Ιταλικός Πόλεμος (1551–1559)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιταλικός πόλεμος του 1551–1559
Ιταλικοί Πόλεμοι
Cateau-Cambresis.jpg
Χρονολογία1551–1559
ΤόποςΙταλία, Γαλλία, Φλάνδρα και Μεσόγειος Θάλασσα
ΈκβασηΣυνθήκη του Κατώ-Καμπρεζί
Αντιμαχόμενοι

Ο ιταλικός πόλεμος του 1551-1559, γνωστός και ως πόλεμος Αψβούργων – Βαλουά ήταν το τελευταίο κεφάλαιο της σειράς των Ιταλικών πολέμων. Άρχισε όταν ο Ερρίκος Β' της Γαλλίας κήρυξε πόλεμο εναντίον του αυτοκράτορα Καρόλου Ε' με σκοπό την ανάκτηση εδαφών στην Ιταλική χερσόνησο και τη διασφάλιση της κυριαρχίας των Γάλλων έναντι των Αψβούργων στην ευρωπαϊκή σκηνή.

Πρόκειται για δύο συγκρούσεις που αναφέρονται επίσης ως Δέκατος (1552-1556) και Ενδέκατος Ιταλικός πόλεμος (1557-1559).

Στο τέλος των συγκρούσεων του 1551-1559, η Γαλλία παραιτήθηκε των αξιώσεών της στην Ιταλία αλλά κέρδισε τις τρεις επισκοπικές πόλεις Μετς, Τουλ και Βερντέν στη Λωρραίνη και το λιμάνι του Καλαί. Η Σιένα κατακτήθηκε από το δουκάτο της Φλωρεντίας και η Ισπανία προσάρτησε τη Φρανς-Κοντέ και αναδείχθηκε η κυρίαρχος δύναμη στο μεγαλύτερο τμήμα της Ιταλικής Χερσονήσου.

Από στρατιωτικής άποψης, έχει υπογραμμισθεί η σημασία της τεχνολογικής προόδου και οι επιπτώσεις της στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπως οι πολιορκίες κάστρων με τη χρήση μεγάλων κανονιών και πυροβολικού, η χρήση φορητών όπλων, η πυρίτιδα, αλλά και η αύξηση των επαγγελματιών στρατιωτικών. [1]

Οι συμμαχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ιταλικό πόλεμο του 1551-59, η Γαλλία έδρασε συμμαχώντας με τη Σιένα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Απέναντί της είχε συμμαχία που αποτελούνταν από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την Ισπανία, τη Μάντοβα, το βασίλειο της Αγγλίας, το δουκάτο της Φλωρεντίας, και το δουκάτο της Σαβοΐας.

Δέκατος ιταλικός πόλεμος (1552-1556)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Μεσόγειο θάλασσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Β' της Γαλλίας

Στις 31 Μαρτίου 1547, ο Φραγκίσκος Α’ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ερρίκος Β'. Ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, ο βασιλιάς Ερρίκος Β' της Γαλλίας ανανέωσε τη συμμαχία με τον σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, συμφωνώντας να συνεργαστεί εναντίον των Αψβούργων στη Μεσόγειο.

Το 1551, παραμένοντας πιστός στη συμμαχία του με τους Οθωμανούς, ο Ερρίκος έστειλε στόλο από τη Μασσαλία για να βοηθήσει τους Οθωμανούς στην ανάκτηση της Τρίπολης από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη. Το 1552, ο Ερρίκος κήρυξε πόλεμο εναντίον του αυτοκράτορα Κάρολου Ε' της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Ισπανίας και οι Οθωμανοί έστειλαν 100 πλοία για να επιτεθούν στην ακτή της Καλαβρίας στη νότια Ιταλία. Στην Πόντσα το 1552, ο οθωμανικός στόλος υπό τον Τουργκούτ Ρέις κατέστρεψε τον γενουατικό στόλο του Αντρέα Ντόρια και οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Ρέτζιο. Οι Οθωμανοί συνέχισαν να παρενοχλούν την αντι-γαλλική συμμαχία στη Μεσόγειο, με την εισβολή στην Κορσική το 1553, όπου οι Κορσικανοί, με τη βοήθεια του γαλλικού και του οθωμανικού στόλου, εξεγέρθηκαν κατά της γενουατικής κυριαρχίας και εισβολή στις Βαλεαρίδες Νήσους το 1558.[2]

Στην ηπειρωτική Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταυτόχρονα, ο Ερρίκος Β' ξεκίνησε μια επίθεση εναντίον των Αψβούργων από ξηράς. Έχοντας συμμαχήσει με τους Γερμανούς Λουθηρανούς πρίγκιπες της Ένωσης του Σμαλκάλντεν στη συνθήκη του Σαμπόρ του 1552, τον Απρίλιο του 1552 οι Γάλλοι εισέβαλαν στη Λωρραίνη, όπου, σε αντάλλαγμα της στήριξης που είχαν λάβει από τον Γάλλο βασιλιά, οι Λουθηρανοί πρίγκιπες του παραχώρησαν τις τρεις επισκοπικές πόλεις: Μετς, Τουλ και Βερντέν που ανήκαν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αλλά κατοικούνταν κυρίως από γαλλόφωνους πληθυσμούς. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Κάρολος Ε' προσπάθησε να ξανακερδίσει τις Τρεις επισκοπικές πόλεις και πολιόρκησε το Μετς, αλλά η πόλη, την οποία υπερασπίστηκε ο Φραγκίσκος του Γκιζ, αντιστάθηκε και οι αυτοκρατορικοί έλυσαν την πολιορκία τον Ιανουάριο του 1553.Το 1554, επιβεβαίωσαν αυτές τις κατακτήσεις νικώντας τους αυτοκρατορικούς στη μάχη του Ραντί. [3]

Η μάχη του Μαρτσιάνο το 1554, πίνακας του Τζόρτζιο Βαζάρι

Εν τω μεταξύ, το 1553, η Γαλλία εισέβαλε στην Τοσκάνη για να στηρίξει τη Σιένα, όπου είχε γίνει εξέγερση με αρχηγό τον Πιέρο Στρότσι και έδιωξαν την ισπανική φρουρά. Ο δούκας της Φλωρεντίας Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων, που υποστηρίζονταν από τον αυτοκράτορα, νίκησε τους εξεγερμένους της Σιένα και τους συμμάχους τους Γάλλους στη μάχη του Μαρτσιάνο το 1554. Το 1555, το δουκάτο της Φλωρεντίας κατέκτησε τη Σιένα που τελικά έγινε μέρος του Μεγάλου Δουκάτου της Τοσκάνης.

Ο πόλεμος τελείωσε με τη συνθήκη της Βωσέλ στις 15 Φεβρουαρίου 1556, ευνοϊκή για τους Γάλλους, που άφηνε τον Ερρίκο Β' κυρίαρχο στο δουκάτο της Σαβοΐας, το Πεδεμόντιο, τις πόλεις Μετς, Τουλ και Βερντέν καθώς και την Κορσική.[4]

Η παραίτηση του Καρόλου Ε'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κτήσεις των Αψβούργων στους επόμενους αιώνες μετά τη διχοτόμησή τους από τον Κάρολο Ε'

Το 1556, κατά τη διάρκεια του πολέμου και αφού έλυσε τη μακροχρόνια σύγκρουσή του με τη Σμαλκαλδική Ένωση με την Ειρήνη του Άουγκσμπουργκ το 1555, ο Κάρολος Ε' , ασθενής και εξαντλημένος, παραιτήθηκε από τον αυτοκρατορικό θρόνο καθώς και από το θρόνο της Ισπανίας και αποσύρθηκε στο μοναστήρι του Γιούστους στην Εστρεμαδούρα, όπου δύο χρόνια μετά πέθανε. Τον διαδέχτηκε ως αυτοκράτορας ο αδελφός του, Φερδινάνδος Α', ο οποίος πλέον κατείχε το αυτοκρατορικό στέμμα, τις κτήσεις του Οίκου των Αψβούργων και τα στέμματα της Βοημίας και της Ουγγαρίας. Ο θρόνος της Ισπανίας μεταβιβάστηκε στον γιο του Καρόλου Φίλιππο Β', μαζί με το δουκάτο του Μιλάνου και τα βασίλεια της Νάπολης, της Σικελίας και της Σαρδηνίας, τις Κάτω Χώρες και τις αποικίες στην Αμερική.[5]

Έτσι, η παραίτηση του Καρόλου Ε' χώρισε την αυτοκρατορία των Αψβούργων που περιέσφιγγε τη Γαλλία. Από εδώ και πέρα, η Ισπανία και η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ενήργησαν πλέον σε απόλυτο συντονισμό όπως συνέβαινε υπό την προσωπική ένωση του Καρόλου Ε'.

Ενδέκατος ιταλικός πόλεμος (1557-1559)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλιππο Β΄ της Ισπανίας, πίνακας του Τιτσιάνο

Παρά τη διαίρεση των εδαφών του οίκου των Αψβούργων, η Ισπανία με τις εκτεταμένες κτήσεις της προκαλούσε ανησυχία στους Γάλλους. Έτσι, το 1557 ξέσπασε νέος πόλεμος ανάμεσα στον Ερρίκο Β΄ και τον Φίλιππο Β΄, ο οποίος είχε συμμαχία με την Αγγλία.

Ο νέος Πάπας Παύλος Δ', με καταγωγή από τη Νάπολη και πολύ εχθρικός στην ισπανική κατοχή, πλησίασε τον βασιλιά της Γαλλίας, που ανταποκρίθηκε θετικά σε πρόταση συμμαχίας. Έτσι, στις αρχές του 1557, ο δούκας Φραγκίσκος του Γκιζ έφτασε στην Ιταλία με προορισμό τη Νάπολη αλλά αυτή η εκστρατεία αποδείχθηκε μάταιη, στρατιωτικά και διπλωματικά. Από το φθινόπωρο του 1557, ο Πάπας έκανε ειρήνη με την Ισπανία, της οποίας η παρουσία στην Ιταλία ήταν αδιαμφισβήτητη πλέον.

Από αυτό το σημείο, το επίκεντρο του πολέμου μετατοπίστηκε από την Ιταλία προς τη Φλάνδρα, όπου ο Φίλιππος Β', μαζί με τον δούκα της Σαβοΐας Εμμανουήλ Φιλιβέρτο της Σαβοΐας, νίκησαν αποφασιστικά τους Γάλλους στη μάχη του Σαιν-Κεντέν στις 10 Αυγούστου 1557. Μετά την ήττα στο Σαιν-Κεντέν, οι Γάλλοι ανέκαμψαν και ανέλαβαν νέες πρωτοβουλίες στον πόλεμο. Η είσοδος της Αγγλίας στον πόλεμο το 1557 οδήγησε σε ευνοϊκή εξέλιξη για τους Γάλλους τον Ιανουάριο του 1558, με την πολιορκία του Καλαί και την κατάληψή του, θέτοντας τέλος στην αγγλική κατοχή της πόλης. [6]

Η συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1559, Γάλλοι και Αψβούργοι, υπό την πίεση οικονομικής κατάρρευσης και εσωτερικών προβλημάτων - ευρεία διάδοση του Προτεσταντισμού - αποφάσισαν να δώσουν τέλος στις συγκρούσεις τους με τη συνθήκη του Κατώ-Καμπρεζί, η οποία υπεγράφη στις 3 Απριλίου 1559. Η συνθήκη του Κατώ-Καμπρεζί (1559) αναγνώριζε οριστικά την ισπανική κυριαρχία στην Ιταλική Χερσόνησο, όπου διατήρησε τον έλεγχο στο Μιλάνο, στο βασίλειο της Νάπολης, στη Σικελία και τη Σαρδηνία. Η Γαλλία διατήρησε το Καλαί και τις Τρεις Επισκοπές. Το δουκάτο της Σαβοΐας και το Πεδεμόντιο, επεστράφησαν στον Εμμανουήλ Φιλιβέρτο.

Εκτός από τον τερματισμό του πολέμου, ο Ερρίκος Β' της Γαλλίας και ο Φίλιππος Β' της Ισπανίας συμφώνησαν στη συνθήκη να ζητήσουν από τον Πάπα να συγκαλέσει εκ νέου τη Σύνοδο του Τρέντο.[7]

Έτσι, μετά από 65 χρόνια σχεδόν διαρκούς πολέμου μεταξύ των βασιλείων της Γαλλίας και της Ισπανίας, ο έλεγχος του μεγαλύτερου τμήματος της Ιταλικής Χερσονήσου πέρασε σταθερά στην ισπανική κυριαρχία που διατηρήθηκε μέχρι το κίνημα της εθνικής ενοποίησης της Ιταλίας τον 19ο αιώνα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hale, J. R. (2 August 1990). "Armies, navies and the art of war". In Elton, G. R. (ed.). The New Cambridge Modern History: Volume 2, The Reformation, 1520–1559. 2. Cambridge University Press. pp. 481–509. ISBN 978-0-521-34536-1.
  2. . «historica.fandom.com/wiki/Italian_War_of_1551-59». 
  3. . «histoirefr.com/La dixième guerre d'Italie (1552 à 1556)». 
  4. . «military.wikia.org/wiki/Italian_War_of_1551-1559». 
  5. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα, τομ. 25, σελ. 191
  6. . «histoirefr.com/La onzième guerre d'Italie (1556 à 1559)». 
  7. . «ebooks4greeks.gr/Ιστορία της Ιταλίας: Aπό τη συνθήκη του Λόντι στην ενοποίηση (1454-1870), σελ. 37».