Άσμα του Ρολάνδου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άσμα του Ρολάνδου
Grandes chroniques Roland.jpg
«Οι οκτώ στιγμές από το τραγούδι του Ρολάνδου», απόσπασμα από το χειρόγραφο Μεγάλα Χρονικά της Γαλλίας, μουσείο Ερμιτάζ
ΣυγγραφέαςΤυρόλντ (ίσως)
ΤίτλοςLa Chanson de Roland
ΓλώσσαΠαλαιά Γαλλικά
ΕίδοςΕπικό άσμα
ΧαρακτήρεςΡολάνδος
ΤόποςΙσπανία
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Ημερομηνία δημοσίευσης11ος αιώνας

Το άσμα του Ρολάνδου[1] (γαλλικά: la chanson de Roland) είναι ένα επικό ποίημα που βασίζεται σε μια ιστορική μάχη στο πέρασμα του Ρονσεβώ στα Πυρηναία, το 778, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρλομάγνου. Είναι το παλαιότερα χρονολογημένο  μεγάλο έργο της γαλλικής λογοτεχνίας και έχουν σωθεί διάφορα χειρόγραφά του, γεγονός που δείχνει την τεράστια και διαρκή δημοτικότητα που είχε από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα. Το πιο παλαιό αξιόπιστο χειρόγραφο είναι γραμμένο στην Αγγλο-Νορμαδική διάλεκτο της παλαιάς γαλλικής γλώσσας.

Γράφτηκε μεταξύ 1040 και 1115, τρεις αιώνες αργότερα από τα γεγονότα που ιστορεί: το έργο άρχισε το 1040 και καθώς ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές σταδιακά έγιναν προσθήκες και αλλαγές μέχρι το 1115 περίπου. Το τελικό κείμενο έχει περίπου 4.000 στίχους στην παλιά μορφή του (και 9000 σε ένα χειρόγραφο του τέλους του 13ου αιώνα). Αυτό το επικό και ηρωικό ποίημα είναι ένα από τα πιο εκλεκτά παραδείγματα του επικού άσματος, μιας λογοτεχνικής μορφής που άνθισε μεταξύ του 11ου και του 15ου αιώνα και υμνούσε τις θρυλικές πράξεις και τα ηρωικά κατορθώματα των ιπποτών.

Δύο χειρόγραφα βρέθηκαν το 1832 και το 1835. Το άσμα του Ρολάνδου αναγνωρίσθηκε ως εθνικό έπος της Γαλλίας όταν δημοσιεύθηκε σε μια έκδοση το 1837.

Ο συγγραφέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος ενός χειρογράφου γράφει: Εδώ τελειώνει το έπος που διηγήθηκε ο Τυρόλντ (Ci falt la geste que Turoldus declinet). Όλα εξαρτώνται από το νόημα που θα δοθεί σ' αυτή τη φράση. Πρόκειται για τον ποιητή που το έγραψε; για ένα χρονικογράφο ή έναν αντιγραφέα που το κατέγραψαν; Για ένα τροβαδούρο που το τραγούδησε;

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν άνθρωπο μορφωμένο, γιατί μια προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι ο συγγραφέας γνώριζε τους Λατίνους ποιητές (Βιργίλιο, Λουκιανό) και σίγουρα τη Βίβλο και προσευχές της εποχής του. [2]

Ιστορική βάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καρλομάγνος βρίσκει το Ρολάνδο νεκρό, μινιατούρα 14ος αιώνας

Σύμφωνα με τη ζωή του Καρλομάγνου (Vita Caroli) του χρονογράφου Έινχαρντ, μετά από μια εκστρατεία στην Ισπανία σε έκκληση του συμμάχου του κυβερνήτη της Βαρκελώνης Σουλεϊμάν Ιμπν Αλαράμπι, η οπισθοφυλακή του Καρλομάγνου - με επικεφαλής τον κόμη Ρολάνδο, διοικητή της μαρκιωνίας της Βρετάνης – βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αιφνιδιαστική επίθεση Βάσκων σε ένα πέρασμα στα Πυρηναία.

Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι στη μάχη του Ρονσεβώ, οι ιππότες του Καρλομάγνου είχαν αντιμετωπίζει στην πραγματικότητα βασκική πολιτοφυλακή  και όχι το στρατό των Σαρακηνών.Σε εκείνη την ταραγμένη εποχή που οι Ευρωπαίοι ξεκινούσαν για τις Σταυροφορίες στην Ανατολή, είναι πολύ πιθανό το κείμενο του άσματος του Ρολάνδου να γράφτηκε για να δώσει μια ιστορική βάση σ'αυτές τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Ο μεσαιωνολόγος Ζοζέφ Μπεντιέ (Joseph Bedier,1864-1938) έκανε την υπόθεση ότι τα κύρια αποσπάσματα πρέπει γράφτηκαν στη διαδρομή του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα, που περνούσε από το Ρονσεβώ, από τροβαδούρους που απήγγειλαν αποσπάσματα στο σημείο της επίθεσης.

Στην Καταλονία, όπου το όνομά του εμφανίζεται συχνά σε τοπωνύμια, ο Ρολάνδος (Rotllà, Rutlan) είναι ένας ισχυρός μυθικός γίγαντας. Στη Χώρα των Βάσκων και στο τμήμα του Βορρά υπάρχουν επίσης δύο μέρη που ονομάζονται το βήμα του Ρολάνδου.

Η υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαρσίλ, ένας μαυριτανός βασιλιάς που επιθυμεί να διαφυλάξει την πόλη του Σαραγόσα από την επέλαση του φραγκικού στρατού, συμφωνεί να συνάψει συνθήκη ειρήνης με τον Καρλομάγνο. Ο τελευταίος αναρωτιέται ποιος θα σταλεί ως απεσταλμένος στο Μαρσίλ, ο οποίος έχει μεγάλη φήμη προδότη. Όποιος στέλνονταν θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο. Ο αυτοκράτορας αρνείται να διακινδυνεύσουν οι αγαπημένοι του ιππότες. Τελικά αποφάσισαν, ύστερα από πρόταση του Ρολάνδου, να στείλουν τον Γκανελόν. Αλλά ο Γκανελόν, διεφθαρμένος και μισώντας τον Ρολάνδο, αποφασίζει να προδώσει τον Καρλομάγνο και να προτείνει ένα σχέδιο στο Μαρσίλ. Ο Μαρσίλ να προσποιηθεί ότι συνάπτει ειρήνη με τον Καρλομάγνο και τότε ο αυτοκράτορας με το στρατό του θα αποσυρθεί. Ο Ρολάνδος θα είναι επί κεφαλής της οπισθοφυλακής. Στη συνέχεια, οι Σαρακηνοί θα επιτεθούν απροσδόκητα στην απομονωμένη οπισθοφυλακή. Μόλις ο Ρολάνδος, ο πιο γενναίος ιππότης του Καρλομάγνου, σκοτωθεί, ο Γκανελόν πίστευε ότι ο στρατός του Καρλομάγνου δεν θα αξίζει τίποτα. Ο Μαρσίλ ενέκρινε το σχέδιο. Ο Γκανελόν συναντά τον Καρλομάγνο, ο οποίος αποσύρεται με το στρατό του. Ο Ρολάνδος γίνεται πράγματι αρχηγός της οπισθοφυλακής, όπως είχε προγραμματιστεί, ενώ ο Γκαναλόν παραμένει μαζί με τον αυτοκράτορα.

Οι Σαρακηνοί επιτίθενται στην οπισθοφυλακή στο πέρασμα του Ρονσεβώ. Ο Ολιβιέ, ο φίλος και έμπιστος του Ρολάνδου, επισημαίνει ένα μεγάλο στρατό Σαρακηνών που πλησιάζει και ζητά από τον Ρολάνδο να σαλπίσει με το κέρας για να ειδοποιήσει τον Καρλομάγνο ότι κινδυνεύουν. Ο Ρολάνδος προτιμά να πεθάνει πολεμώντας παρά να ατιμασθεί ζητώντας βοήθεια (είχε μία αρχή, ότι πρέπει πάντα να προχωράμε μπροστά και ποτέ να μην υποχωρούμε). Οι άνδρες του Ρολάνδου αγωνίζονται ενάντια σε μια δύναμη (που ελέγχεται από Μαρσίλ) είκοσι φορές μεγαλύτερη από τη δική τους αλλά παρά την ανδρεία των ανδρών του, η οπισθοφυλακή του Καρλομάγνου εξολοθρεύεται. Όταν απέμειναν ζωντανοί μόνο εξήντα μαχητές, και αφού ο Oλιβιέ είχε πέσει, ο Ρολάνδος αποφάσισε να σαλπίσει το κέρας. Ο Καρλομάγνος, εν τω μεταξύ, συνεχίζει να απομακρύνεται με τον κύριο στρατό, καθώς πείσθηκε από τον Γκανελόν ότι ο ήχος της κόρνας που ακούει, δεν είναι έκκληση για βοήθεια.

Αλλά ο Καρλομάγνος υποπτεύθηκε τελικά το χειρότερο και έσπευσε στον τόπο της ενέδρας. Εν τω μεταξύ, όλοι οι ιππότες της οπισθοφυλακής είχαν πεθάνει αλλά  τραυματισμένοι ο Ρολάνδος και ο Αρχιεπίσκοπος Tυρπέν κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή τους Σαρακηνούς πριν καταρρεύσουν και οι δύο.

Όσο ο Ρολάνδος είχε ακόμη λίγη δύναμη προσπάθησε να σπάσει το σπαθί του Ντούρανταλ (Durandal)[3] για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού, χωρίς επιτυχία όμως. Η λεπίδα έλαμψε και γυάλισε αλλά δεν έσπασε.[4] Ξάπλωσε τότε για να πεθάνει και ο Άγιος Μιχαήλ, ο Χερουβήμ και ο Άγιος Γαβριήλ πήραν την ψυχή του στον παράδεισο.

Όταν ο Καρλομάγνος έφτασε στην οπισθοφυλακή του ήταν πολύ αργά, ο Ρολάνδος ήταν νεκρός και η μάχη είχε τελειώσει. Ο στρατός του Μαρσίλ υπέστη μεγάλες απώλειες αλλά ενισχύθηκε από έναν τεράστιο στρατό από όλους τους μουσουλμανικούς λαούς. Αυτόν τον στρατό αντιμετώπισε ο στρατός του Καρλομάγνου κατά τη διάρκεια μιας δεύτερης μάχης στην οποία ο Καρλομάγνος κατέστρεψε το στρατό των Σαρακηνών πριν από την επιστροφή του στη μόνιμη κατοικία του στο Άαχεν, όπου έπρεπε να πάει τα θλιβερά νέα στην όμορφη Ωντ, την αδερφή του Ολιβιέ και  αρραβωνιαστικιά του Ρολάνδου, που πέθανε επί τόπου μόλις τα άκουσε. Ακολούθησε η δίκη του Γκανελόν, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο δια διαμελισμού και συγγενείς του καταδικάστηκαν σε απαγχονισμό.

Ιστορικό βάθος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη μάχη του Χέιστινγκς το 1066, ο Ταιγεφέρ, ο γελωτοποιός του Γουλιέλμου του Κατακτητή, τραγουδούσε το άσμα του Ρολάνδου για να εμψυχώσει τα νορμανδικά στρατεύματα. Σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, τον 11ο και το 12ο αιώνα, στα γαλλικά στρατεύματα τροβαδούροι απάγγελλαν συχνά αυτό το τραγούδι πριν τις μάχες.

Λέγεται επίσης ότι ο βασιλιάς της Αγγλίας και δούκας της Ακουιτανίας Ιωάννης ο Ακτήμων κάποτε ρώτησε τους στρατιώτες του: "Γιατί τραγουδάτε τον Ρολάνδο αφού δεν υπάρχει πια Ρολάνδος; Και ένας άνδρας του απάντησε: "Θα υπήρχαν ακόμα Ρολάνδοι αν υπήρχαν Καρλομάγνοι".[5]

Στο άσμα του Ρολάνδου βρίσκουμε για πρώτη φορά το αίσθημα πατριωτισμού, την αγάπη για τη "γλυκιά Γαλλία" (la France douce)[6]

Αντανάκλαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άσμα του Ρολάνδου ενέπνευσε πολύ νωρίς πολλά ποιήματα στην Ευρώπη. Μεταφράστηκε το 1170 στην υψηλή γερμανική από τον πατέρα Conrad ("Rolandslied"). Ο ποιητής Matteo Maria Boiardo συνέθεσε έναν ερωτευμένο Ρολάνδο το 15ο αιώνα. Ο Aριόστο αργότερα, έγραψε το ποίημα Μαινόμενος Ορλάνδος (Orlando furioso), που κυκλοφόρησε το 1516 και με τη σειρά του ενέπνευσε διάφορες όπερες, όπως την όπερα του Ζαν-Μπατίστ Λυλί, Ρολάνδος (1685). Πιο πρόσφατα, ο Luigi Dallapiccola συνέθεσε το 1946 ένα έργο για τραγούδι και πιάνο, "Rencesvals" (Ρονσεβώ), βασισμένο σε τρία αποσπάσματα του αρχικού κειμένου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Το άσμα του Ρολάνδου». 
  2. Lagarde et Michard, Collection Littéraire. Moyen Age. σελ. 5. 
  3. Ο θρύλος λέει ότι το Ντουράνταλ δόθηκε στον Καρλομάγνο από έναν άγγελο του Θεού, που έπρεπε να το δώσει σε έναν ιππότη. Ο Καρλομάγνος το έδωσε στο Ρολάνδο
  4. Αναπαράσταση του Ντούρανταλ στο Ροκαμαντούρ

    Σύμφωνα με το θρύλο, ο Ρολάνδος, αφού δεν κατάφερε να σπάσει το σπαθί του, το πέταξε προς την κοιλάδα. Αυτό πέρασε θαυματουργικά αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα πριν καρφωθεί μέσα στο βράχο της εκκλησίας στο Ροκαμαντούρ.

  5. Éditions Chez Jean de Bonnot (1875). La Chanson de Roland. 
  6. Μωρουά, Αντρέ. Η ιστορία της Γαλλίας. σελ. 69, τόμος Α'.