Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δημογέροντας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Άγγελος Γέροντας (1785-1862), δημογέροντας της Αθήνας, ένας εκ της τριμελούς δημογεροντίας της πόλης, και μετέπειτα δήμαρχος της

Δημογέροντες (εκ του αρχαιοελληνικού δῆμος + γέρων) ονομάζονταν οι τοπικοί κοινοτικοί άρχοντες στον ελλαδικό χώρο, οι οποίοι συγκροτούσαν την πρωτοβάθμια μορφή αυτοδιοίκησης, τόσο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας όσο και μετά την Επανάσταση του 1821, έως και το έτος 1833, με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Κατά την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα, ο θεσμός των δημογερόντων καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από το νέο διοικητικό πλαίσιο των Δήμων. Η αλλαγή αυτή θεσμοθετήθηκε με την ψήφιση του νόμου «Περί των Δήμων», ο οποίος καθιέρωσε τη λειτουργία των Δημοτικών Συμβουλίων ως τις νέες τοπικές αρχές διακυβέρνησης.[1] Στις περιοχές του ελλαδικού χώρου που δεν εντάχθηκαν εξαρχής στο ελληνικό κράτος και παρέμειναν υπό οθωμανική κυριαρχία, ο θεσμός του δημογέροντα διατηρήθηκε και συνέχισε να υφίσταται έως την ενσωμάτωσή τους σε αυτό.

Ο διορισμός ή η εκλογή των δημογερόντων πραγματοποιούνταν σε τοπικό επίπεδο, με διαφοροποιήσεις ως προς τη διάρκεια της θητείας τους, σε ορισμένες περιπτώσεις ετήσια, ενώ σε άλλες μεγαλύτερης ή ασαφούς χρονικής διάρκειας. Δεν υφίστατο, ωστόσο, ενιαίος ή τυποποιημένος κανόνας αναφορικά με τη συγκρότηση του θεσμού στις διάφορες κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο θεσμός της δημογεροντίας είχε κατεξοχήν διοικητικό χαρακτήρα και δεν συνδεόταν με το σύστημα των αρματολικίων, το οποίο αφορούσε την οργάνωση και δράση ένοπλων σωμάτων για την επιβολή της τάξης και την ασφάλεια των περιοχών.[2]

Λειτουργία μιας δημογεροντίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Οθωμανική Περίοδο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Επιστολή της Δημογεροντίας Θηβών προς την Διοικητική Επιτροπή, στην οποία απαριθμεί τα οφειλόμενα προς το δημόσιο και όσα εξοφλήθηκαν, και ζητεί να διαταχθεί καταμέτρηση των ποιμνίων, έτσι ώστε να πληρώσουν οι ποιμένες το εθνικό δικαίωμα για την εξοικονόμηση των εξόδων της επαρχίας. 27 Ιανουαρίου 1832. Στο κάτω μέρος διακρίνεται η σφραγίδα της Δημογεροντίας και δίπλα τα ονοματεπώνυμα των δημογερόντων.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, αναπτύχθηκαν σε τοπικό επίπεδο μορφές κοινοτικής αυτοδιοίκησης, οι οποίες διαφοροποιούνταν ανάλογα με την περιοχή. Παρά τις κατά τόπους αποκλίσεις, ιδίως σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου όπου είχαν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια μέσω επίσημων εγγράφων (όπως αχτναμέδες ή σουλτανικά φιρμάνια), το πλαίσιο των κοινοτικών θεσμών παρέμενε κατά βάση άγραφο.[3]

Οι τοπικοί άρχοντες, γνωστοί ως δημογέροντες, αποτελούσαν τα βασικά όργανα διοίκησης εντός των κοινοτήτων. Ο αριθμός τους διέφερε από περιοχή σε περιοχή: σε ορισμένες περιπτώσεις διοριζόταν ένας, ενώ αλλού μπορούσαν να φτάνουν έως και πέντε άτομα.[3] Σύμφωνα με εγκυκλοπαίδεια της δεκαετίας του 1930, στην Πελοπόννησο κάθε χωριό εξέλεγε συνήθως δύο δημογέροντες.[2] Η διαδικασία επιλογής τους φαίνεται να διέφερε: ενώ ορισμένες πηγές κάνουν λόγο για ετήσιες εκλογές, άλλες αναφέρουν ότι η θητεία τους ήταν κατά κανόνα ισόβια. Πέραν αυτών, διαπιστώνονται και λειτουργικές διαφοροποιήσεις, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες· χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αθήνας.[4]

Οι δημογέροντες είχαν ως κύρια αρμοδιότητα τη συλλογή των φορολογικών εσόδων της κοινότητάς τους, καθώς και τον καθορισμό της φορολογικής αναλογίας που αντιστοιχούσε στο εκάστοτε χωριό. Οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονταν συνήθως από συλλογικό όργανο, το οποίο συνεδρίαζε στην έδρα του καζά. Παράλληλα, οι δημογέροντες συμμετείχαν στην επίλυση τοπικών διαφορών, με τη συνεργασία και υπό την προεδρία του εκκλησιαστικού ηγέτη.[2]

Εκλογή Προεστών σε Επαρχιακό Επίπεδο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το σώμα των δημογερόντων κάθε επαρχίας εκλέγονταν, σε ετήσια βάση, οι προεστοί της επαρχίας, γνωστοί και ως «επαρχιακοί προεστώτες».[2] Οι προεστοί, οι οποίοι αποτελούσαν τη δεύτερη βαθμίδα τοπικής διοίκησης, ήταν κατά κανόνα ένας ανά χωριό, με εξαίρεση την επαρχιακή έδρα, όπου ο αριθμός τους έφτανε τους τρεις ή τέσσερις το πολύ.[5] Από αυτούς επιλεγόταν ο αντιπρόσωπος που εκπροσωπούσε την επαρχία στην έδρα του πασά ή του βαλή, θέση που αντιστοιχούσε στον λεγόμενο «Αγιάν». Για τις μεγαλύτερες διοικητικές περιφέρειες, ο αντίστοιχος εκπρόσωπος στην Κωνσταντινούπολη, στην έδρα του Οθωμανού σουλτάνου, ήταν ο βεκίλης.

Δημογέροντες κατά την Προσωρινή Διοίκηση (1821-1833)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη βαθμίδα της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά την Οθωμανική περίοδο, αποτέλεσε θεμέλιο για την οργάνωση της διοίκησης και κατά τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Εθνοσυνελεύσεις και η Προσωρινή Διοίκηση των επαναστατημένων Ελλήνων ενσωμάτωσαν στο θεσμικό τους πλαίσιο το μοντέλο των δημογεροντιών, αναγνωρίζοντας τη λειτουργικότητα και τη νομιμοποίησή του στις τοπικές κοινωνίες.

Η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1822) προέβλεψε τη σύσταση τοπικών διοικητικών σωμάτων με συγκεκριμένο αριθμό δημογερόντων για κάθε κοινότητα, σύμφωνα με πληθυσμιακά και διοικητικά κριτήρια. Το μοντέλο αυτό διατηρήθηκε και από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823), η οποία επικύρωσε την αναγκαιότητα ύπαρξης αυτών των οργάνων ως βασικών δομών τοπικής διακυβέρνησης. Σημαντική εξέλιξη σημειώθηκε με τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα (1827), η οποία όρισε τις κοινότητες ως το κατώτατο, αλλά ουσιώδες, επίπεδο της πολιτικής και διοικητικής λειτουργίας. Οι δημογέροντες, στο πλαίσιο αυτό, θεωρήθηκαν πλέον επίσημα όργανα της κεντρικής εξουσίας, με ρητώς καθορισμένες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις.

Η διοικητική μεταρρύθμιση συνεχίστηκε το 1828 με την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος προχώρησε σε συστηματικότερη οργάνωση του κοινοτικού θεσμού. Ο Καποδίστριας ενίσχυσε τον ρόλο των δημογερόντων ως διοικητικών εκπροσώπων του κράτους σε τοπικό επίπεδο, επιδιώκοντας την ενσωμάτωσή τους στον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό και την εξασφάλιση της ενότητας της διοίκησης.[2]

Τέλος του θεσμού και αντικατάσταση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θεσμός των δημογερόντων, παρότι συνέχισε να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός τοπικής διοίκησης στα πρώτα χρόνια του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, καταργήθηκε επισήμως κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Το 1833, με την έκδοση του νόμου «Περί των Δήμων», τέθηκε σε ισχύ ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την τοπική αυτοδιοίκηση, εναρμονισμένο με τα πρότυπα των δυτικοευρωπαϊκών κρατών.

Στο πλαίσιο του εν λόγω νόμου, καθιερώθηκαν οι Δήμοι ως οι βασικές διοικητικές μονάδες του κράτους, με αιρετά δημοτικά συμβούλια, τα μέλη των οποίων αναδείκνυονταν μέσω εκλογών. Τα μέλη αυτά αντικατέστησαν τους μέχρι τότε ισχύοντες δημογέροντες και διέθεταν εννεαετή θητεία, ανανεούμενη ανά τριετία κατά το ένα τρίτο. Με τη θεσμοθέτηση των Δήμων και την εγκαθίδρυση των νέων οργάνων διοίκησης, το κράτος επιδίωξε να εδραιώσει ένα ενιαίο, συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα, τερματίζοντας έτσι την προνεωτερική, άτυπη μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης που είχε διαμορφωθεί κατά την Οθωμανική περίοδο και είχε διατηρηθεί εν μέρει και κατά τα πρώτα επαναστατικά και μετεπαναστατικά έτη.[1]

  1. 1 2 ΦΕΚ A 3 - 10.01.1834, (7 Δεκεμβρίου 1833 / 8 Ιανουαρίου 1834) Νόμος περί συστάσεων των Δήμων
  2. 1 2 3 4 5 λήμμα «Κοινότης», τμήμα «Δημογεροντίαι», , Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Αθήνα, 1930
  3. 1 2 Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμος Α΄, Π. Αργυρόπουλος, εν Αθήναις, εκ της Φιλολάου Τυπογραφίας, 1843, σελ. 30
  4. Καμπούρογλου, Δημήτριος Γρ. (1830). Ιστορία των Αθηναίων, περίοδος πρώτη 1458-1867. Αθήνα: Πελεκάνος Books. ISBN 978-960-400-780-6.
  5. Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμος Α΄, Π. Αργυρόπουλος, εν Αθήναις, εκ της Φιλολάου Τυπογραφίας, 1843, σελ. 32