Ιστορία της Πιερίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Έδρα των Ελληνικών θεοτήτων και των Μουσών, η Πιερία κατοικήθηκε από την Εποχή του Χαλκού. Ήταν η δεύτερη επαρχία του μακεδονικού Βασιλείου. Οι άλλες επαρχίες ήταν οι: Ημαθία, Βοτιαία, Κρηστωνία, Βισαλτία, Χαλκιδική, Ηδωνία, Οδομαντία, Σιντική, Αλμωπία, Πελαγονία, Λυγκηστίδα, Εορδαία, Ελίμεια και Ορεστιάδα. Ανήκε στο Βασίλειο της Κάτω Μακεδονίας. [1].

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομά της οφείλει στους αρχαίους κάτοικους, τους Πιερείες, οι οποίοι κατά τη μακεδονική κατάκτηση μετανάστευσαν πέρα του Στρυμώνα, στους πρόποδες του Παγγαίου (Θουκυδίδης Β 99). Εκτεινόταν δε κατά μήκος της θάλασσας νότια της Ημαθίας και του Αλιάκμονα μέχρι του Ολύμπου και του Πηνειού που αποτελούσαν και τα όρια μεταξύ Μακεδονίας και Θεσσαλίας (Ηρόδοτος Ζ 128-129, 173) (Στράβων Απόσπ. 12,14,15 και Θ' 429) (Κλαύδιος Πτολεμαίος Γ' 13,15 κλπ). Η σύγχρονη άποψη λέει ότι το όνομά του ο νομός το οφείλει στα Πιέρια Όρη.

Κύριες ένδοξες πόλεις της ήταν: Μεθώνη (αποικία των Ερετριέων) και Πύδνα κατοικούμενες ήδη από τον Η' ή του Ζ' αι., το πλησίον του Όλύμπου Δίον που καλλώπισε ο Αρχέλαος και διοργάνωσε Ολυμπιακούς αγώνες, το Λείβηθρο ή Λείβηθρα (ο Απολλόδωρος ο Ρόδιος γράφει «Λείβηθρα έστιν πόλις της Πιερίας, ένθα Ορφεύς εφονεύθη») και Πίμπλεια ή Πίμπλα που ήταν πόλεις αφιερωμένες στις Μούσες και νεότερα το Ηράκλειο (σημ. Πλαταμώνας). Άλλες πόλεις της Πιερίας ήταν το Μούσειο, η Φίλα (στον Πηνειό), που χτίστηκε από το Δημήτριο Β΄ , το γιο του Αντίγονου Γονατά, η οποία είχε και δικό της νόμισμα αλλά καταστράφηκε αργότερα, οι Ακεσαμενές, η Πέτρα, η Άκρα, η Βάλλα, οι Φυλακές, οι Αγάσσες, ο Κολινδρός κλπ. Αναφέρεται επίσης η πόλη Πιερία, ομώνυμη της ευρύτερης περιοχής και πατρίδα του συγγραφέα Κρίτωνα του Πιεριώτη, πιθανότατα κοντά στη σημερινή Νέα Έφεσο.

Κατά κάποιους άλλους συγγραφείς, ετυμολογικά παράγεται πιθανότατα από το ομηρικό επίθετο πίων, πίειρα (προσδιορισμός του ουσιαστικού χώρα), το οποίο σημαίνει εύφορη, γόνιμη. Στις Βάκχες του Ευριπίδη, αναφέρεται: «Μάκαρ, ω Πιερία, σέβεται σε Εύιος (Διόνυσος)». Μία άλλη εκδοχή για την προέλευση της ονομασίας της Πιερίας είναι ότι έλαβε το όνομά της από το μυθικό βασιλιά της, τον Πίερο.

Αρχαία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άποψη ότι οι Μακεδόνες βασιλείς κατάγονταν από το Άργος ενισχύεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα και στην περιοχή αυτή. Η Πιερία παρουσίασε πυκνή κατοίκηση από την Εποχή του Χαλκού και ανέπτυξε πολιτισμό παράλληλα με το μυκηναϊκό πολιτισμό. Στην πρώτη χιλιετία π. Χ. η περιοχή αναφέρεται για πρώτη φορά με το όνομα Πιερία. Οι Πίερες Θράκες θεωρούνται ως οι πρώτοι κάτοικοι της Πιερίας και εισηγητές της λατρείας του Δωδεκάθεου αλλά και των Πιερίδων Μουσών. Αυτοί εκδιώχθηκαν από τους Μακεδόνες του Περδίκκα Α΄ και έτσι εγκαταστάθηκαν πέρα από το Στρυμόνα, στους πρόποδες του Παγγαίου. Έτσι, η Πιερία περιορίστηκε σε μία έκταση νότια της Ημαθίας και περιελάμβανε την παραλιακή Μεθώνη (σημερινό Ελευθεροχώρι), την Πύδνα, το Δίον, τη Λείβηθρα, την Πίμπλεια και άλλες πόλεις. Το Ηράκλειο ήταν ο σημερινός Πλαταμώνας.

Έχουν βρεθεί προϊστορικά νεκροταφεία στις υπώρειες του Ολύμπου και στον Άγιο Δημήτριο. Το 1993 ανακαλύφθηκε από αρχαιολόγους με επικεφαλής το Δημήτρη Παντερμαλή τεράστιος προϊστορικός οικισμός στο Μακρύγιαλο, που χρονολογείται από την πρώιμη λίθινη εποχή (4.500 π. Χ.).

Πρώτοι κάτοικοι μπορούν να θεωρηθούν οι Πελασγοί, οι οποίοι αναφέρονται επιμέρους ως Κάρες. Λέλεγες και Θράκες. Υπάρχει και η εκδοχή που αναφέρει ότι η Πιερία και η Αλβανία κατακτήθηκαν κάποτε από τους Θράκες και ότι οι Πιεριείς αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στο Παγγαίο έπειτα από την εισβολή των Τημενιδών του Άργους. Στη νέα τους πατρίδα έδωσαν το όνομα Πιερία και στον κόλπο του Στρυμόνα το όνομα Πιερικός.

Κατά τους Περσικούς Πολέμους, ο Ξέρξης ακολούθησε την κατεύθυνση του σημερινού δρόμου Κατερίνης- Ελασσόνας και υποχρέωσε τους Έλληνες που βρίσκονταν στα Τέμπη να συμπτυχθούν και να οδηγηθούν στα Στενά των Θερμοπυλών, όπου δόθηκε και η μάχη. Οι κύριες δυνάμεις του περσικού στρατού πέρασαν από τον Όλυμπο μέσω της αποξηραμένης σήμερα λίμνης Ασκουρίδας, στην περιοχή της Καλλιπεύκης.

Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης (432 π. Χ.) , που έγινε γνωστός ως Πελοποννησιακός Πόλεμος οι Αθηναίοι πολιόρκησαν την Πύδνα, για να εντείνουν τις προκλήσεις τους απέναντι στη Σπάρτη και στους συμμάχους της Μακεδόνες.

Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου στρατιώτες από την Πιερία εγκαταστάθηκαν στις όχθες του ποταμού Ορόντη στη Συρία και αποκάλεσαν πάλι την πλούσια νέα περιοχή τους Πιερία. Ακόμη άποικοι ίδρυσαν και πόλη Πιερία, στα ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού. Επίσης, ο στρατηλάτης της Μακεδονίας, Μέγας Αλέξανδρος θυσίασε στο Δίον λίγο πριν ξεκινήσει για την εκστρατεία του στην Ινδία. Μάλιστα, στους ναούς του Δίου ο γιος του Φιλίππου Β΄ έστειλε τους χάλκινους ανδριάντες των 25 πολεμιστών του που βρήκαν το θάνατο στη Μάχη του Γρανικού Ποταμού. Στην Πιερία βρήκε το θάνατο και η Ολυμπιάδα, η μητέρα του, ενώ ο τελευταίος Μακεδόνας βασιλιάς, Περσέας ηττήθηκε στη Μάχη της Πύδνας από τους Ρωμαίους , το 168 π. Χ.

Κατά τη Ρωμαιοκρατία, η Πιερία αποτέλεσε τμήμα της επαρχίας της Μακεδονίας, που ήταν πλέον υπό την επικυριαρχία των Ρωμαίων. Το 149 π. Χ. καταπνίχθηκε η εξέγερση του Ανδρίσκου, φερόμενου ως γιου του Περσέα, ο οποίος ξεκίνησε από τα Πιέρια Όρη και κατευθύνθηκε προς τη Θεσσαλία.

Στα βουνά της Πιερίας καθηλώθηκαν οι δυνάμεις του Οστίλιου Μαγγίνου στη Θεσσαλία και έτσι ματαιώθηκαν τα σχέδιά του για εισβολή στην κοιλάδα του Αλιάκμονα. Επίσης, από τον Όλυμπο ο Περσέας άρχισε την αντίστασή του στο Μάρκιο Φίλιππο. Θα χρειαστούν τέσσερα χρόνια, με τη Μάχη της Πύδνας για να γίνει η πλήρης υποταγή.

Βυζαντινά και μεσαιωνικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα βυζαντινά και μεσαιωνικά χρόνια η Πιερία δεινοπάθησε από πολλούς λαούς που θέλησαν να την κατακτήσουν. Οι Σλάβοι, οι Ούννοι, οι Νορμανδοί και οι Άβαροι είναι μόνο μερικοί που πέρασαν από εκεί. Κατά τη Φραγκοκρατία, η Πιερία ανήκε στο φραγκικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Το 14ο αιώνα γνώρισε τη βαρβαρότητα των Καταλανών. Οι Ενετοί δεν κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν, άφησαν όμως τα σημάδια τους στο νομό, όπως το Κάστρο του Πλαταμώνα. Το 1389 η Πιερία καταλήφθηκε από τους Τούρκους.

Η Πιερία ακολούθησε την τύχη του Ανατολικού Κράτους του Βυζαντίου και γνώρισε επιδρομές από λαούς. Αρχικά οι Βησιγότθοι και οι Οστρογότθοι πολιόρκησαν την περιοχή και το 473 παραχωρήθηκε, όπως και η Μακεδονία στους Οστρογότθους, από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα Λέοντα Α΄. Για τον επόμενο αιώνα, οι Ούννοι θα αποτελέσουν τη μάστιγα της περιοχής και θα ακολουθήσουν οι Άβαροι και οι Σλάβοι, οι οποίοι θα εγκατασταθούν προσωρινά στην περιοχή (κάτι που φαίνεται στα διάφορα σλαβικά τοπωνύμια). Κατά τις επιδρομές καταστράφηκε η Ηράκλεια ή Ηράκλειο, ο σημερινός Πλαταμώνας και για 4 αιώνες έμεινε ακατοίκητη.

Το 10ο αιώνα η Πιερία υπήχθη διοικητικά στο Θέμα Θεσσαλονίκης. Κάθε θέμα διαιρούνταν σε κατεπανίκια (π.χ. Κίτρος) και διοικητής των τελευταίων ήταν ο Κατεπάνω. Μικρότερες επαρχίες ήταν οι επισκέψεις (π.χ. Πλαταμώνας). Εκκλησιαστικά η Πιερία ανήκε στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και η Επισκοπή Κίτρους κατείχε την πρώτη θέση ανάμεσα σε 11 Επισκοπές της εποχής. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Επισκοπή του Κίτρους είχε το αποκλειστικό προνόμιο να αντικαταστήσει τον προκαθήμενο της Θεσσαλονίκης.

Το 989 η Πιερία υποτάσσεται στους Βούλγαρους, όπως και όλη η Μακεδονία. Ακολούθησαν οι επιδρομές των Σέρβων, των Πατσινάκων , των Νορμανδών και των Ενετών. Με την είσοδο των Φράγκων στην Ελλάδα, η Πιερία παραχωρείται (ως τμήμα του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης) στο Βονιφάτιο το Μομφερατικό, ο οποίος έφυγε προς τη Νότια Ελλάδα, το 1204. Τα κάστρα του Κίτρους και του Πλαταμώνα παραχωρήθηκαν σε ανθρώπους του .Το κάστρο του Κίτρους πήρε ο Βίριχ φον Ντάουν και ο Ρολάντο Πίκε πήρε τον Πλαταμώνα. Τα δύο κάστρα επισκευάστηκαν πρόχειρα και ο Πλαταμώνας χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή ανεπιθυμήτων Φράγκων, οι οποίοι είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι στη μάχη της Πελαγονίας (1259).

Επίσης, ιδρύονται λατινικές εκκλησίες στον Πλαταμώνα και στο Κίτρος, με καθολικό επίσκοπο (στο Κίτρος η καθολική επισκοπή θα διαρκέσει μέχρι την κατάληψη της Μακεδονίας από τους Τούρκους, στα τέλη του 14ου αιώνα). Σχετική αναφορά υπάρχει στο Χρονικό του Μορέως. Το 1209 οι νέοι άρχοντες των δύο πόλεων συναντήθηκαν στο Ρεβέ. Το 1220-24 το Κάστρο του Πλαταμώνα κυριεύτηκε από το Θεόδωρο Α΄ Κομνηνό το Δούκα και διαλύθηκε το Φραγκικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Το κάστρο στη συνέχεια καταλήφθηκε από το Θεόδωρο και πέρασε υπό τον έλεγχο του αδερφού του, Μανουήλ Κομνηνού Δούκα. Στη συνέχεια προσαρτήθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου από το Μιχαήλ και χρησιμοποιήθηκε για τον εγκλεισμό των Φράγκων.

Οι μισθοφόροι Καταλανοί του αυτοκράτορα στασίασαν στις αρχές του 14ου αιώνα και λεηλάτησαν την Πιερία. Ο Πλαταμώνας θα ξαναχρησιμοποιηθεί ως φυλακή για τους Επαναστάτες Ζηλωτές, το 1345, οι οποίοι ηττήθηκαν από τον Απόκαυκο.

Η Πιερία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα τέλη του 17ου αιώνα η περιοχή της Πιερίας αποτέλεσε χώρο για τη δράση κλεφτών και αρματολών. Μετά το 1691 εμφανίστηκαν τα πρώτα κλέφτικα σώματα.Κέντρο αντίστασης έγινε το χωριό Μηλιά. Η οργή των Οθωμανών ξέσπασε στα γυναικόπαιδα του χωριού. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν το χωριό και φυλάκισαν τον πληθυσμό του.

Ο Όλυμπος αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πρωτάτα, δηλ. μεγάλες αρματολικές περιφέρειες. Έδρες ήταν η Κατερίνη, η Ελασσόνα και τα Σέρβια. Αρματολοί που έδρασαν στην περιοχή ήταν ο καπετάν Πάνος Ζήδρος και το πρωτοπαλίκαρό του Λάπας (ο οποίος έλαβε μέρος στην εξέγερση των Ορλωφικών το 1770 με δικό του σώμα), ο Τσάρας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο Ι. Φαρμάκης, ο Νικοτσάρας και άλλοι. Οι ορεινοί όγκοι των Πιερίων και του Ολύμπου ήταν στα χέρια των επαναστατών. Τελικά, οι τελευταίοι πέτυχαν να τους δοθεί αμνηστία και να υποχρεώσουν τους Τούρκους να μην περνούν τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή.

Στον Όλυμπο ιδρύθηκε το δεύτερο αρματολίκι στην Ελλάδα, με επικεφαλής τον Καρά Μιχάλη, το 1489. Η δράση των κλεφτών στον Όλυμπο έκαναν τους Τούρκους να ξεσπάσουν την οργή τους στη σύμμαχο των κλεφτών (στα τέλη του 17ου αιώνα) Μηλιά, την οποία κατέστρεψαν. Την περίοδο εκείνη έδρα του αρματολικίου του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας γίνεται το Λιβάδι Ολύμπου και πρώτος αναγνωρισμένος διοικητής του ανέλαβε ο Πάνος Ζήδρος.

Το 18ο αιώνα οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τους αρματολούς (οι οποίοι μεταπήδησαν πολλές φορές στην τάξη των κλεφτών) με Τουρκαλβανούς αρματολούς , οι οποίοι λυμαίνονταν την ύπαιθρο της Μακεδονίας. Ωστόσο, μέχρι τη συνθηκολόγησή τους με τον Αλή Πασά, οι αρματολοί του Ολύμπου δε σταμάτησαν να αγωνίζονται σε στεριά και σε θάλασσα. Μεγάλα ονόματα που έδρασαν εκεί και σε άλλες περιοχές συμπεριλαμβάνουν το Νικοτσάρα, το Γεωργάκη Ολύμπιο και τη θρυλική οικογένεια των Λαζαίων. Ο Αλή Πασάς, με τη δράση του, ανάγκασε τους Λαζαίους και άλλους αρματολούς να γίνουν κουρσάροι, με πεδίο δράσης τους τις Σποράδες.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Πιερία πέρασε στα χέρια του Αλή Πασά. Ενεργή είναι η συμμετοχή της Πιερίας στον Αγώνα του 1821. Οπλαρχηγοί του Ολύμπου έλαβαν μέρος στην Επανάσταση της Νάουσας και της Βέροιας. Οι οπλαρχηγοί αυτοί , μετά το 1822 κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα και βοήθησαν τα μέγιστα στον Αγώνα. Μετά το τέλος της Επανάστασης (1830) οι οπλαρχηγοί επέστρεψαν στα λημέρια τους.

Οι κλεφταρματολοί από τον Όλυμπο πολέμησαν στο πλευρό του Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική. Στις αρχές του 1822 εκδηλώθηκαν επαναστατικά κινήματα στον Όλυμπο και στα Πιέρια, με ορμητήρια τον Κολινδρό και τη Νάουσα.

Το Μάρτιο του 1822 έφτασε στο Ελευθεροχώρι ο διορισμένος από τον Υψηλάντη αρχηγός της Επανάστασης , Γρηγόρης Σάλας. Στις 8 Μαρτίου γίνεται επίθεση στον Κολινδρό από το Διαμαντή Νικολάου. Οι Τούρκοι κατεδίωξαν τους Έλληνες κοντά στη Μηλιά και εκεί κατέστρεψαν τον Πύργο των Λαζαίων καίγοντας χωριά και σφάζοντας ανθρώπους. Στην Επανάσταση του Ολύμπου έλαβε μέρος και ο γνωστός διδάσκαλος του Γένους Θεόφιλος Καΐρης, το 1822, οπότε μάλιστα τραυματίστηκε.


Ακολούθησε η καταστροφή της Νάουσας, τον Απρίλιο, με θύματα αγωνιστές και από την Πιερία, όπως ο Γιάννης Δαμαλής από το Λιβάδι με τα 50 παλικάρια του και ο ιερέας Παπαγιάννης, από την Πέτρα Ολύμπου.

Οι αρματολοί του Ολύμπου κατέφυγαν στις Σποράδες και συμμετέχουν στην αντίσταση στα Ψαρά (1824) και στην φρουρά στο Μεσολόγγι. Το 1835 στη Λεπτοκαρυά σκοτώνεται πολεμώντας ηρωικά ο οπλαρχηγός της Νάουσας, Καραμήτσος. Το 1854 οι Ολύμπιοι οπλαρχηγοί απελευθέρωσαν τη Βροντού.

Η Πιερία στα τέλη του 19ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφικά, η Πιερία της εποχής εκείνης οριζόταν σε μια περιοχή λίγο μεγαλύτερη από τη σημερινή. Συγκεκριμένα, η Πιερία του 19ου αιώνα εκτεινόταν νότια από τον Όλυμπο, βόρεια και δυτικά από τον ποταμό Αλιάκμονα και ανατολικά από τη θάλασσα του Θερμαϊκού Κόλπου. Από άποψη πολιτικής διαίρεσης, τα περισσότερα από τα χωριά της Πιερίας υπάγονταν στο καϊμακαμλίκι (Επαρχία) της Βέροιας, η οποία με τη σειρά της υπαγόταν στη Γενική Διοίκηση (σαντζάκι) Θεσσαλονίκης.

Η εκκλησιαστική διαίρεση ήταν διαφορετική και υπήρχαν τρεις επισκοπές (Κίτρους, Πέτρας και Πλαταμώνος). Στην επισκοπή Κίτρους (έδρα ο Κολινδρός) υπάγονταν η Αικατερίνη, το Κίτρος, ο Κολινδρός, η Μελίκη και η Λιμπάνοβα. Στην επισκοπή Πέτρας (έδρα το Λιβάδι) υπαγόταν το Βλαχολίβαδο. Στην επισκοπή Πλαταμώνος ανήκε το Λιτόχωρο.

Η γεωργία, η κτηνοτροφία και το εμπόριο αποτελούσαν τότε τις σημαντικότερες ασχολίες και πόρους τροφοδοσίας για τους Πιεριείς. Η ποιότητα της πιερικής ξυλείας ήταν γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Έτσι, λέγεται ότι οι τριήρεις των κλασικών χρόνων στην Αθήνα ήταν κατασκευασμένες από πιερική ξυλεία, όπως και η θαλαμηγός του πρώτου Βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα.

Η εξέγερση του Λιτοχώρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο άρθρο: Επανάσταση του Λιτοχώρου


Ορόσημο στην ιστορία του νομού στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αποτελεί το 1878, οπότε και πραγματοποιήθηκε η αποτυχημένη αλλά ηρωική εξέγερση στο Λιτόχωρο. Στο Λιτόχωρο έγινε και η εκλογή της προσωρινής κυβέρνησης που κυκλοφόρησε προκήρυξη προς την Ευρώπη κηρύσσοντας την ένωση της Μακεδονίας με την υπόλοιπη Ελλάδα. Η Επανάσταση καταπνίγηκε από τους Τούρκους. Στις 3 Μαρτίου 1878 έγινε το Ολοκαύτωμα του Λιτοχώρου. Το Μοναστήρι των Αγίων Πάντων έγινε το νέο Ζάλογγο της Μακεδονίας.


Μακεδονικός Αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πιερία έδωσε το παρόν της και στο Μακεδονικό Αγώνα, κατά των Βούλγαρων κομιτατζήδων όσο και κατά της προπαγάνδας των Ρουμάνων, οι οποίοι συμμάχησαν με τους Τούρκους και είχαν αρχηγό τον Τσάμη.

Τον Ιούλιο του 1896 αποβιβάστηκε στο Ελευθεροχώρι Πιερίας ο Αθανάσιος Μπρούφας, παλαιός αρματολός από την Ήπειρο, ο οποίος ξεκίνησε για τα Πιέρια και το Βέρμιο.

Παράλληλα, για να ασκήσουν πιέσεις στη Διεθνή Κοινότητα για επίλυση του θέματος της απελευθέρωσης της Μακεδονίας , οι λήσταρχοι (καπετάν Νίκος, Ναούμ και άλλοι) αιχμαλωτίζουν ξένους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων. Τέτοιες ενέργειες μπορούν να εκληφθούν η απαγωγή του Άγγλου Συνταγματάρχη Σιγκ το 1880 από τον Καπετάν Νίκο, στην Κατερίνη και η σύλληψη του Αρίφ Μπέη, δημάρχου Θεσσαλονίκης, ενώ κατευθυνόταν προς τη Λάρισα, όπου είχε τα τσιφλίκια του. Ο Καπετάν Ματαπάς με την οργάνωση Εθνικής Επιτροπής στην Κατερίνη με συμμετοχή και 3.000 Κρητικών στις μάχες και ο Παρθένιος Βαρδάκας, ο οποίος έκλεισε το 1904 το ρουμανικό σχολείο στην Κατερίνη, συντονίζουν τον Αγώνα. Παρά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Παρθένιου, από εθνικιστές Τουρκαλβανούς, ο Αγώνας πέτυχε και το 1912 έμελε να είναι η χρονιά που θα απελευθερωνόταν η Κατερίνη.

Απελευθέρωση του 1912[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο της απελευθέρωσης της Κατερίνης ανατέθηκε στην 7η Μεραρχία του Στρατού Θεσσαλονίκης, που είχε διοικητή το Συνταγματάρχη (ΠΒ) Κλεομένη Κλεομένους. Στις 15 Οκτωβρίου 1912 εκδόθηκε η Διαταγή των Επιχειρήσεων. Η 7η Μεραρχία, συνολικά 7.000 άτομα αντιμετώπισε μια μικρή σχετικά δύναμη του τουρκικού στρατού, της τάξης των 4.000 ανδρών, οι οποίοι είχαν έδρα τους την περιοχή του Γιδά (σημερινή Αλεξάνδρεια Ημαθίας).Οδηγός των Ελλήνων Ευζώνων τάχθηκε εθελοντικά ο Γαλλίας Λάππας, από το Λιβάδι.

Στις 16 Οκτωβρίου 1912, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την Κατερίνη και η τελευταία μάχη που δόθηκε ήταν στο Κολοκούρι (σημερινός Σβορώνος). Εκεί δέχτηκε αιφνιδιαστική επίθεση μια μονάδα του 20ου Συντάγματος. Σκοτώθηκαν ηρωικά ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Σβορώνος, Διοικητής του 20ου Συντάγματος, ο Υπολοχαγός (ΠΖ) Δημήτριος Νίκας και ο 17χρονος εθελοντής από την Κρήτη Κονταξάκης, ο οποίος μάλιστα είχε καταταγεί με ψευδή στοιχεία ονοματεπωνύμου και ηλικίας . Στις συγκρούσεις που προηγήθηκαν τις απελευθέρωσης σκοτώθηκαν πολεμώντας ηρωικά και περίπου 20 ακόμα άτομα, σύμφωνα με κάποιες πηγές. Στον τόπο που έπεσαν ο Σβορώνος και οι υπόλοιποι πολεμιστές ανεγέρθηκε μνημείο. Την ημέρα της σύγκρουσης του ελληνικού στρατού με τον τουρκικό στο Κουλουκούρι, ο κάτοικος της Κατερίνης Χρήστος Ξηρομερίτης μαζί με φίλους του αγωνιστές εξουδετέρωσε την τουρκική φρουρά , η οποία στεγαζόταν στην Περιοχή του Αγίου Φωτίου.


Η απελευθέρωση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στην Αικατερίνη. Ο τουρκικός στρατός ήδη από τη νύχτα της 15 προς 16 Οκτωβρίου είχε εγκαταλείψει την Κατερίνη. Την Τρίτη, στις επτά και μισή το πρωί της 16ης Οκτωβρίου, τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στην πόλη. Ο τουρκικός στρατός υποχώρησε προς το Κίτρος και η καταδίωξή του συνεχίστηκε από τις ελληνικές δυνάμεις. Η διοίκηση της Κατερίνης παραδόθηκε από το στρατό στο Γεώργιο Λαναρίδη, από το Λιβάδι Ολύμπου. Αμέσως μετά την απελευθέρωση τελέστηκε δοξολογία από το Μητροπολίτη Παρθένιο, στο Ναό της Θείας Αναλήψεως. Πολλοί από τους αγωνιστές του Ολύμπου έλαβαν μέρος αργότερα στο Μακεδονικό Αγώνα (1902-1908) και έζησαν ως λησταντάρτες στα ορεινά της Πιερίας. Ένας τέτοιος οπλαρχηγός ήταν ο Θεόδωρος Γκούτας, ο οποίος σκοτώθηκε σε μάχη στις 7 Ιανουαρίου 1913 στο χωριό Λάζαινα, κοντά στο Μπιζάνι.


Η υποδοχή των ελευθερωτών της Κατερίνης έγινε στο Κολοκούρι από τον Παρθένιο Βαρδάκα και μια αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τους Δημήτριο Τσάμη, Λαναρίδη, Τσαλόπουλο (δικηγόρος), Δ. Παρασκευά (φαρμακοποιό) και τον έμπορο Κάλφα από το Καταφύγι. Ο Παρθένιος έψαλε στη Θεία Ανάληψη ευχαριστήρια δέηση και αναφέρεται το εξής περιστατικό.

Όταν οι αξιωματικοί του Στρατού πρότειναν στο Γαλλία Λάππα να πάρει ό, τι ήθελε από τα λάφυρα των Τούρκων, εκείνος φόρτωσε ένα άλογο με όπλα και γύρισε στο Λιβάδι, ώστε αν χρειαζόταν, να πολεμούσε ξανά στα βουνά.

Η εφημερίδα «Εμπρός» της 19 Οκτωβρίου 1912, γράφει για το γεγονός της κατάληψης της Κατερίνης από τους Έλληνες και αναφέρει το τηλεγράφημα του Παναγιώτη Δαγκλή, Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

«Κοζάνη, 17 ώρα 6 μ.μ. Κατελήφθη την 16ην μετά τρίωρον μάχην η Αικατερίνη. Στρατός εξακολουθεί προελαύνων προς βορράν».

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) περίπου 20.000 πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Πιερία. Από τα βορειοανατολικά του Πλαταμώνα, οι Έλληνες της Διασποράς κατάφεραν να ξαναχτίσουν μια νέα ζωή, με πολλές δυσκολίες. Τα ονόματα των πατρίδων τους δόθηκαν στους οικισμούς στους οποίους εγκαταστάθηκαν, όπως η Νέα Αγαθούπολη, Νέα Έφεσος, Νεοκαισάρεια κλπ.

Κατοχή και Αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Κατοχή, ο Όλυμπος έγινε κέντρο ανεφοδιασμού των ανταρτών. Στις 12 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Κατερίνη. Επρόκειτο για τους μοτοσικλετιστές της 12ης Στρατιάς του Λιστ. Οι Άγγλοι σύμμαχοι βομβάρδισαν με τα αεροπλάνα τους γερμανικά τανκς στην περιοχή του Άγιου Παντελεήμονα, το 1941.

Η πρώτη αντιστασιακή ομάδα στην Πιερία εμφανίστηκε τον Οκτώβριο του 1941 γύρω από το Λιτόχωρο, με επικεφαλής το Ζαχαρία Καρακίτσιο, ο οποίος σκοτώθηκε σε ενέδρα των Γερμανών. . Στο Λιτόχωρο θα εισέλθει στην αντίσταση ακόμα και ο ιερέας του χωριού, ο Παπατσιτσιρίκος, ο οποίος μάλιστα σκοτώθηκε κατά τον αντιστασιακό αγώνα. Στην Κατερίνη, υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας πρωτοστάτησαν στον αντιστασιακό αγώνα, όπως ο Κικίτσας (Σαράντης Πρωτοπαπάς) και ο καπετάν Νικήτας (Κ. Συνεφάκης). Η δράση κατά των Ιταλών ήταν επίσης έντονη και διαφαίνεται από τη δολοφονία του Ιταλού λοχία Μπερτίνι, το Νοέμβριο του 1942 στο Λιβάδι Ολύμπου, μαζί με 12 ακόμα Ιταλούς, από την ομάδα των Ξυνού- Σωτηρίου.

Χαρακτηριστικό γεγονός είναι η συγκρότηση σώματος του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ Μακεδονίας, με πεδίο δράσης τον Όλυμπο και τα Πιέρια. Ζοφερή ήταν η παρουσία του ΥΒΕ, οργάνωσης που ευαγγελιζόταν την υπεράσπιση της Βόρειας Ελλάδας. Η οργάνωση αυτή προέβη τελικά σε σύγκρουση με τους αντιστασιακούς[ασαφές] και συνεργάστηκε με τους Ναζί[εκκρεμεί παραπομπή].

Στο μεταξύ, την περίοδο εκείνη, σχεδόν 10.000 πρόσφυγες από τη Δράμα κατέφυγαν στην Κατερίνη.

Ακολούθησε μία σειρά παράτολμων πράξεων από αντιστασιακές ομάδες, όπως η ανατίναξη τμημάτων της σιδηροδρομικής γραμμής Κατερίνης και Πλαταμώνα, η διευκόλυνση της εξόδου στη Μέση Ανατολή Βρετανών οπλιτών και αξιωματικών με Λιτοχωρινά πλοία και οι επιθέσεις στο Βαρικό και στην Καρίτσα.

Ειδικότερα, η επίθεση στο Βαρικό έλαβε χώρα στις 25 Μαρτίου 1942 και επρόκειτο για την κορύφωση της οργής των πεινασμένων χωρικών του Λιτοχώρου. Οι τελευταίοι με επικεφαλής τον Καρακίτσιο έσπασαν τις αποθήκες επισιτισμού και άρπαξαν το σιτάρι και το καλαμπόκι, τα οποία είχαν συγκεντρωμένα οι Γερμανοί. Η ίδια ενέργεια έγινε και στην Καρίτσα, όπου όμως σκοτώθηκαν δύο ανάπηροι του Πολέμου του 1940. Στο Λιτόχωρο έγιναν αθρόες συλλήψεις.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1943 έγινε η πρώτη μεγάλη σύγκρουση των αντιστασιακών δυνάμεων με τους Ναζί, με την ανατίναξη των μεταλλείων χρωμίου του Αγίου Δημητρίου από αντάρτικες ομάδες της Θεσσαλίας. Οι Γερμανοί, σε αντίποινα, ανηφόρισαν από την Κατερίνη με 13 αυτοκίνητα και πυρπόλησαν τα σπίτια του χωριού Άγιος Δημήτριος. Στην πλατεία του χωριού εκτελέστηκαν 10 άνδρες και συνελήφθησαν άλλοι 30, οι οποίοι οδηγήθηκαν στην Κατερίνη. Όλοι εκτελέστηκαν στο Σιδηροδρομικό Σταθμό, μαζί με το Δήμαρχο Κατερίνης της περιόδου 1934-1936, Αιμίλιο Ξανθόπουλο.

Η απάντηση των αντιστασιακών στα φρικαλέα αυτά γεγονότα ήταν άμεση και εκδηλώθηκε με την επιτυχημένη επίθεση στα Φωτεινά , όπου οι Γερμανοί είχαν μεταλλεία με 60 χωρικούς να δουλεύουν σε αυτά και στη συνέχεια με την ανατίναξη μέρους της γέφυρας στο Μαυρονέρι, στο 17ο χιλιόμετρο του δρόμου Κατερίνης- Ελασσόνας. Εκεί έγινε σφοδρή μάχη με τους Γερμανούς, στις 18 Φεβρουαρίου και διακρίθηκε ο Καρακίτσιος. Οι Ναζί ηττήθηκαν και η μάχη είχε πάνω από 40 νεκρούς. Την επόμενη ημέρα πάνω από 3.000 χωρικοί από τα γύρω χωριά κατέστρεψαν την εθνική οδό Κατερίνης- Ελασσόνας, με λοστούς και γεωργικά εργαλεία, έτσι ώστε ανακόπηκε η προέλαση των γερμανικών τροχοφόρων.


Στη συνέχεια δημιουργήθηκε το ενιαίο Αρχηγείο του ΕΛΑΣ στα Πιέρια και στο βόρειο Όλυμπο, με διοικητές τους Λασάνη, Κικίτσα και άλλους. Ο φρούραρχος της Κατερίνης Λόχερ λαμβάνει πιο δραστικά μέτρα και τον Απρίλιο του 1943 οι Γερμανοί εξαπέλυσαν επίθεση στο Λιτόχωρο, πυρπολώντας μοναστήρια και ναούς και συλλαμβάνοντας εκατοντάδες αιχμαλώτους. Η πλατεία του χωριού γίνεται θέατρο εκτελέσεων και γερμανικό τάγμα βάδισε στο Κουλουκούρι.

Ακολούθησε η σύγκρουση με τους αντιστασιακούς στα υψώματα πάνω από την Τάχνιστα (σημερινή Μηλιά). Η μάχη στην Τάχνιστα (19 Απριλίου 1943) ήταν σφοδρότατη και οι Ναζί είχαν αριθμητική υπεροχή. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 40 Γερμανοί και 18 Έλληνες. Οι αντιστασιακοί αποσύρθηκαν στη Μόρνα και στη Φτέρη. Τον Οκτώβριο τμήματα του ΕΛΑΣ επέστρεψαν στα Πιέρια από τη Θεσσαλία και την Πίνδο.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1943 γύρω από το δασαρχείο της Μόρνας έλαβε χώρα επίθεση των Γερμανών, που ήθελαν να συλλάβουν τους άνδρες της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Στο πεδίο της μάχης έπεσαν οκτώ Έλληνες και δεκάδες Γερμανοί νεκροί. Οι έγκλειστοι στο Δασαρχείο κατόρθωσαν να διαφύγουν στα όρη. Οι Ναζί πυρπόλησαν το ανατολικό μέρος των δασών των Πιερίων. Την οργή τους πλήρωσαν και πολλά χωριά. Την ίδια χρονιά οι Γερμανοί εκτέλεσαν με απαγχονισμό πατριώτες και παιδιά στον Τρίλοφο και στη συνέχεια τους πυροβόλησαν.

Έπειτα από την απελευθέρωση της Αθήνας, οι Ναζί έφυγαν από την Κατερίνη στις 26 Οκτωβρίου 1944.

Στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1946-49 έγιναν σφοδρές συγκρούσεις στην περιοχή μεταξύ των πρώην συνεργατών των γερμανών και του ελας καθώς οι δεύτεροι ανατίναξαν παραμονές των εκλογών τον σταθμό χωροφυλακής Λιτοχώρου στις 30 Μαρτίου 1946.Η οποία κίνηση θεωρείτε η αρχή του εμφυλίου πολέμου αν και στην πραγματικότητα ειχε αρχίσει αμέσως μετά την συμφωνία της βάρκιζας και το πογκρόμ κατα των ελασιτών.

Σύγχρονη Πιερία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1999 άρχισε να ισχύει ο νόμος του Καποδίστρια και ο νομός χωρίστηκε σε 13 δήμους. Ο νόμος έθεσε τις βάσεις για να εξελιχθεί η πρωτεύουσα σε μία σύγχρονη πόλη, η οποία αναμένεται να ξεπεράσει τους 100.000 κατοίκους, τις επόμενες δεκαετίες.

Η νευραλγική θέση του νομού, ο οποίος είναι προικισμένος με ορεινές, θαλασσινές και πεδινές ομορφιές, φαίνεται ότι αποτελεί εφαλτήριο για περαιτέρω ανάπτυξη και πρόοδο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αναγνωστόπουλος Π. Ν., Η Αρχαία Ολυμπιακή Πιερία, εκδ. Εστίας Πιερίδων Μουσών, Θεσσαλονίκη 1971.
  • Καζταρίδης Ιωάννης, Κατερίνη: από τη μικρή κώμη στην πολύτροπη πόλη, εκδ. ΜΑΤΙ.
  • Ράπτης Γ. Α., Όλυμπος- Πιέρια, Βέρμιο και Άθως στη ζωή των Μακεδόνων, έκδοση Όλυμπος, Κατερίνη, 1996.
  • Συλλογικό έργο, Εγκυκλοπαίδεια Παιδεία, εκδ. Μαλλιάρης- Παιδεία, 2007, τ. 14 και τ. 20.
  • Συλλογικό έργο, Εγκυκλοπαίδεια 2002, εκδ. 1983, τ. 16.
  • Συλλογικό έργο, Εγκυκλοπαίδεια Επιστήμη και Ζωή.
  • Συλλογικό έργο, Μακεδονία:4.000 χρόνια Ιστορίας και Πολιτισμού, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 313.