Κορομηλιά (φυτό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κορομηλιά
Μπουρνελιά
Κορομηλιά φορτωμένη με καρπούς
Κορόμηλα
Πράσινα κορόμηλα

Η κορομηλιά (επιστ. ονομ.: Prunus cerasiferaΠρούμνη η κερασοφόρος) είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό το οποίο ανήκει στο γένος Προύμνη (Prunus), στην οικογένεια των Ροδοειδών (Rosaceae).

Είναι γνωστή και με την ονομασία τζανεριά (κυρίως στην Κρήτη) (< τουρκ. can eriği), τζαρνικιά. Στην Κάρπαθο το δέντρο ονομάζεται ρικά (η) (Κάτω Κάρπαθος) και ρικέα (η) (Έλυμπος) και ο καρπός ρίκι (το). Η καταγωγή της είναι από τις Μεσογειακές περιοχές όπου τις καλλιεργούσαν πριν 2000 χρόνια. Σήμερα βρίσκεται και καλλιεργείται σε πολλές περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 12 μέτρα , έχει μεγάλα οδοντωτά φύλλα που εναλλάσσονται και χνουδωτά παράφυλλα. Τα άνθη της είναι λευκά, σχηματίζουν ταξιανθίες και μοιάζουν με αυτά της βερικοκιάς και της αμυγδαλιάς, τα δε κλαδιά της όταν είναι τρυφερά, είναι τριχωτά.

Καρπός, καλλιέργεια & τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρπός της κορομηλιάς είναι το κορόμηλο.

Έχει χρώμα κόκκινο, κιτρινωπό ή πράσινο ανάλογα με την ποικιλία. Η γεύση του κορόμηλου είναι γλυκιά και αρωματική και διαφέρει ελάχιστα από ποικιλία σε ποικιλία.

Υπάρχουν αρκετές ποικιλίες κορόμηλων.

Η μπουρνέλα είναι μεγαλύτερος σε μέγεθος καρπός και θεωρείται ο πιο εύγευστος. Γίνεται και λικέρ στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που είναι γνωστό με την ονομασία σλίβοβιτς (σλιβοβίτσα ή σλεμποβίτσα στα Σέρβικα).

Τα πράσινα κορόμηλα έχουν αρωματική νόστιμη γλυκόξινη γεύση.

Τα κίτρινα είναι τα μικρότερα του είδους και τα πιο γλυκά.

Τα κορόμηλα τρώγονται νωπά ως φρούτο, γίνονται μαρμελάδες και ζελέδες. Είναι πλούσια σε βιταμίνη C και περιέχουν ακόμα βιταμίνη Α και νικοτινικό οξύ.

Η Σερβία είναι πρώτη παγκοσμίως σε παραγωγή κορόμηλων με 450,000 τόνους ετησίως. Ακολουθούν η Ιαπωνία, η Κίνα , η Πολωνία και η Ιταλία.


Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με εμβολιασμό, κυρίως της αμυγδαλιάς, αλλά και με σπορά. Είναι ανθεκτική στο ψύχος, ακόμα και στους ανοιξιάτικους παγετούς. Εάν κοπούν οι παραφυάδες τότε ευνοείται η γρήγορη ανάπτυξη του φυτού αλλά εξασθενίζει κιόλας και είναι επικίνδυνο να ξεραθεί. Οι ρίζες της είναι επιπόλαιες και έτσι μπορεί να φυτευτεί και σε ρηχά εδάφη, ακόμα και σε γλάστρες. Ο κορμός της βγάζει όταν τραυματιστεί μία κολλώδη ουσία σαν ρετσίνι, χρώματος κίτρινου ή πορτοκαλιού το οποίο προσελκύει πολλά έντομα.

Δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικό φυτό και γενικά είναι σκληραγωγημένο έτσι γίνεται και υποκείμενο εμβολιασμού για μεγάλη ποικιλία οπωροφόρων δέντρων. Προτιμά τη μοναξιά και όχι τις συστοιχίες δέντρων. Αποδίδει καρπούς πολύ νωρίς, μόλις από τον τρίτο χρόνο της ζωής της.

Ένα είδος κορομηλιάς είναι και η μπουρνελιά που βγάζει τους πιο νόστιμους, αρωματικούς και μεγαλύτερους σε μέγεθος καρπούς τις μπουρνέλες ή βανίλιες.

Η κορομηλιά είναι είδος φυτού του γένους προύνος, το οποίο περιλαμβάνει πολλά οπωροφόρα δέντρα. Αυτά, σύμφωνα με τη συστηματική κατάταξη, αποτελούν ιδιαίτερα γένη. Χαρακτηρίστηκε από τον Λινναίο αρχικά ως ξεχωριστό είδος, νεότερες όμως απόψεις τη θέλουν υποείδος του είδους Προύμνη η οικιακή (Prunus domestica), που είναι η δαμασκηνιά και ονομάζεται Προύμνη η οικιακή, υποείδος εμβόλιμος. Ευδοκιμεί σε διάφορα κλίματα και σε ορεινά ή πεδινά εδάφη.

Το υποείδος πραουστιά (κυπριακά μαραπελλιά, καρπός μαραπέλλα , επιστ. ονομ.: Prunus domestica subsp. syriaca, πιστεύεται ότι προήλθε από διασταύρωση δαμασκηνιάς και κορομηλιάς και ότι κατάγεται από τη Μικρά Ασία.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι φυλλοβόλο δέντρο και ο καρπός του είναι δρύπη, σχεδόν σφαιρική, με λείο εξωκάρπιο και κίτρινο , κόκκινο ή ιώδες χρώμα. Έχει οδοντωτά φύλλα και μεγάλα λευκά άνθη, που εκπτύσσονται ανά δύο ή περισσότερα, πιο μπροστά από τα φύλλα. Τα άνθη έχουν πέντε σέπαλα και ισάριθμα πέταλα, ενώ οι στήμονες φτάνουν τους 30. Το μεσοκάρπιο είναι σαρκώδες και χυμώδες.

Ασθένειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κορομηλιά προσβάλλεται από τις ίδιες ασθένειες με την αμυγδαλιά και την κερασιά . Επιπρόσθετα, εχθροί της είναι τα υμενόπτερα έντομα Οπλοκάμπη η μικρά (Hoplocampa minuta) και Οπλοκάμπη η κίτρινη (Hoplocampa flava) και μύκητες του γένους εξώασκος (Exoascus).

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δέντρο ήταν γνωστό από τα αρχαία χρόνια. Αναφέρεται μάλιστα από το Θεόφραστο ως σποδιά ή προύμνη. Σήμερα είναι γνωστό με τα ονόματα κορομηλιά, ερικιά ή ρικιά και τζανεριά.

Ποικιλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • κίτρινα κορόμηλα
  • πορτοκαλί κορόμηλα
  • κόκκινα κορόμηλα
  • μάυρα κορόμηλα

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οικογένεια: Ροδοειδή (Rosaceae)
  • Υποοικογένεια: Αμυγδαλοειδή (Amygdaloideae)
  • Γένος: Προύμνη (Prunus)
  • Υπογένος: Προύμνη υπογ. Προύμνη (Prunus subgn. Prunus)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φυτολογία, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 10, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 152-153.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]