Γκορτσιά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γκορτσιά
Τα άνθη της γκορτζιάς
Τα άνθη της γκορτζιάς
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Μαγνολιόφυτα)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Μαγνολιόψιδα)
Τάξη: Ροδώδη (Rosales)
Οικογένεια: Ροδοειδή (Rosaceae)
Γένος: Αχλαδιά
Είδος: Αχλαδιά η ακανθώδης
(Pyrus amygdaliformis
ή Pyrus spinosa)

Η απιδέα η αμυγδαλόμορφος[α] ή γκορτσιά[β][7] (Pyrus amygdaliformis ή Pyrus spinosa)[8] είναι είδος του γένους των αχλαδιών της τάξης των ροδoειδών. Απαντάται στη Νότια Ευρώπη και τη Μικρά Ασία.[7] Η ονομασία της απαντάται σε διάφορες παραλλαγές του ονόματος «γκορτσιά», «γκορτζιά» κ.λπ.[9] Επίσης, ονομάζεται και αλιοχρά[γ] στην Κυνουρία, αρμουτιά (αλλά και αγκουρνιτσά ή κουρτσά) στη Θράκη, σβέρτσλο στη Λήμνο, αγριοαπιδιά στην Κέρκυρα, αροχλάδα στη Νάξο, αγκραπιδία ή αγκραπιέα στην Κάτω Ιταλία κ.άλ.[11]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκορτζιά με καρπούς
Οι καρποί (γκόρτζα)
Γκορτζιά ανθισμένη

Η γκορτσιά είναι φυλλοβόλο δέντρο, με φύλλα μακριά σε σχήμα λόγχης. Tο σύνηθες ύψος του φυτού είναι 3-5 μέτρα[7] και φτάνει μέχρι τα 10 μ.[12] Ανθίζει τον Μάρτιο με Απρίλιο με λευκά λουλούδια κατά κορύμβους, λίγο πριν ή ταυτόχρονα με το μεγάλωμα των φύλλων.[7] Οι καρποί της είναι μικροί, σε σχήμα σφαιρικό[7] και είναι ξινοί και στυφοί, καθώς και δύσπεπτοι.[1] Μπολιάζεται εύκολα και αποτελεσματικά με την κοινή αχλαδιά (Pyrus communis, απιδέα η κοινή) και την αγριαχλαδιά (Pyrus pyraster). Μπολιάζεται επίσης και με μηλιά, ροδακινιά και κορομηλιά.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαιότητα οι καρποί της γκορτσιάς ήταν εδώδιμοι σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και καταναλώνονταν είτε φρέσκοι, είτε αποξηραμένοι. Σήμερα, στο πλαίσιο αναβίωσης του ενδιαφέροντος για τοπικά προϊόντα, αναφέρεται περιορισμένη χρήση των καρπών για παρασκευή πετιμεζιού, γλυκού του κουταλιού και λικέρ.[13] Η γκορτσιά έχει επίσης μεγάλη σπουδαιότητα για τη μελισσοκομία, λόγω της πρώιμης ανθοφορίας της και της πλούσιας ποσότητας νέκταρ και γύρης, ενώ οι καρποί της αποτελούν σημαντική τροφή της άγριας πανίδας, με χρήση και σε οικόσιτα ζώα.[14] Στην Κρήτη (όπου το φυτό ονομάζεται αγκούτσακας, αχλάδα ή και απλά αχλαδιά),[δ] με τους ώριμους καρπούς σίτιζαν τα γουρούνια και με τα άνθη του φυτού στόλιζαν το χώρο υποδοχής των σπιτιών.[16]

Το εκχύλυσμα ή αφέψημα των καρπών συνιστάται ως διουρητικό και παυσίπονο σε περιπτώσεις παθήσεων της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας. Συνιστώνται και κατά των δηλητηριάσεων από μανιτάρια. Μια μέθοδος που έχει προταθεί είναι το βράσιμο των μανιταριών μαζί με άγρια αχλάδια.[1] Αναφέρεται πως στην Κρήτη το εκχύλυσμα του καρπού χρησιμοποιείτο κατά της διάρροιας. Επιπλέον, ένα ενδιαφέρον λαογραφικό στοιχείο που αφορά το νησί είναι ότι τα καβουρδισμένα και κονιορτοποιημένα φύλλα της γκορτσιάς ρίχνονταν μέσα στον καφέ όσων είχαν μυρμηγκιές, ο οποίος τους προσφέροταν με αυτόν τον τρόπο, όπως λέγεται, εν αγνοία τους.[16]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Επίσης Απία η αγρία και απία η αμυγδαλόμορφος.[1]
  2. H λέξη χρησιμοποιείται στο λαϊκό λεξιλόγιο ως συνώνυμη της αγριαχλαδιάς. Σύμφωνα με μια εκδοχή είναι βουλγαρικής προέλευσης[2] και σύμφωνα με μια άλλη αλβανικής.[3] Στη βιβλιογραφία υπάρχουν αναφορές στη χρήση της λέξης, στην περιοχή του Άργους, για τον προύνο τον ακανθώδη (Prunus spinosa).[4] Η αναφορά της γκορτσιάς ως δημώδους ονομασίας του Prunus spinosa στην Αργολίδα πρωτοδημοσιεύθηκε από τον Άγγλο βοτανολόγο Τζον Σίμπθορπ (1758–1796),[5] ο οποίος είχε επισκευθεί τον ελλαδικό χώρο. Το Λεξικό Δημητράκου καταγράφει και τις δυο σημασίες της λέξης.[6]
  3. Στην ελληνιστική κοινή (η) ἀγριαχράς σημαίνει αγριαχλαδιά,[2] εκ του αρχαιοελληνικού (η) ἀχράς (αγριαχλαδιά, Pyrus pyraster).[10]
  4. H αδιαφοροποίητη από την κοινή αχλαδιά (Pyrus communis) κρητική ονομασία καταγράφεται από τον Χελντράιχ.[15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Πρινέας, Ιωάννης Κ. και Ανάργυρος Μιχ. Σφακιανάκης. Βοτανοθεραπευτική. (Aνατύπωση της έκδοσης του Εκδ. Οίκου Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, χ.χ.). Αθήνα: Εκδόσεις Μακρή. σελ. 76. CS1 maint: Uses authors parameter (link)
  2. 2,0 2,1 «γκορτσιά». Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας - Πύλη για την ελληνική γλώσσα. Ανακτήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2017. 
  3. «Λέξη: γκορτσιά». www.lexigram.gr. Ανακτήθηκε στις 2017-10-31.
  4. Βλ. π.χ. Πρινέας και Σφακιανάκης (χ.χ.), σελ. 91.
  5. Χελντράιχ, Θεόδωρος (1980) [1909]. Λεξικό των δημωδών ονομάτων των φυτών της Ελλάδος. (Συμπλ. από τον Σπ. Μηλιαράκη). Αθήνα: Αφοί Τολίδη. σελ. 35. 
  6. Δ. Δημητράκος (έκδ.) (1974) [1936-50]. Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής γλώσσης. 4. Αθήνα: Εκδόσεις Δομή. σελ. 1627. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 Βάθης, Εμμανουήλ (2002). Τα φυτά του Πάρκου της Αρχαίας Αγοράς. Αθήνα: Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. σελ. 50. ISBN 960-85847-4-4. 
  8. «Species Details: Pyrus spinosa Forsk». Catalogue of Life. Ανακτήθηκε στις 2017-10-31.
  9. Στο Δημητράκος (έκδ.), ό.π., αναφέρονται οι τύποι γκοριτσιά (ως κύριος), γκορτσά, γκορτσιά και γκορτσαπιδιά.
  10. Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης. Α΄. Αθήνα: Εκ του Tυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου. 1901. σελ. 468. 
  11. Δημήτρης Λιθοξόου, «Τα ονόματα των φυτών: Pyrus amygdaliformis Vill.». www.lithoksou.net (4 Μαρτίου 2015). Ανακτήθηκε στις 31.10.2017. Πβ. Χελντράιχ (1980), σελ. 37.
  12. Αλεξανδρή, Στυλιανή (2016). Κλωνοποίηση του δασικού είδους Pyrus spinosa Forssk. με εδώδιμους καρπούς (PDF). (Mεταπτυχιακή διατριβή). Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Δασολογίας, Γεωπονίας & Φυσικού Περιβάλλοντος. σελ. 17. 
  13. Αλεξανδρή (2016), σελ. 21.
  14. Αλεξανδρή (2016), σελ. 22.
  15. Βλ. Χελντράιχ (1980), σελ. 37.
  16. 16,0 16,1 Σάκης Κουβάτσος (23 Ιουνίου 2012). «Αχλαδιά». Χανιώτικα Νέα. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2017.