Ιστορία του Γκαρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρωμαϊκό νόμισμα, 10-14 π.Χ., Νιμ

Η ιστορία του νομού Γκαρ ανάγεται στην αρχαιότητα, με πρώτους να έχουν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις τους Φοίνικες, που έφεραν την περιοχή σε επαφή με τους πολιτισμούς όλης της Μεσογείου. Ο νομός Γκαρ μοιράζεται μεγάλο μέρος της ιστορίας του και βρίσκεται ανάμεσα στην Προβηγκία, το Λανγκεντόκ, την περιοχή της οροσειράς Σεβέν και την Καμάργκ. Στα νότια συνορεύει με τη Μεσόγειο θάλασσα.

13ος-1ος π.Χ. αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Γαλατίας

Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής ήταν οι Ίβηρες, οι οποίοι στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. εκδιώχθηκαν από την κελτική φυλή των Βόλκων που εγκαταστάθηκαν σε αυτή την περιοχή και ονομάστηκαν Αρεκόμικοι, δηλαδή Βόλκοι της επίπεδης χώρας, για να διακρίνονται από τους Βόλκους Τεκτοσάγους στις ορεινές περιοχές της Τουλούζης. Ο Ανατολικός πολιτισμός μεταφέρθηκε σε αυτές τις ακτές από τους Φοίνικες, οι οποίοι, από τον 13ο έως τον 11ο αιώνα π.Χ. είχαν αρχίσει εμπορικές συναλλαγές και ίδρυσαν αποικίες, από τους Ρόδιους, οι οποίοι, περίπου το 900 π.Χ., ίδρυσαν τη Ρόντα[1] στις εκβολές του Ροδανού και τέλος, από τους Φωκαείς, ιδρυτές, περί το 600 π.Χ., της Μασσαλίας. Αναμφισβήτητα επηρεασμένοι από τους Μασσαλιώτες υπέρ της Ρώμης, οι Αρεκόμικοι αντιτάχθηκαν στο πέρασμα του Αννίβα και προσπάθησαν να τον σταματήσουν στις όχθες της Ροδανού. Νικήθηκαν στη μάχη του Ροδανού και ο Αννίβας πέρασε, το 218 π.Χ.

Υπό την επιρροή της Μασσαλίας, οι Αρεκόμικοι υποτάχθηκαν οικειοθελώς το 121 π.Χ. στον Ρωμαίο ανθύπατο της Πέραν των Άλπεων Γαλατίας Γναίο Δομίτιο Αηνόβαρβο και ως ανταμοιβή, η Γερουσία επέτρεψε στη Νέμαυσο (Nemausus), σημερινή Νιμ και στους εικοσιτέσσερις δήμους που βρίσκονταν στην εξάρτησή της να διαφυλάξουν τους νόμους, τη θρησκεία και τα έθιμά τους. Η Ρώμη έκτοτε βρήκε τους Αρεκόμικους πάντα πιστούς και πάντα αμέτοχους προς τα κινήματα που αναστάτωσαν τη Γαλατία. Λίγα χρόνια αργότερα, οι Κίμβροι και οι Τεύτονες διέσχισαν ολόκληρη τη χώρα μεταξύ Ροδανού, οροσειράς Σεβέν και Πυρηναίων και επιτέθηκαν στην Ισπανία, επιστρέφοντας όμως νικήθηκαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Μάριο.

Η αφοσίωση των Αρεκομίκων στο νικητή των βαρβάρων του Βορρά Μάριο και στον διάδοχό του Σερτώριο προκάλεσαν το μίσος των αντιπάλων τους Σύλλα και Πομπήιου, ο οποίος έδωσε μέρος της γης τους στη Μασσαλία. Για τον ίδιο λόγο, αντιμετωπίστηκαν ευνοϊκά από τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Αύγουστο. Τα εδάφη τους συμπεριλήφθηκαν στη Ναρβωνική Γαλατία και κατασκευάστηκαν πολλά ρωμαϊκά οικοδομήματα, που κάνουν τον Γκαρ τον πιο πλούσιο σε ρωμαϊκά μνημεία νομό.

4ος-8ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βαρβαρικές επιδρομές, που είχαν σταματήσει από την ρωμαϊκή εξουσία, άρχισαν πάλι το 407. Οι Βάνδαλοι ερήμωσαν τη Ναρμπόν και κατέστρεψαν πολλά ρωμαϊκά μνημεία πριν νικηθούν από τον Γάιο Μάριο τον Νεότερο. Τις επιδρομές των Βανδάλων διαδέχθηκαν αυτές των Βησιγότθων, οι οποίοι κατέλαβαν την περιοχή το 472 και τη διατήρησαν μέχρι την εισβολή και κατάληψή της από τους Σαρακηνούς.

Το 711 οι Σαρακηνοί κατέλαβαν την Ισπανία και από το 720 εξαπλώθηκαν στο νότο της Γαλατίας. Νικήθηκαν δύο χρόνια αργότερα από τον Εύδη, δούκα της Ακουιτανίας αλλά είχαν καταλάβει και διατήρησαν τις περιοχές της Καρκασσόν, της Ναρμπόν και της Νιμ και συνέχιζαν τις επιδρομές λεηλατώντας και σκορπίζοντας τον τρόμο στις γύρω περιοχές. Το 737, εκδιώχθηκαν από τα στρατεύματα του Κάρολου Μαρτέλου, που έσπευσε σε βοήθεια του Εύδη.

Για τρίτη φορά η περιοχή της Νιμ καταλήφθηκε από τους Σαρακηνούς το 752 αλλά συσπειρώθηκε και απώθησε τους εισβολείς. Επί κεφαλής της αντίστασης ετέθη ο Γότθος Ansemund, ο οποίος, καθώς δεν αισθάνονταν αρκετά ισχυρός ώστε να αντισταθεί για πολύ στους Σαρακηνούς, έθεσε τη Νιμ υπό την επικυριαρχία του Φράγκου βασιλιά Πιπίνου του Βραχύ στα 752, ο οποίος ανέθεσε τη διακυβέρνηση της Νιμ και της Υζέ στον Radulfe, πρώτο κόμη της Νιμ (753) καθώς ο Ansemund σκοτώθηκε, κατά τη διάρκεια μάχης για την εκδίωξη των Σαρακηνών, έξω από τα τείχη της Ναρμπόν.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έμβλημα του οίκου των Τρανκαβέλ

Οι κόμητες της Νιμ έγιναν κληρονομικοί μετά τον Καρλομάγνο (748-814), σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια, που οι Νορμανδοί άρχισαν τις αιφνιδιαστικές τους επιθέσεις λεηλατώντας πρώτα τα παράλια και στη συνέχεια, μέσω των ποταμών φθάνοντας και στην περιοχή της Νιμ, όπως και σε πολλές άλλες περιοχές, κάνοντας όλη τη Δύση να φρικιάσει. Το πρώτο μισό του 10ου αιώνα εμφανίστηκαν και οι Ούγγροι εκεί με τη σειρά τους και με τις επιδρομές τους διέπραξαν τρομακτικές καταστροφές. Όμως, σύντομα, η περιοχή απέκτησε άρχοντες ικανούς να την υπερασπιστούν. Το 956, η κληρονόμος Σεσίλ παντρεύτηκε τον υποκόμη του Αλμπί, και οι απόγονοί τους έγιναν επίσης κύριοι της Μπεζιέ και της Καρκασσόν και ήταν ισχυροί, γνωστοί ως Οίκος των Τρανκαβέλ. Ωστόσο, η υποκομητεία της Νιμ αποκόπηκε από τις κτήσεις των Τρανκαβέλ το 1130, δόθηκε σαν επικαρπία (apanage) στον νεότερο γιο της οικογένειας και πωλήθηκε τον ίδιο αιώνα (1185) στον κόμη της Τουλούζης. Στις αρχές του επόμενου αιώνα, ο Σιμόν ντε Μονφόρ την κατέλαβε κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας των Αλβιγηνών και ο διάδοχός του Αμωρί ΣΤ΄ του Μονφόρ την παρέδωσε στον Λουδοβίκο Θ΄ της Γαλλίας, ο οποίος τελικά την προσάρτησε στο στέμμα της Γαλλίας, όπου και παρέμεινε έκτοτε.

Το φέουδο της Αλές, στον Μεσαίωνα, ανήκε στον οίκο των Πελέ, όταν ο Σιμόν ντε Μονφόρ κατέλαβε το μισό τμήμα. Διατήρησαν αυτό το μισό, κάτω από τον τίτλο βαρονίας, μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα. Το άλλο μισό, προσαρτημένο στο στέμμα της Γαλλίας από την παραχώρηση του Αμωρί ΣΤ΄ του Μονφόρ, αναβαθμίστηκε σε κομητεία και πέρασε διαδοχικά μέσα από γάμο ή πώληση στις οικογένειες Μπωφόρ, Μονμορανσύ και Κοντί.

Η υποκομητεία της Υζέ, στις αρχές του 16ου αιώνα, πέρασε στον βαρώνο ντε Κρυσόλ, τον εγγονό του οποίου ο βασιλιάς Κάρολος Θ΄ της Γαλλίας αναβάθμισε σε δούκα (1556) και στη συνέχεια σε ομότιμο, θέλοντας να τιμήσει «την αρχαιότητα και το μεγαλείο του οίκου των Κρυσόλ που είναι ένας από τους καλύτερους της χώρας μας και του Λανγκεντόκ», αλλά που ήταν ζήτημα ενός πιο πολιτικού στόχου, για να διασφαλίσει την πίστη του «αγαπητού και αγαπημένου εξαδέλφου» του.

16ος-19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζαν Καβαλιέ, αρχηγός των Καμισάρ

Κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, η περιοχή των Νιμ, Αλές και Υζέ αναστατώθηκαν από τους Θρησκευτικούς πολέμους. Παρά τις συνεχείς διώξεις, οι Ουγενότοι ήταν πολυάριθμοι στην περιοχή, όταν με την ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης (18η Οκτωβρίου, 1685), το οποίο είχε προσφέρει κάποιες ελευθερίες στους Ουγενότους, υπέστησαν γενική προγραφή. Τότε εστάλησαν στην περιοχή ιεραπόστολοι και στρατιώτες, οι οποίοι μετέστρεψαν τμήμα του πληθυσμού, αλλά οι περισσότεροι προτίμησαν να εκπατρισθούν ή να υποφέρουν για τις πεποιθήσεις τους.

Ήταν ταραγμένα χρόνια όπου λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων και ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας πολλοί άνθρωποι καταδιώχθηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Πολλοί κατέφυγαν στα όρη Σεβέν στα βόρεια του νομού αλλά εκεί και πάλι τους κατεδίωξε η Ιερά Εξέταση και χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους στην πυρά ή στον τροχό.

Απελπισμένοι, μερικοί χωρικοί πάνω στα όρη Σεβέν οπλίσθηκαν και από τα βουνά του Γκαρ, της Λοζέρ και του Βιβαραί η εξέγερση εξαπλώθηκε σε όλη την περιοχή της Αλές.  Έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος των Καμισάρ (1702). Τους εξεγερμένους τους χαρακτήρισαν ληστές και ασεβείς ή ήρωες και ευσεβείς, ανάλογα με την παράταξη των κρινόντων, αλλά στην πραγματικότητα ήταν φτωχοί αγρότες οι οποίοι, κουρασμένοι από την καταδίωξη που υφίσταντο, απλά αγωνίστηκαν για να υπερασπιστούν την περιουσία τους, τις αξίες τους, την ελευθερία και τη ζωή τους. Ήταν ιδιαίτερα επιθετικοί προς τους ανθρώπους της Εκκλησίας, των οποίων η μισαλλοδοξία και ο φανατισμός απαιτούσαν συνεχώς νέους διωγμούς εναντίον τους. Ωμότητες διεπράχθησαν και από τις δύο πλευρές: Οι Ουγενότοι κατεδάφισαν εκκλησιαστικά οικοδομήματα, όπως τον καθεδρικό ναό της Υζέ το 1563, και κατέστρεψαν εκκλησίες. Οι Καθολικοί πυρπόλησαν την περιοχή και διέπραξαν βιαιότητες χωρίς να σεβαστούν ηλικία ή φύλο. Αναφέρονται χωριά όπου σφαγιάστηκαν αρκετές έγκυες γυναίκες και παιδιά.

Γνωρίζουμε ότι αυτός ο πόλεμος εξόντωσης διήρκεσε τρία χρόνια. Αλλά η καταστολή διήρκεσε μέχρι το 1744 ή 1787 (Έδικτο των Βερσαλλιών) και ακόμα και τη Γαλλική Επανάσταση (1789), με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, συγκεκριμένα με το άρθρο σχετικά με την ελευθερία της θρησκείας.

Μετά από αυτούς τους αιματηρούς πολέμους, στην περιοχή επικράτησε ειρήνη. Αλλά η Επανάσταση αναβίωσε τα παλιά θρησκευτικά πάθη: η ιστορία του νομού εκείνη την εποχή έχει θλιβερές σελίδες. Μετά τις καταστροφές που υπέστη το 1815 από τις μάχες μεταξύ των Φιλοβασιλικών και Βοναπαρτιστών, η περιοχή γνώρισε και πάλι την ευημερία.

Κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ο νομός βίωσε μια εντυπωσιακή άνοδο. Ειδικότερα, μεγάλες κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες αναπτύχθηκαν ειδικά στην περιοχή των Σεβέν - και δεν είναι μύθος, το ύφασμα ντενίμ από το οποίο κατασκευάζονται τα τζιν ήταν ένα ανθεκτικό ύφασμα που κατασκευαζόταν στη Νιμ. Αρχικά σχεδιασμένο για τους βοσκούς των Σεβέν και για Γενουάτες ναύτες, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από τους αποίκους στην Αμερικανική Δύση, χρυσοθήρες και «καουμπόης». Ως εκ τούτου οι λέξεις «Jean (Gênes=Γένοβα) Denim (De Nimes=από τη Νιμ)».[2] [3]Η τέχνη της ύφανσης αυτού του υφάσματος παρουσιάζεται στο Μουσείο της Παλιάς Νιμ. Σύντομα η παραγωγή υφασμάτων και μεταξωτών άρχισε να εξάγεται στην Ευρώπη και την Αμερική. Τα δύο τρίτα του εργατικού δυναμικού της Νιμ απασχολούνταν στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και η περιοχή ευημερούσε. Άρχισαν να κατασκευάζονται όμορφα αρχοντικά σε πόλεις και χωριά και αναπτύχθηκαν οι πόλεις.

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης, από το 1791 έως το 1793, ο νομός συγκρότησε 8 τάγματα εθελοντών για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της Γαλλίας.[4]

Δημιουργία του νομού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νομός Γκαρ δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης στις 4 Μαρτίου 1790 (είναι ένας από τους αρχικά 83 γαλλικούς νομούς -πλέον 101-) με την κατάργηση των παλαιών επαρχιών. Δημιουργήθηκε από το ανατολικό τμήμα της ιστορικής επαρχίας Λανγκεντόκ.

Από το 1960 έως το 2015, ανήκε στην περιοχή Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν. Μετά τη νέα εδαφική μεταρρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016, η περιοχή Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν, στην οποία ανήκε ο νομός, συνενώθηκε με την περιοχή Μιντί-Πυρηναία και πλέον αποτελούν τη νέα διοικητική περιοχή Οξιτανία.

Τέλος του 19ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο ανταγωνισμός με τη Λυών ήταν δύσκολος. Σύντομα, τα κλωστοϋφαντουργικά κεφάλαια επενδύθηκαν σε αμπελώνες. Η αμπελοκαλλιέργεια διευκολύνθηκε από το Κανάλι του Μιντί, η μεταφορά του κρασιού και του άνθρακα των Σεβέν από τον σιδηρόδρομο, πολύ ανεπτυγμένο στο νομό Γκαρ από τα μέσα του 19ου αιώνα.

Από το 1863, οι αμπελώνες του νομού προσβλήθηκαν από φυλλοξήρα.

Μετά την κρίση της φυλλοξήρας, πρόβαλε μια νέα εποχή σχετικής ευημερίας. Στις πόλεις κατασκευάστηκαν αρχοντικά και μνημεία. Τέλος, ο κεντρικός σταθμός του νομού στη Νιμ έγινε το διαμετακομιστικό κέντρο του άνθρακα της οροσειράς Σεβέν προς την Μπωκαίρ, τον Ροδανό και τη Μασσαλία. Ο άνθρακας όμως γρήγορα αμφισβητήθηκε από τον άνθρακα από την Αγγλία και η περιοχή βίωσε νέα οικονομική κρίση το 1900.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία του Λανγκεντόκ

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]