Κωνσταντίνος Μήτσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κωνσταντίνος Μήτσου
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1909
Θάνατος 27  Ιουνίου 1985
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα αστυνομικός
στρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατός /Ελληνικός Στρατός Ξηράς

Ο Κωνσταντίνος Μήτσου (Χαλκιόπουλο Αιτωλοακαρνανίας, 1909 — Θεσσαλονίκη, 27 Ιουνίου 1985) ήταν αντιστράτηγος της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, κυρίως γνωστός για την εμπλοκή του στην δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ως προστάτης των διάφορων παρακρατικών οργανώσεων. Όταν έγινε η δολοφονία Λαμπράκη ήταν γενικός επιθεωρητής Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος, ενώ είχε διατελέσει και διοικητής της προσωπικής ασφάλειας του διαδόχου και στη συνέχεια βασιλέως Παύλου.

Ο Μήτσου είναι ο βασικός ανταγωνιστής στην βραβευμένη με Όσκαρ ταινία Ζ του Κώστα Γαβρά, η οποία είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού. Στην ταινία αναφέρεται απλά ως «ο Στρατηγός» και τον υποδύεται ο Γάλλος ηθοποιός Pierre Dux.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος Μήτσου γεννήθηκε το 1909 στο Χαλκιόπουλο της επαρχίας Βάλτου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Γονείς του ήταν ο Βασίλειος και η Βασιλική Μήτσου.

Ο Μήτσου υπηρέτησε αρχικά στον ελληνικό Στρατό Ξηράς από το 1930 ως το 1932, με το βαθμό του λοχία Πεζικού. Μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικής του θητείας, διορίστηκε χωροφύλακας στις 31 Οκτωβρίου 1932 με αριθμό κατάταξης 2322. Σύμφωνα με το αρχείο της Ελληνικής Χωροφυλακής, τον Ιούνιο του 1933 προβιβάστηκε στο βαθμό του υπενωμόταρχη και έπειτα στον βαθμό του ενωμοτάρχη την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, αφού πρώτα αποφοίτησε από τη Σχολή Ενωμοταρχών.

Αξιωματικός της Χωροφυλακής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την υπηρεσία του στο Σώμα της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, ο Κωνσταντίνος Μήτσου παρασημοφορήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1936 για την καταπολέμηση ληστών στο Πολυνέρι Γρεβενών. Το 1937 έγινε ανθυπασπιστής[1]. Δύο χρόνια αργότερα, στις 26 Μαΐου 1939 παρασημοφορήθηκε ακόμα μια φορά για την υπέρτατη υπηρεσία του στο Σώμα, βράβευση που του εξασφάλισε την προαγωγή του στο βαθμό του ανθυπομοίραρχου.[2] Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 πολέμησε ως επικεφαλής στρατονομικού αποσπάσματος της 16ης Μεραρχίας.

Κατά την περίοδο της Κατοχής υπηρέτησε στη Μακεδονία και συμμετείχε στην οργάνωση ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις), η οποία δέχτηκε επιθέσεις από τον ΕΛΑΣ, συνεργάστηκε με τους Γερμανούς και κατηγορήθηκε ως δωσιλογική. Προήχθη λόγω παλαιότητας στον βαθμό του υπομοίραρχου στις 31 Οκτωβρίου 1942.[3]

Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, προήχθη στο βαθμό του μοίραρχου το Σεπτέμβριο του 1946,[4] και στο βαθμό του ταγματάρχη του Σώματος το Μάρτιο του 1949[5]. Από το Νοέμβριο του 1946 ως τον Οκτώβριο του 1949 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ασφαλείας Υψηλών Προσώπων, ως επικεφαλής της ασφάλειας του διαδόχου και στη συνέχεια Βασιλέα Παύλου.

Ανώτερος και ανώτατος αξιωματικός του Σώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μήτσου προήχθη στο βαθμό του αντισυνταγματάρχη το Μάιο του 1950[6] και πέντε χρόνια αργότερα στο βαθμό του συνταγματάρχη.[7] Ως αντισυνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής Χωροφυλακής Μαγνησίας (1950-53) και διοικητής Χωροφυλακής Σερρών (1953-55), όπου γνωρίστηκε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Από το 1955 ως το 1958 διετέλεσε διοικητής της Ανωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακής Κρήτης και από το 1958 ως το 1961 διευθυντής της Διευθύνσεως Αστυνομίας Θεσσαλονίκης (η οποία, παρά το όνομα «Αστυνομία», υπαγόταν στη Χωροφυλακή). Στις 23 Ιουλίου 1961, προήχθη στο βαθμό του υποστράτηγου[8] και ως το 1963 διετέλεσε γενικός επιθεωρητής Βορείου Ελλάδος, ή, όπως λεγόταν επίσημα, γενικός επιθεωρητής της Β΄ Επιθεωρήσεως Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής.

Το 1963 ως γενικός επιθεωρητής Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος ενεπλάκη στην υπόθεση δολοφονίας του βουλευτή Λαμπράκη ως οργανωτής «αντισυγκεντρώσεων» και ως προστάτης ακροδεξιών οργανώσεων και ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης διέταξε την προφυλάκισή του (με την σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα Στυλιανού Μπούτη), γεγονός που προκάλεσε πάταγο στην ελληνική κοινή γνώμη, καθώς ο Μήτσου δεν ήταν τυχαίος αξιωματικός: συνδεόταν φιλικά με τον Κ. Καραμανλή, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ήταν επικεφαλής της ασφάλειας του βασιλιά Παύλου.

Στην απολογία του στον Σαρτζετάκη, ο Μήτσου υποστήριξε:

«Εξ αγάπης προς το Σώμα της Χωροφυλακής, ησθανόμην πάντοτε την αποστολήν μου ευρυτέραν της συνήθους υπηρεσιακής, και προσεπάθουν να εξυπηρετώ πάντα προσερχόμενον εις μικράς τινάς εκδουλεύσεις, εξικνουμένας μέχρι σημείου ώστε να προέρχομαι προσωπικώς εις παρακλήσεις προς τρίτους. Κατ' αυτόν τον τρόπον εδημιουργήθη ευρυτάτη λαϊκή βάσις συμπαθείας προς το πρόσωπόν μου, τοσούτο μάλλον ώστε οι παρ' εμού παρεχόμεναι εξυπηρετήσεις παρείχοντο ανεξαρήτως πολιτικού φρονήματος του εξυπηρετουμένου, ιδίως μάλιστα προς τους Αριστερίζοντας, επί τω τέλει, όπως διά του παραδείγματος της συμπονοίας προς αναξιοπαθούντα πρόσωπα, επαναφέρω τούτους εις την οδόν του Εθνικώς Σκέπτεσθαι, καταδεικνύων άμα ότι το Κράτος, του οποίου μίαν εκδήλωσιν δραστηριότητος εξεπροσώπουν, προσατενίζει μετά συμπαθείας προς τους έχοντας ανάγκην πολίτας του.»

Όταν ο ανακριτής Σαρτζετάκης του ανακοίνωσε την προφυλάκισή του, δήλωσε ότι θα αυτοκτονήσει και έβαλε τα κλάματα. Μετά την αποφυλάκισή του έγινε στόχος χλευαστικών σχολίων νεαρών φοιτητών της Θεσσαλονίκης, που του έλεγαν «στρατηγέ, ακόμα δεν αυτοκτόνησες;» Κατοικούσε σε ρετιρέ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αγγελάκη 19.[9]

Στις 6 Ιουλίου 1964 αποστρατεύθηκε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, ενώ ήδη από τον Δεκέμβριο του 1963 του είχε επιβληθεί ποινή εξάμηνης αργίας, πάλι από την κυβέρνηση Παπανδρέου.[10]

Χούντα και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί χούντας των συνταγματαρχών, στις 12 Νοεμβρίου 1969, ακυρώθηκε η αποστρατεία του Κωνσταντίνου Μήτσου και με βασιλικό διάταγμα που εκδόθηκε από τον δικτατορικό υπουργό Δημοσίας Τάξεως Παναγιώτη Τζεβελέκο του απονεμήθηκε ο βαθμός του αντιστράτηγου.

Ο Μήτσου σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1985, σε ηλικία 76 ετών, σε τροχαίο δυστύχημα στο 26ο χιλιόμετρο του δρόμου Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου: το αυτοκίνητο που οδηγούσε συγκρούστηκε σφοδρά με άλλο ΙΧ, το οποίο «καρφώθηκε» σε αυτό του Μήτσου. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου, Θεόδωρος Μπαμπατσιάνης, νοσηλεύτηκε και αυτός στο νοσοκομείο.[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Β.Δ. της 08/05/1937 ΦΕΚ 93 (τ. Γ΄) της 08/06/1937
  2. Β.Δ. της 01/09/1939 ΦΕΚ 228 (τ. Γ΄) Γ΄) της 28/10/1939
  3. Δ/γμα της 31/10/1942 ΦΕΚ 210 (τ. Γ΄) της 05/11/1942
  4. Β.Δ. της 25/09/1946 ΦΕΚ 269 (τ. Γ΄) της 07/10/1946
  5. (Β.Δ. της 18/03/1949 ΦΕΚ 119 (τ. Γ΄) της 06/05/1949)
  6. (Β.Δ. της 24/05/1950 ΦΕΚ 120 (τ. Γ΄) της 25/05/1950)
  7. (Β.Δ. της 28/07/1955 ΦΕΚ 167 (τ. Γ΄) της 08/08/1955)
  8. Β.Δ. της 23/07/1961 ΦΕΚ 169 (τ. Γ΄) της 02/08/1961)
  9. Απολογία Κωνσταντίνου Μήτσου στο Παύλος Β. Πετρίδης, Δολοφονία Λαμπράκη,Ανέκδοτα Ντοκουμένα (1963-1966), Εκδόσεις Προσκήνιο, 1995
  10. (Β.Δ. της 06/07/1964 ΦΕΚ 210 (τ. Γ΄) της 10/17/1964)
  11. Η Καθημερινή, 28/6/1985