ακρόπολη και χρησιμοποιήθηκαν για να ανάψουν θρυαλλίδες.

Οι καλλιεργήσιμες περιοχές γύρω από τη μονή, ανήκαν σε αυτή, καθώς και άλλες επίσης περιουσίες, όπως η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, δίπλα από την οδό της Καισαριανής ή αυτές στην Ανάβυσσο.

Το εισόδημα των μοναχών υποστηριζόταν από την παραγωγή των ελαιόδεντρων, των αμπελιών και των μελισσιών τους. Σε μια επιστολή, με ημερομηνία στο 1209, ο Μιχαήλ Χιονάτης αναφέρει πως «η παραγωγή από τα μελίσσια δώθηκε στον Ηγούμενο της Μονής Καισαριανής. Όμως, τέσσερα χρόνια αργότερα, διαμαρτύρεται πως δεν έλαβε κανένα εισόδημα από τη μονή: η δικαιολογία του ηγούμενου ήταν πως τα μελίσσια καταστράφηκαν». Οι μοναχοί ήταν επίσης φημισμένοι για την παρασκευή φαρμάκων από διάφορα βότανα.

Τα μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καθολικό

Ένας ψηλός τοίχος περιβάλλει τα κτήρια, το καθολικό (κυρίως εκκλησία), την τραπεζαρία, το λουτρό και τα κελιά, και έτσι, είναι έως και σήμερα αρκετά προστατευμένα. Στον αρχικό σχεδιασμό υπήρχαν δύο είσοδοι, η κύρια είσοδος στην ανατολική πλευρά και μια μεγαλύτερη στην άλλη πλευρά.

Η μονή χτίστηκε στα ερείπια ενός παλαιότερου κτηρίου. Το σχεδιάγραμμα της Μονής Καισαριανής έγινε το 1745 από έναν Ρώσο προσκυνητή, ονόματι Μπάρσκι, και απεικονίζει τα ακόλουθα κτήρια: το καθολικό στην ανατολική πλευρά του τοίχου γύρω από το μοναστήρι, το λουτρό στη νότια πλευρά, τα κελιά των μοναχών, τα οποία συνορεύουν με τον πύργο Μπενιζέλου και την τραπεζαρία στη δυτική πτέρυγα. Εκτός από τον λαχανόκηπο στη νοτιοδυτική πλευρά της μονής, απεικονίζεται το κοιμητήριο των μοναχών και μια νεότερη εκκλησία.

Το καθολικό ανήκει στο συνηθισμένο Βυζαντινό ρυθμό, με ημιεξαγωνικές αψίδες. Όμως ο νάρθηκας και οι τοιχογραφίες του καθολικού χρονολογούνται στην Οθωμανική περίοδο, όπως και τα περισσότερα κτήρια της μονής, με εξαίρεση το ελαιουργείο, που ήταν αρχικά λουτρό, το οποίοι φαίνεται να είναι σύγχρονο με το καθολικό.[1] Τα κτήρια είνα διασκορπισμένα σε μια αυλή. Το καθολικό βρισκόταν στην ανατολική πλευρά, η τραπεζαρία και η κουζίνα στη δυτική πλευρά όπως και το λουτρό, το οποίο μετετράπη στο ελαιουργείο της μονής κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και τέλος, τα κελιά των μοναχών εμπρός των οποίων βρισκόταν μια ανοιχτή στοά.

Το καθολικό είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και είχε σχήμα σταυρού, πιστό στην Ελληνική παράδοση σύμφωνα με τον Μ. Σωτηρίου, ή το ημικυκλικό τετράκλιτο κατά τον Αναστάσιο Ορλάνδο.

Η είσοδος του ναού βρισκόταν στη δυτική πλευρά χωρίς να διαχωρίζεται από νάρθηκα. Υπήρχε ακόμη μια είσοδος στη βόρεια πλευρά, με ένα μαρμάρινο κατώφλι και ένα Ρωμαϊκό επιστήλιο. Ο νάρθηκας, ο οποίος χτίστηκε σίγουρα πριν από το 1602, είναι μια θολωτή οροφή με τρούλο και φεγγίτη στη μέση.

Οι τοιχογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τρούλος του εξωνάρθηκα

Η παλαιότερη τοιχογραφία βρισκόταν στην εξωτερική πλευρά του τοίχου του καθολικού ο οποίος βρίσκεται τώρα στο ξωκλήσσι του Αγίου Αντωνίου. Απεικονίζει τη Θεοτόκο, στραμμένη προς τα αριστερά σε στάση προσευχής. Οι σαρωτικές πινελιές δείχνουν προς την «αγροτική» τεχνική του 14ου αιώνα.

Ο ναός και ο νάρθηκας του είναι διακοσμημένοι με τοιχογραφίες, που χρονολογούνται από την Οθωμανική περίοδο. Η εύπορη οικογένεια Μπενιζέλου επιδότησε τις τοιχογραφίες, οι οποίες σχεδιάστηκαν το 1682 από τον Ιωάννη Ύπατο, από την Πελοπόννησο, σύμφωνα με επιγραφή στο δυτικό τοίχο. Στο τρούλο απεικονίζεται ο Παντοκράτορας. Στη δίκλιτη ροζέτα, απεικονίζονται: η Ετοιμασία του Θρόνου, η Παρθένος, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, οι άγγελοι και μια σύνθετη τοιχογραφία στην οποία απεικονίζονται οι Τέσσερις Ευαγγελιστές. Στο φεγγίτη του παρεκκλησίου, απεικονίζεται η Πλατυτέρα ενθρονισμένη, με τους αγγέλους στα πλαϊνά της.

Αν και οι τοιχογραφίες ξεχωρίζουν μεταξύ τους από κάποια πρωτοπορία στο σχεδιασμό τους, παρ' αυτά παραμένουν πρωτότυπες για τις τοιχογραφίες του 16ου αιώνα που βρέθηκαν στο Άγιον Όρος. Κατά τον 17ο αιώνα, οι τοιχογραφίες έγιναν πιο ευρέως γνωστές σε τεχνοτροπία και τεχνική.

Το λουτρό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λουτρό της Καισαριανής, μαζί με αυτά που διασώθηκαν στη Μονή Δαφνίου και το Δερβενοσάλεσι του Κιθαιρώνα, είναι παραδείγματα της αρχιτεκτονικής του 11ου αιώνα η οποία επιβεβαιώνει την πεποίθηση πως οι μοναχοί χρησιμοποιούσαν συχνά χώρους λουτρών. Το ζεστό νερό χρησιμοποιούνταν για τη θέρμανση των κελιών, στην τραπεζαρία, και άλλού.

Τα κτήρια βρισκόταν στα αριστερά της ανατολικής εισόδου, απέναντι από τη νότια πλευρά του καθολικού, και περικύκλωναν μια φυσική πηγή. Καλύπτονταν από ημισφαιρικό ακάλυπτο τρούλο, ο οποίος υποστηριζόταν από τέσσερις στύλους. Αυτοί οι μικροί στύλοι, η οποίοι υποστήριζαν την προστατευτιική οροφή, καταστράφηκαν, μιας και ο χώρος μετατράπηκε σε ελαιουργείο. Τα δοχεία, που διατηρηθήκαν, αποδεικνύουν αυτή τη μετατροπή.

Ο μεγάλος σεισμός του 1981 προκάλεσε σοβαρές καταστροφές σε τμήματα του συγκροτήματος της μονής, και πιο συγκεκριμένα στο λουτρό και τη τραπεζαρία. Έντεκα χρόνια μετά, ο Υπουργός Πολιτισμού, όρισε την Φιλοδασική Ένωση Αθηνών, μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση, να διευθύνει την αναστήλωση του λουτρού υπό την επίβλεψη της Πρώτης Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Εφορίας Αρχαιοτήτων. Πριν την ολοκλήρωση της αναστήλωσης, ο σεισμός του 1999 διέκοψε για μια ακόμη φορά τις εργασίες, αυτή τη φορά για πολλά χρόνια.

Ένας επόμενος υπουργός Πολιτισμού υπέγραψε την εκτέλεση μια νέας μελέτης, σχεδιασμένης από τη Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού στην Φιλοδασική με τη προϋπόθεση πως αυτοί θα συνέχιζαν την οικονομική παροχή προς το έργο. Οι εργασίες παρ' αυτα συνεχίστηκαν, ώστε να διακοπούν ξανά, αόριστα αυτή τη φορά, για τεχνικούς λόγους που δε σχετιζόταν με τη Φιλοδασική.

Η τραπεζαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τραπεζαρία και η κουζίνα βρίσκονται σε ένα ανεξάρτητο κτήριο στη δυτική πλευρά του τοίχου, απέναντι από το καθολικό. Η τραπεζαρία είναι μία μακριά ορθογώνια θολωτή αίθουσα, η οποία διαχωρίζεται σε δύο χώρους. Η κουζίνα στη νότια πλευρά της τραπεζαρίας έχει τετράγωνο σχήμα με θολωτή οροφή στην οποία βρίσκεται ο καπνοδόχος. Η εστία βρίσκεται στη μέση της αίθουσας, περικυκλωμένη από ένα σκαλοπάτι, χτισμένο στη βάση των τεσσάρων τοίχων του.

Τα κελιά των μοναχών, μαζί με τον πύργο Μπενιζέλου, καταλαμβάνουν σχεδόν ολόκληρη τη νότια πλευρά του κήπου.

Σε συνεργασία με την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η Φιλοδασική αναστήλωσε το συγκρότημα της Μονής της Καισαριανής μεταξύ 1952 και 1955. Η ένωση επέβλεπε και χρηματοδότησε όλες τις εργασίες. Ο Τάσος Μαργαρίτωφ, αναστήλωσε τις Μεταβυζαντινές εικόνες που περιελάμβανε.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Gregory, Timothy E. (1991). «Kaisariane». Στο: Alexander Kazhdan, επιμ, επιμ. The Oxford Dictionary of Byzantium. Οξφόρδη και Νέα Υόρκη: Oxford University Press, σελ. 1090. doi:10.1093/acref/9780195046526.001.0001. ISBN 978-0-19-504652-6. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα