Προσωρινή κράτηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η προσωρινή κράτηση είναι περιοριστικό μέτρο που επιβάλλεται στον κατηγορούμενο για κάποιο έγκλημα πριν την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης επί της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας. Διατάσσεται από τον ανακριτή με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα. Με αυτό το προσωρινό μέτρο ο κατηγορούμενος οδηγείται σε ειδική φυλακή, τη φυλακή των υποδίκων, όπου και κρατείται μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από ποινικό δικαστήριο και την έκδοση οριστικής αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης. Παλαιότερα ονομαζόταν προφυλάκιση. Ρυθμίζεται από την Ποινική Δικονομία.

Διαδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προΰπόθεση για την έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης είναι να έχει ασκήσει ο εισαγγελέας ποινική δίωξη κατά του υπόπτου τέλεσης ενός εγκλήματος και να έχει παραπέμψει την υπόθεση στον ανακριτή. Ο τελευταίος, αφού διενεργήσει την ανάκριση, καλεί τον κατηγορούμενο σε απολογία και, αν συντρέχουν και οι λοιπές προΰποθέσεις του νόμου, διατάσσει με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα την προσωρινή του κράτηση. Αν ανακύψει διχογνωμία ανακριτή και εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και για την προσωρινή κράτηση αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο.

Σκοπός και προϋποθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσωρινή κράτηση δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, γιατί κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο τεκμήριο αθωότητας. Σύμφωνα με το τελευταίο, κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Επίσης απαγορεύεται η επιβολή ποινής χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη ενώπιον ποινικού δικαστηρίου και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση (nulla poena sine processu). Οι σκοποί της προσωρινής κράτησης είναι δύο: η διασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, ώστε να δικαστεί και, εφ’ όσον κριθεί ένοχος, να τιμωρηθεί, και η αποτροπή τέλεσης νέων εγκλημάτων από αυτόν. Μόνο αυτοί οι δύο λόγοι δικαιολογούν την έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης. Κατά το παρελθόν ονομαζόταν προφυλάκιση, το 1981 όμως μετονομάστηκε σε προσωρινή κράτηση, για να τονιστεί ότι δεν πρόκειται για τιμωρία αλλά για περιοριστικό όρο. Προσωρινή κράτηση μπορεί να διαταχθεί κατά τον νόμο μόνο για κακούργημα ή για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή (αν ο δράστης έχει τελέσει περισσότερες από μία ανθρωποκτονίες από αμέλεια είτε με την ίδια είτε με περισσότερες πράξεις). Ο νόμος ορίζει ρητά ότι δεν αρκεί μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης για την επιβολή προσωρινής κράτησης.

Συγκεκριμένα κατά το άρθρο 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προσωρινή κράτηση μπορεί να διαταχθεί μόνο αν ο κατηγορούμενος:

  • δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή
  • κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής ή
  • είναι πολύ πιθανό, κατά αιτιολογημένη κρίση, αν αφεθεί ελεύθερος, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα, όπως προκύπτει από ειδικά μνημονευόμενα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία κατηγορείται.

Διάρκεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να διαρκέσει κατά το Σύνταγμα (άρθρο 6 παρ. 4) πάνω από 12 μήνες, αν ο κατηγορούμενος κατηγορείται για κακούργημα, ή 6 μήνες, αν κατηγορείται για πλημμέλημα. Η διάρκεια μπορεί να παραταθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για 6 και 3 μήνες αντίστοιχα. Στην πράξη τηρείται μόνο το ανώτατο όριο προσωρινής κράτησης (18 ή 9 μήνες αντίστοιχα). Μετά την πάροδο του διαστήματος αυτού, οι αρχές οφείλουν να αφήσουν τον κατηγορούμενο ελεύθερο.

Η προσωρινή κράτηση μπορεί πάντοτε να αρθεί ή να αντικατασταθεί με άλλους περιοριστικούς όρους (απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρέωση εμφάνισης στις αρχές σε τακτά διαστήματα κλπ.) αυτεπαγγέλτως από τον ανακριτή ή μετά από αίτηση του προσωρινά κρατούμενου, αν εκλείψουν οι λόγοι, για τους οποίους διατάχθηκε.

Προβλήματα και κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θεσμός της προσωρινής κράτησης είναι από τη φύση του ιδιαίτερα προβληματικός, γιατί προσπαθεί να συμβιβάσει την αρχή ότι κανείς δε φυλακίζεται μόνο με την υπόνοια τέλεσης ενός εγκλήματος και χωρίς δίκη με το συμφέρον της κοινωνίας και της πολιτείας να προστατεύονται οι πολίτες και να τιμωρούνται αποτελεσματικά οι εγκληματίες. Η εφαρμογή της στην πράξη στην Ελλάδα έχει δεχθεί έντονη κριτική. Συγκεκριμένα οι δικαστικές αρχές δέχονται κριτική ότι την επιβάλλουν υπερβολικά συχνά και ότι την διατάσσουν χωρίς να συντρέχουν πράγματι οι προϋποθέσεις του νόμου (πραγματικός κίνδυνος φυγής ή τέλεσης νέων εγκλημάτων), αλλά με μοναδικό κριτήριο τη βαρύτητα του εγκλήματος. Επίσης έχει κατακριθεί η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο ένταλμα προσωρινής κράτησης, καθώς και η διαρκής παράτασή της πάνω από 12 μήνες και ως τους 18, κάτι το οποίο το Σύνταγμα επιτρέπει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Παράλληλα, ενώ ο νόμος επιβάλλει η κράτηση να γίνεται σε ειδικές φυλακές υποδίκων χωριστά από τους καταδίκους, αυτό στην πράξη δεν τηρείται, με αποτέλεσμα η προσωρινή κράτηση να είναι στο τέλος μια «προτιμωρία» του κατηγορουμένου χωρίς να έχει καταδικαστεί αυτός προηγουμένως από δικαστήριο, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]