Ελληνικά μουσικά όργανα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Orfeu-atenas.jpg

Ως ελληνικά μουσικά όργανα εννοούνται τα μουσικά όργανα της κλασικής αρχαιοελληνικής και βυζαντινής περιόδου, έτσι όπως καταγράφονται σε αρχαιολογικές ή φιλολογικές μαρτυρίες των σχετικών περιόδων και το γενικό εννοιολογικό πλαίσιο που διαμορφώνεται σχετικά με τη χρήση τους στο πέρασμα του χρόνου και η σχέση τους με τη σύγχρονη ταξινομία των μουσικών οργάνων.

Κατηγορίες οργάνων στην κλασική αρχαιοελληνική και βυζαντινή περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ταξινόμησης των μουσικών οργάνων της κλασικής αρχαιοελληνικής περιόδου. Βάσει της σύγχρονης ορολογίας των μουσικολόγων του 20ού αιώνα Έριχ φον Χορνμπόστελ (Erich von Hornbostel) και Κουρτ Ζακς (Kurt Sachs) τα μουσικά όργανα διαιρούνται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, τα χορδόφωνα ή έγχορδα, τα αερόφωνα ή πνευστά, τα μεμβρανόφωνα και ιδιόφωνα ή κρουστά[1]. Οι ίδιες κατηγορίες απαντώνται και στα μουσικά όργανα της κλασικής περιόδου, που συνόδευαν θρησκευτικές ή κοσμικές εκδηλώσεις.

Τα χορδόφωνα είναι τα όργανα που διαθέτουν χορδές, προσαρμοσμένες σε ηχείο. Η διέργεση των χορδών παράγει συγκεκριμένο ήχο και στην αρχαία Ελλάδα υπάρχουν αναφορές μόνο για νυκτά έγχορδα όργανα. Τούτη η μείζων κατηγορία με τη σειρά της υποδιαιρείται σε τρεις ομάδες, τα έγχορδα της οικογένειας της λύρας και της κιθάρας, τα πολύχορδα έγχορδα, όπως είναι οι άρπες και τα ψαλτήρια και τα έγχορδα της οικογένειας του λαούτου, με βραχίονα[2].

Τα αερόφωνα με τη σειρά τους είναι όργανα που παράγουν ήχο με το εμφύσημα του μουσικού σε ένα σωλήνα. Τα αερόφωνα ως μείζων κατηγορία υποδιαιρούνται σε δύο ομάδες. Σε εκείνα που δε διαθέτουν επιστόμιο[3] με ανοικτό ή κλειστό άκρο και εκείνα που διαθέτουν επιστόμιο είναι αυλοί με γλωττίδες ή σάλπιγγες με επιχείλιο επιστόμιο[4].

Εντέλει τα κρουστά, δηλαδή τα μεμβρανόφωνα, μαζί με τα ιδιόφωνα διαδραμάτισαν τον δικό τους ρόλο στην αρχαία ελληνική μουσική. Το σημαντικότερο μεμβρανόφωνο που απαντάται στην αρχαία Ελλάδα είναι το τύμπανο, ενώ στα ιδιόφωνα συμπεριλαμβάνεται το σείστρο, τα κρόταλα και τα κύμβαλα[5].

Σε ό,τι αφορά στη βυζαντινή περίοδο τα όργανα ως προς τον τρόπο παραγωγής του ήχου διατηρούν τις τρεις μείζονες κατηγορίες που αναφέρθηκαν, αλλά παρατηρείται περιορισμός στη χρήση τους κυρίως στις επικράτειες του παραεκκλησιαστικού, του κοσμικού και του βυζαντινού στρατού[6].

Τα χορδόφωνα, τα τοξωτά έγχορδα, στην προκειμένη περίπτωση, περιλαμβάνουν τις κιθάρες, όπως η αχλαδόσχημη λύρα με δοξάρι και η οικογένεια του λαούτου (πανδούριν, θαμπούριν, ταμπούριν) και τα πολύχορδα, την οικογένεια της άρπας/ψαλτηρίου (σαντούρι, νυκτό κανονάκι και άρπα)[7]

Τα απαντώμενα αερόφωνα περιλαμβάνουν όργανα με ή χωρίς επιστόμιο, αν και οι μαρτυρούμενες ονομασίες δεν είναι ασφαλή μέσα για να διαπιστώσουμε τη συνέχεια της κλασικής παράδοσης. Εδώ περιλαμβάνονται οι αυλοί (σουραύλια, πλαγίαυλοι), το εκκλησιαστικό όργανο, η τούμπα, η σάλπιγγα, το βούκινο και η σύριγγα του Πανός[8].

Όσον αφορά στα κρουστά, μαζί με τα τύμπανα φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν και ιδιόφωνα, όπως κρόταλα, κύμβαλα, σείστρα, πληθία, παρόμοια με το σημερινό ντέφι και ανακαράδες, μικρά ημισφαιρικά τύμπανα περσοαραβικής προέλευσης[6].

Χρήσεις των οργάνων στην αρχαιοελληνική κλασική περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιοελληνική χέλυς από σχεδίασμα σε αγγείο στο Βρετανικό Μουσείο
Φόρμιγξ
Πανδουρίς από σύγχρονη λιθογραφία σε πρόστυπο ανάγλυφο της Μαντίνειας (4ος αιώνας ΠΚΕ)[9].

Το πλέον αντιποσωπευτικό όργανο των νυκτών εγχόρδων και της οικογένειας της λύρας ήταν η λύρα ή χέλυς, όπως είναι το δεύτερο όνομά της εξαιτίας της κατασκευής της από όστρακο χελώνας του είδους testudo marginata, κρηπιδωτής χελώνας δηλαδή[10]. Η επτάχορδη λύρα της κλασικής αρχαιότητας χρησιμοποιείτο σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως σε χορούς, θυσίες και συμπόσια. Συναρτήθηκε εύκολα στην καθημερινότητα των Ελλήνων, μια και η χρήση της ήταν σχετικά εύκολη. Ανήκει στα όργανα για τα οποία διαθέτουμε αρχαιολογική μαρτυρία από τις αρχές του 19ου αιώνα σε ταφικό πεδίο κοντά στη μονή Δαφνίου[11]. Για παραλλαγές της λύρας όπως ο κλεψίαμβος, το εννεάχορδον, η ιαμβύκη, η κίθαρις και ο κινδαψός δε διαθέτουμε ασφαλείς πληροφορίες για την τεχνολογία και το πλαίσιο χρήσης τους[11].

Διαφέροντας σχηματικά η βάρβιτος από τη λύρα ως προς το μήκος των βραχιόνων[12]. Χρησιμοποιείτο από τους βαρβιτιστές σε συμπόσια, ξεφαντώματα, ερωτικές περιπέτειες και υπήρξε κεντρικό θέμα της αγγειογραφικής εικονογραφίας, αν και εξαφανίζεται από τα αττικά αγγεία περί το 400 ΠΚΕ[13].

Η φόρμιγξ, τύπος κιθάρας με κοίλη βάση κατά Sachs[14], με την οποία συνόδευε το τραγούδι του ο αοιδός του έπους, χρησιμοποιείτο ήδη από τον 8ο αιώνα ΠΚΕ Ήταν όργανο τετράχορδο και ευμεγέθες, όπως παριστάνεται στην αγγειογραφία, αλλά φαίνεται πως αντικαταστάθηκε κατά τον 7ο αιώνα από τις επτάχορδες κιθάρες. Οι κοίλης βάσης κιθάρες σε αγγεία της πρώιμης κλασικής περιόδου[15]. Η φόρμιγξ σε αρχαιότερες περιόδους ήταν συνδεδεμένη με τους ραψωδούς των ομηρικών χρόνων, ενώ στην κλασική περίοδο φαίνεται να συνδέεται με τις μούσες ή γυναίκες καλλιτέχνιδες.

Ως εξελιγμένο όργανο η κιθάρα της κλασικής εποχής είχε επτά χορδές, επίπεδη βάση και ξύλινους, σύνθετους βραχίονες ή περίτεχνα σκαλισμένους[16]. Συγκεκριμένα, οι βραχίονες από το ηχείο και πάνω καμπυλώνουν μεταξύ τους, μέχρι λίγο πριν τον ζυγό, όπου γίνονται ευθείς και σχεδόν παράλληλοι μεταξύ τους. Αντίθετα από τη λύρα, που το απλό της παίξιμο έγινε όργανο κοινής χρήσης, η κιθάρα χρησιμοποιείτο σε μουσικούς αγώνες των πανελλήνιων εορτασμών από τραγουδιστές κιθαρωδούς και ψιλοκιθαριστές, δηλαδή σολίστες του οργάνου[17].

Ο τρίπους του Πυθαγόρα του Ζακυνθίου[18] του 5ου ΠΚΕ αι. παρουσιάζει, επίσης, λειτουργικό ενδιαφέρον παρά τη σχετική σύντομη εξαφάνισή του, καθώς αποτελούσε σύνθετο όργανο με τρεις κιθάρες προσαρμοσμένες σε τρίποδα, τονισμένες σε διαφορετικές διατονικές αρμονίες, δωρική, φρυγική και λύδια[19].

Από την οικογένεια των πολύχορδων ενδιαφέρον παρουσιάζει η άρπα και το ψαλτήριον. Η άρπα φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην ανατολική Μεσόγειο, όχι όμως στην Ελλάδα, όπου απαντάτο ένα είδος άρπας τριγωνικού σχήματος, το τρίγωνο, που ως επί το πλείστον φαίνεται ότι παιζόταν χωρίς χωρίς συνοδεία φωνής και συνδεόταν με αισθησιακή ή ερωτική δραστηριότητα και φέρεται ότι έμεινε σε χρήση ακόμη και στον 2ο ΠΚΕ αι.[20]. Αντίθετα, διαδεδομένο όργανο στην Ελλάδα ήταν το ψαλτήριο, που παιζόταν με γυμνά δάκτυλα και συνδεόταν επίσης με αισθησιακές δραστηριότητες.

Λίγες πληροφορίες διαθέτουμε για άλλα πολύχορδα, όπως το επιγόνειο, επινόηση του Επίγονου, με 40 χορδές, το 35χορδο σιμίκιον, την 20χορδη μάγαδι προσφιλή στη Λέσβο, με χορδές τονισμένες σε ζεύγη, την επίσης 20χορδη πήκτι με τονισμένες χορδές κατά τον ίδιο τρόπο και την νάβλα, για την οποία υφίσταται αρχαιολογική μαρτυρία, εκτός των φιλολογικών μαρτυριών από μικρή ανάγλυφη επιτύμβια πλάκα στην οποία είναι σχεδιασμένο το όργανο, επιβεβαιωμένο από σχετική επιγραφή Φεβρουάριος 1995, ανακοίνωση του Δ. Παντερμαλή για τις ανασκαφές στο Δίον.[21].

Από την ομάδα του λαούτου ξεχωρίζει η πανδουρίς ή πανδούρα, τρίχορδο όργανο με σχετικά μικρό και κοίλο συνήθως ηχείο, που φαίνεται ότι παιζόταν συνήθως από γυναίκες και για το οποίο διαθέτουμε, επίσης, αρχαιολογική μαρτυρία[22].

Εξετάζοντας τα αερόφωνα στην κλασική Ελλάδα, τα έμπνευστα ή εμπνεόμενα αλλιώς, βλέπουμε πως χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, σε εκείνα που διέθεταν και εκείνα που δε διέθεταν επιστόμιο. Στους αυλούς ή φλάουτα, που δε διέθεταν επιστόμιο, περιλαμβάνονται όσοι έχουν ανοικτό και όσοι έχουν κλειστό ή φραγμένο άκρο, ενώ στα πνευστά με επιστόμιο ταξινομούνται οι αυλοί με γλωττίδες ή οι σάλπιγγες με επιχείλιο επιστόμιο[23].

Ενδιαφέρον για την κλασική Ελλάδα συγκεντρώνουν ο μονός και οι διπλός αυλός από τα ανοικτά φλάουτα, η πολυκάλαμη σύριγξ του Πανός από τα κλειστά ή φραγμένα φλάουτα και η ύδραυλις του Κτησίβιου. Όσον αφορά στα γλωττιδοφόρα, όπως περιγράφονται, σημαντικός θεωρείται ο αυλός, όχι μόνο γιατί συνόδευε πολλαπλές όψεις της ζωής κατά την κλασική αρχαιότητα, αλλά και ως όργανο αναφοράς με σημαντική κατασκευαστική εξέλιξη. Ωστόσο, δεν έχει διασωθεί καμία γλωττίδα καλαμένια, εξαιτίας του μη ανθεκτικού στη φθορά του χρόνου υλικό.

Πιθανώς το σημαντικότερο πνευστό όργανο είναι ο αυλός, καθώς συνδεόταν στενά με πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως είναι οι παιάνες, οι θρήνοι, τα πολεμικά εμβατήρια ή οι γιορταστικοί χοροί. Αναφέρεται η χρήση του σε βακχικές και άλλες εκστατικές λατρείες. Από τον απλό βασικό αυλό που παράγει το αυλητικό τετράχορδο ή πεντάχορδο έως τον σύντονο μετονομασμένο σπονδειακό αυλό από ντο, που χαρακτηρίζει την αρχαιοελληνική φθογγολογία ο αυλός σε όλες τις μορφές του υπήρξε βασικό εργαλείο για την απόδοση του πυθαγόρειου και του φυσικού συστήματος[24].

Όργανο των ποιμένων και των συναφών θεοτήτων η σύριγξ αποτελείται από μια ομάδα σωλήνων συνδεδεμένων μεταξύ τους, από καλάμι ή από άλλο υλικό, χωρίς οπές, από τους οποίους ο καθένας έχει διαφορετικό μήκος, παράγοντας και διαφορετικό τονικό ύψος. Το όργανο συνδεόταν με την καθημερινότητα της ποιμενικής ζωής και αναπαρίστατο σε σχέση κυρίως με τον Πάνα, με τον οποίο συνδεόταν μυθολογικά[25]..

Η σάλπιγξ με τη σειρά της, αν και δε χρησιμοποιείτο ως μουσικό όργανο, αλλά για πολεμικά σαλπίσματα, ήταν όργανο κατά κανόνα χάλκινο. Αποτελείτο από μακρύ σωλήνα με άκρο κωνόσχημα διεσταλμένο και έφερε επιχείλιο επιστόμιο. Όταν χρησιμοποιείτο για τελετουργικούς σκοπούς αποδιδόταν ως ιερά σάλπιγξ[26].

Τα τύμπανα, τα κρόταλα, τα κύμβαλα και τα σείστρα, ως εκπρόσωποι των μεμβρανόφωνων και των ιδιόφωνων θεωρούνται λιγότερο σημαντικά στα συμφραζόμενα της χρήσης των μουσικών οργάνων ως συνοδευτικών της ανθρώπινης φωνής.

Το τύμπανο στην αρχαία Ελλάδα φαίνεται πως ήταν ανοιχτός ρηχός κύλινδρος, στη μία πλευρά του οποίου τεντωνόταν ένα δέρμα. Το όργανο χρησιμοποιείτο σε οργιαστικές τελετές της Κυβέλης, του Διονύσου Βάκχου και του Σαβάζιου, όπως και τα κύμβαλα, και παιζόταν κυρίως από γυναίκες[27]. Η τήρηση του ρυθμού φαίνεται πως ήταν ο κύριος στόχος της χρήσης των κροτάλων, που απαντώνταν σε εορτασμούς, όπως είναι ο γάμος και παίζονταν από γυναίκες που συνόδευαν αυλό ή λύρα.

Ιδιαίτερες χρήσεις των οργάνων στη βυζαντινή περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βούκινο

Βασισμένη κυρίως στη συστηματική μελέτη της βυζαντινής εικονογραφίας είναι η γνώση μας για τη μορφή και τον τρόπο με τον οποίο παίζονταν τα όργανα στη βυζαντινή περίοδο, δηλαδή ανάμεσα στον 4ο και τον 15ο αιώνα[28]. Όσον αφορά στη χρήση των οργάνων, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν την πόλωση ανάμεσα στο ιερό και το κοσμικό, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τη βυζαντινή εκκλησία και είχε πολλαπλές επιπτώσεις όχι μόνο στη χρήση της μουσικής αλλά και στη διαμόρφωση ενός παράξενου ιδιώματος, βάσει του οποίου η χρήση των οργάνων περιορίστηκε στην κοσμική διασκέδαση, χωρίς να απορριφθεί όμως από το Ιερό Παλάτιο.

Ενώ στην αρχαία Ελλάδα αναδείχθηκε ο λόγος με συνοδεία μουσικών οργάνων, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική αναδείχθηκε η φωνητική χωρίς όργανα και χορευτική έκφραση. Με αυτόν τον τρόπο δόθηκε το προβάδισμα στον μουσικό λόγο, ο οποίος όμως τη συγκεκριμένη περίοδο έχασε τον προσωδιακό τρόπο εκφοράς που του προσέδιδε μουσικότητα. Όντας η βυζαντινή μουσική «πρόγονός» ουσιαστικά της αρχαίας ελληνικής από τη στιγμή που υιοθέτησε τις αρχαϊκές επτάτονες μαλακές κλίμακες, δεν πορεύθηκε παράλληλα με τη λαϊκή μουσική της επικράτειας του Βυζαντίου αλλά επικεντρώθηκε στο λόγιο στοιχείο για την εξυπηρέτηση των λατρευτικών σκοπών της βυζαντινής εκκλησίας, επικρίνοντας τη χρήση οργάνων όπως ο αυλός, το ψαλτήριον, η σύριγξ και η λύρα ή το κύμβαλο και το τύμπανο από τα κρουστά[29].

Στα αποκαλούμενα θυμελικά παίγνια με το άσεμνο περιεχόμενό τους συμμετείχαν οργανοπαίκτες, που χρησιμοποιούσαν συνήθως αυλό και κιθάρα[30]. Βέβαια υπό τη σκέπη της ονομασίας αυλός περιγράφονταν όλα τα αερόφωνα που χρησιμοποιούσαν σωλήνα συνήθως με τρήματα. Άλλες ονομασίες ήταν δόναξ και κάλαμος, ενώ στην ύστερη βυζαντινή περίοδο αναφέρονται σουραύλια, πλαγίαυλοι ή δίαυλοι. Με τη σειρά του ο πολυκάλαμος αυλός, δηλαδή η σύριγξ του Πανός, μνημονεύεται αποκλειστικά σε ποιμενικό πλαίσιο[31].

Όσον αφορά στα χορδόφωνα ως κιθάρα παραδίδεται η αρχαιοελληνική πανδουρίς, όργανο 4χορδο με αχλαδόσχημο ηχείο, από την οικογένεια του οποίου αναπτύχθηκαν σταδιακά όργανα χορδόφωνα με δοξάρι[31]. Στην οικογένεια των πολύχορδων παραδίδονται όργανα όπως το ψαλτήριον, η σαμβύκη, η πήκτις, η μάγαδις, το δεκάχορδον, το πληθίον με τις 32 χορδές του, το πλήκτρον ή η άρπα[32]. Η ταξινομία των βυζαντινών οργάνων συμπληρώνεται με τα κρουστά όργανα, στα οποία περιλαμβάνονται τα κρόταλα, τα κύμβαλα, διάφορα είδη σείστρων, τα πληθία –ντέφια- και οι ανακαράδες από τα μεμβρανόφωνα, ημισφαιρικά τύμπανα περσοαραβικής προέλευσης.

Σημαντική χρήση φαίνεται να παρουσιάζουν τα μουσικά όργανα στον βυζαντινό στρατό που εκπροσωπούνται από τα αερόφωνα με το βούκινο, τη σάλπιγγα, δηλαδή τη ρωμαϊκή τούβα, που χρησιμοποιείτο εκτός από στρατιωτικούς σκοπούς και για επευφημίες προς τον αυτοκράτορα εξαιτίας του δυνατού ήχου της[33]. Στον στρατό επίσης χρησιμοποιούνταν διάφορα είδη τυμπάνων, τα μεταλικά κύμβαλα και διάφορα είδη ανακαράδων.

Ιδιαίτερα άξιο αναφοράς σε σχέση με την αυτοκρατορική ιδεολογία του Βυζαντίου θεωρείται το βυζαντινό πολύαυλον όργανον, που βασιζόταν στην ύδραυλι του Κτησίβιου, εξελιγμένο ως προς τα φυσερά του, που χρησιμοποιείτο για κοσμικούς μόνον σκοπούς στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης και στο Ιερόν Παλάτιον αποκτώντας σταδιακά σημασία αυτοκρατορικού συμβόλου[34].

Συνοπτικές συγκρίσεις με το παρόν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ό,τι αφορά στα νυκτά έγχορδα, παρατηρείται ότι οι λύρες αρχαίου τύπου δεν παίζονται σήμερα στην Ευρώπη, εκτός του κελτικού κρουθ στην Ιρλανδία, ενώ συνηθίζονται στη βόρεια Αφρική[35]. Αντίθετα, τα όργανα της οικογένειας του λαούτου φαίνεται πως είχαν σημαντική εξέλιξη στην πορεία του χρόνου έως τη σύγχρονη εποχή[36].

Με τη σειρά τους τα εμπνεόμενα, πέραν της εξαιρετικής αρχαιότητάς τους όπως υποδεικνύει η αρχαιολογική μαρτυρία, παρουσιάζουν μακραίωνη εξέλιξη από κατασκευαστικής άποψης[37]. Ακόμη και χωρίς ιδιαίτερη κατασκευαστική εξέλιξη[38], η σύριγξ του Πανός για παράδειγμα, χρησιμοποιείται στο ευρωπαϊκό χώρο, στη Ρουμανία ιδιαίτερα και τον λατινοαμερικανικό χώρο[39]. Οι ευμεγέθεις κωνικές σάλπιγγες των Άλπεων, τα αλπικόρνα, επιβιώσεις των κελτικών λουρ είναι πιθανώς συγγενικές κατασκευαστικά με τις ελληνικές σάλπιγγες[39]. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το εκκλησιαστικό όργανο, που θεωρείται απόγονος του βυζαντινού οργάνου, μετεξέλιξη της ύδραυλης του Κτησίβιου[40]. Σχεδόν απαράλλακτα τα μεμβρανόφωνα και τα ιδιόφωνα της κλασικής και της βυζαντινής περιόδου, στηριγμένα στις ίδιες λειτουργικές αρχές, μετεξελιγμένα βρήκαν τη θέση τους στη σημερινή εποχή, όπως φαίνεται από τη σύγχρονη χρήση του σείστρου, για παράδειγμα, στην Αιθιοπία[41], ή από τη χρήση του τυμπάνου σε σύγχρονα οργανικά σύνολα.

Εκείνο που φαίνεται ότι αλλάζει στο πέρασμα των αιώνων είναι η χρήση. Τούτο είναι φυσικό αν σκεφθεί κανείς πώς στη βυζαντινή περίοδο η χριστιανική εκκλησία απέκλεισε τα μουσικά όργανα και τον χορό από τα εκκλησιαστικά τελετουργικά δρώμενα, ενώ συνέχισαν να χρησιμοποιούνται στις λαϊκές διασκεδάσεις[42].

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτιμώντας το γενικό εννοιολογικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε γύρω από παρατηρούμενες αλλαγές στη χρήση τους στη βυζαντινή κοινωνία, επιχειρήσαμε να δούμε τη θέση των οργάνων στη σύγχρονη κοινωνία και τις σύγχρονες ταξινομικές αρχές. Παρατηρείται ότι πέραν του συγκεκριμένου φαινομένου του διαχωρισμού του τρισυπόστατου στη βυζαντινή κοινωνία η χρήση των οργάνων υπό την παρούσα ταξινομητική αρχή καλύπτει ένα ευρύ χρονικό φάσμα χρήσης οργάνων που παρουσιάζουν την ίδια κατασκευαστική λειτουργικότητα.

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, σ. 105.
  2. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, 106.
  3. Το σημείο στο οποίο εφαρμόζει το στόμα του ο μουσικός, προκειμένου να φυσήξει στο όργανο και να προκαλέσει ταλάντωση της στήλης αέρος μέσα στον σωλήνα. Τούτη η ταλάντωση έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή ήχου.
  4. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π., σ. 106.
  5. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, σσ. 129-130.
  6. 6,0 6,1 Μαλιάρας Ν. 2003, σ. 278.
  7. Μαλιάρας Ν. 2003, σ. 277.
  8. Μαλιάρας Ν. 2003, σσ. 276-277.
  9. Daremberg et Saglio. Dictionnaire des Antiquités Grecques et Romaines. σ. 1450.
  10. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 106.
  11. 11,0 11,1 Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π., 109.
  12. Οι βραχίονες της βαρβίτου εκτός του ότι είναι είναι μακρείς και ευθείς, με αποκλίνουσα διεύθυνση, στο τελείωμά τους καμπυλώνουν ο ένας προς τον άλλον.
  13. Βλ. για παράδειγμα, αττικό ερυθρόμορφο κύλικα του 480 ΠΚΕ στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης Νέας Υόρκης.
  14. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π., σ. 108.
  15. Βλ. για παράδειγμα, για το μέγεθος και τη χρονολόγηση νέα γυναίκα ή μούσα με κοιλόσχημη κιθάρα σε κύλικα, που χρονολογείται από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. στο Λούβρο. Στον αντίποδα βρίσκεται ο ραψωδός τοιχογραφίας του ανακτόρου της Πύλου, που χρονολογείται από το 1300 ΠΚΕ. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 109.
  16. Βλ. για παράδειγμα, τον κιθαρωδό που απεικονίζεται σε ερυθρόμορφο αμφορέα του πρώιμου 5ου αι. ΠΚΕ, έργο του ζωγράφου του Βερολίνου, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης Νέας Υόρκης, αρ. 56.171.38. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 110.
  17. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 110.
  18. LeVen, Pauline A. (Ιανουάριος 2014). The Many-Headed Muse: Tradition and Innovation in Late Classical Greek Lyric Poetry. UK: Cambridge University Press, σελ. 82. ISBN 9781107018532. 
  19. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 111.
  20. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 112.
  21. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π., σ. 113.
  22. Βλ. για παράδειγμα, ανάγλυφο από τη βάση αγάλματος από τη Μαντίνεια του ύστερου 4ου αι. ΠΚΕ, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π., σ. 114.
  23. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 116.
  24. Βλ. Λέκκας Δ. 2003, σσ. 2, 5 και 7.
  25. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. 118-9
  26. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 126
  27. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. 129.
  28. Μαλιάρας Ν., 2003, σ. 275.
  29. Τυροβολά Β. 2003, σ. 1.
  30. Μαλιάρας Ν., 2003, 276.
  31. 31,0 31,1 Μαλιάρας Ν., 2003, σ. 277.
  32. Μαλιάρας Ν., 2003, σ. 278.
  33. Μαλιάρας Ν., 2003, σ. 279.
  34. Μαλιάρας Ν., 2003, σ. 280.
  35. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 109.
  36. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 114.
  37. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π. σ. 123.
  38. Σύγκρινε για παράδειγμα τη σύριγγα του Πανός, όπως εμφανίζεται σε ψηφιδωτό δάπεδο της οικίας του Διονύσου στην Πάφο της Κύπρου από τον 2ο αι. και μια σύγχρονη σύριγγα. Βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, ό.π., σ. 119.
  39. 39,0 39,1 Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003 ό.π., σ. 119.
  40. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003 ό.π., σ. 122.
  41. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003 ό.π., σ. 109.
  42. Μαλιάρας Ν., 2003, σ. 276.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λέκκας Δ. 2003, «Περί αυλών τρήσεως», στο Βασιλειάδης Στ. κ.ά, Συνοδευτικά Κείμενα: Ελληνική Μουσική και Χορός, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ. 2003, «Τα αρχαία ελληνικά μουσικά όργανα» στο Αγγελόπουλος Λ. κ.ά. Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, τόμος Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Μαλιάρας Ν. 2003, «Τα μαρτυρούμενα μουσικά όργανα στο Βυζάντιο» στο Αγγελόπουλος Λ. κ.ά. Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, τόμος Β΄, ΕΑΠ Πάτρα.
  • Τυροβολά Β. 2003, «Τα μουσικά όργανα του βυζαντινού χορού και η στάση των εκκλησιαστικών ανδρών απέναντί τους», στο Βασιλειάδης Στ. κ.ά, Συνοδευτικά Κείμενα: Ελληνική Μουσική και Χορός, ΕΑΠ, Πάτρα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]