Κωνσταντίνος Α. Τσουκαλάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κωνσταντίνος Τσουκαλάς
Konstantinos Tsoukalas.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 5  Αυγούστου 1937
Αθήνα
Εθνικότητα Έλληνες
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Σπουδές Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης
Πανεπιστήμιο του Παρισιού
Πανεπιστήμιο του Μονάχου
Πανεπιστήμιο Γέιλ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα διδάσκων πανεπιστημίου
πολιτικός
κοινωνιολόγος
Εργοδότης Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πανεπιστήμιο Πρίνστον
Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης
Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
Οικογένεια
Σύζυγος Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδη
Γονείς Άγγελος Τσουκαλάς
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα μέλος της Βουλής των Ελλήνων (Ιανουαρίου 2015 – Αυγούστου 2015, εκλογική περιφέρεια επικρατείας της Ελλάδας)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937) είναι Έλληνας κοινωνιολόγος, πανεπιστημιακός και πολιτικός. Δίδαξε σε ελληνικά, αμερικανικά, γαλλικά και μεξικανικά πανεπιστήμια και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών και βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937. Είναι εγγονός του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, καθηγητή του Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και γιος του Άγγελου Τσουκαλά, δικηγόρου και πολιτικού ο οποίος διατέλεσε βουλευτής Αθηνών με το Κόμμα Φιλελευθέρων, δήμαρχος Αθηναίων με την υποστήριξη της Αριστεράς (ΕΔΑ), αλλά και υπουργός Δικαιοσύνης από το 1970 έως το 1973, επί στρατιωτικής χούντας.

Μετά την αποφοίτησή του από την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Φιλοσοφίας του Δικαίου και Κοινωνιολογίας στα Πανεπιστήμια Χαϊδελβέργης και του Μονάχου στην Γερμανία, του Παρισιού στην Γαλλία και του Γέιλ στις ΗΠΑ. Πλέον είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.[1]

To 1974 ανακηρύχθηκε διδάκτορας Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Παρισιού. Από το 1961 έως το 1968 άσκησε την δικηγορία στην Αθήνα. Απασχολήθηκε ως ερευνητής στο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών Αθηνών (1963-1967) και στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS, 1968). Κατά τα έτη 1968-1985 υπήρξε τακτικός καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Παρισιού και από το 1985 και έκτοτε ήταν τακτικός καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα από το 1981 έως το 1989 άσκησε καθήκοντα επιστημονικού διευθυντή στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).[2]

Το 1993 ορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΚΚΕ, θέση που διατήρησε έως το 1996. Έχει επίσης διατελέσει πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Κοινωνιολόγων, μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας, επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Παρισιού, Πρίνστον, Nέας Υόρκης, της Πόλεως του Μεξικού, καθώς και στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη Κορυφής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για την Κοινωνική Ανάπτυξη (1994-1996) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού. Ακόμη ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και μέλος του ερευνητικού συμβουλίου του Ολυμπιακού Μουσείου της Λωζάννης στην Ελβετία. Aπό το 2000 έως το 2014 ήταν τακτικό μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής.[2]

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης υπήρξε πολιτικό στέλεχος του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ανήκε στην φιλοΠΑΣΟΚική τάση και επιδοκίμασε ιδιαίτερα την «ρήξη της 9ης Μαρτίου» το 1985, με την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου απομάκρυνε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και ξεκίνησε την διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, ενώ άσκησε έντονη κριτική στο ίδιο του το κόμμα για ελιτισμό και διανοουμενισμό.[3] Μίλησε για «ένα είδος κοσμικο-διανοουμενίστικης λέσχης, μακριά από τους προβληματισμούς της κοινωνίας» στην οποία «η άνοδος των “άξεστων μικροαστών μουστακαλήδων” που δεν ξέρουν καλά γαλλικά, αλλά ούτε, φευ, και “καλά ελληνικά”, εισπράχθηκε ως απαράδεκτο κοινωνικό ράπισμα».[3]

Στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 τέθηκε επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας με το κόμμα του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς[4], και εκλέχθηκε βουλευτής.[5]

Τον Μάιο του 2018, σε μια αποτίμηση των παγκόσμιων εξεγέρσεων του 1968 (με αφορμή την συμπλήρωση 50 χρόνων από τον Μάη του '68) ο Τσουκαλάς άσκησε έντονη κριτική σε ορισμένες από τις πρακτικές των λεγόμενων «νέων κοινωνικών κινημάτων» που γεννήθηκαν με τα γεγονότα του '68.[6] Ειδικότερα, υποστήριξε ότι ενώ τα νέα κοινωνικά κινήματα ορθώς απέρριψαν τις κάθετες γραφειοκρατικές δομές της παραδοσιακής Αριστεράς που κατέληγαν στον αυταρχισμό και την καταπίεση, τελικά οδηγήθηκαν στο άλλο άκρο και την αυτοακύρωση με την οριζοντιότητα και την ελευθεριακή αντίληψή τους:[6]

«Τα νέα κοινωνικά κινήματα όμως μέχρι σήμερα δεν έχουν τη δυνατότητα να σφραγίσουν με την παρουσία τους την πολιτική εξουσία. Ξέρετε, η μακρόχρονη στρατηγική προϋποθέτει μακρόχρονη τριβή με την πραγματικότητα, υποχωρήσεις, συμβιβασμούς, τακτικές προσαρμογές και συνεχή διάλογο. Προϋποθέτει όμως και κάποια κατευθυντήρια γραμμή που να ξεπερνάει τα συνθήματα “ανατροπή”, “εξέγερση”, “επανάσταση”. (...) Σκεφθείτε ότι μέχρι τώρα οι μορφές κινητοποίησης και στράτευσης επιβεβαιώνονταν καθημερινά σε κοινούς χώρους εργασίας, συμμετοχής (συν-συμμετοχής θα έλεγα), πράγμα το οποίο δέσμευε τους ανθρώπους στον χρόνο. Εκείνο που συμβαίνει με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ότι η δέσμευση των ανθρώπων είναι εφήμερη. Σήμερα γράφεις στο διαδίκτυο, αύριο κλείνεις το διαδίκτυο. Ο καθένας είναι κύριος της ατομικής του συμμετοχής στα φόρα αυτά και με αυτόν τον τρόπο είναι κύριος του εαυτού του και του χρόνου του. Για να μην είναι λοιπόν εφήμερη η στράτευση, χρειάζεται συνεργασία και συγχρωτισμός σε συγκεκριμένους χώρους και χρόνους. Και γι’ αυτό εγώ έχω αμφιβολίες και δεν έχω δει σε παγκόσμια κλίμακα να έχουν επιβιώσει επί μονίμου βάσεως τέτοιες κινήσεις παρά μόνον ad hoc. Και το ad hoc είναι ο θάνατος της στρατηγικής.»

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει συγγράψει είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο αρκετά βιβλία κοινωνιολογικού περιεχομένου.[7]

  • The Greek Tragedy, 1968 (ελλ. μτφρ. εκδ. Α. Λιβάνης)
  • Εξάρτηση και αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, εκδ. Θεμέλιο, 1976
  • Κράτος και κοινωνική ανάπτυξη, εκδ. Θεμέλιο, 1980
  • Κράτος, εργασία, κοινωνία στη μεταπολεμική Ελλάδα,εκδ. Θεμέλιο, 1985
  • Είδωλα Πολιτισμού. Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα στη σύγχρονη Πολιτεία, εκδ. Θεμέλιο, 1991
  • Περιπέτειες Σημασιών. Η εξουσία ως «λαός» και ως «έθνος», εκδ. Θεμέλιο, 1999
  • Ταξίδι στο λόγο και στην ιστορία τομ. Α΄ Β΄, εκδ. Πλέθρον, 1996
  • Πόλεμος, μνήμη και τέχνη, 2000
  • Η πολιτική σήμερα. Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του 2001 κ.ά.
  • Η επινόηση της ετερότητας. Ταυτότητες και διαφορές στην εποχής της παγκοσμιοποίησης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010
  • Η γυμνή βασίλισσα - Εργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, εκδ. Καστανιώτη, 2013

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεωτέρου Ελληνισμού 1830-2010 - Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, Εκδόσεις Μέτρον, τόμος Γ΄, σελ. 527-528

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Π. Πιζάνιας, Η εφαρμογή της θεωρίας για τις σχέσεις τον «καπιταλιστικού κέντρου» και της «υπανάπτυκτης περιφέρειας» στην ελληνική ιστοριογραφία: Ν. Ψυρούκης - Κ. Τσουκαλάς, Μνήμων, τομ. 2, (1978), σελ. 255-286.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]