Γιακόβ Σβέτοσλαβ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γιακόβ Σβέτοσλαβ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση13ος αιώνας
ΘάνατοςΔεκαετία του 1270[1]
Χώρα πολιτογράφησηςΒουλγαρία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Οικογένεια
ΤέκναMaria Terter
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΤσάρος
Photograph of an imperfectly-shaped medieval coin carrying the image of a man with a helmet, armour and spear
Νόμισμα που κόπηκε από τον Γιακόβ Σβέτοσλαβ ως αυτόνομου ηγεμόνα, που πιθανώς απεικονίζει τον ίδιο με στρατιωτική ενδυμασία

Ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ (βουλγαρικά: Яков Светослав‎) ήταν ένας εξέχων Βούλγαρος ευγενής (Βογιάρος) του 13ου αιώνα, με πριγκιπική Ρωσική καταγωγή. Με τον τίτλο του δεσπότη, ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ ήταν ο ηγεμόνας μιας ευρείας αυτόνομης κτήσης της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας περισσότερο πιθανά γύρω από την Σόφια. Επιζητώντας περισσότερη ανεξαρτησία και διεκδικώντας τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Βουλγαρίας, άλλαξε δυο φορές την υποταγή του από την Βουλγαρία στο Βασίλειο της Ουγγαρίας και αντιστρόφως, και οι Ούγγροι αναγνώρισαν το Βουλγαρικό βασιλικό του αξίωμα ως υποτελή τους και ηγεμόνα του Βίντιν.

Βούλγαρος δεσπότης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακριβής καταγωγή του Γιακόβ Σβέτοσλαβ δεν είναι καθαρή, αν και είναι γνωστό ότι ήταν ο ίδιος Ρώσος ευγενής ή ο γιος κάποιου. Ο Γιακόβ ή ο πατέρας του πιθανότατα έφτασαν στην Βουλγαρία με το κύμα των Ρώσων που έφευγαν λόγω της Μογγολικής εισβολής στη Ρωσία το πρώτο μισό του 13ου αιώνα.[2] Ο ιστορικός Πλάμεν Παβλόφ θεωρεί ότι ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ ήταν απόγονος των πριγκίπων των Ρως του Κιέβου, και υπολογίζει την ημερομηνία γέννησής του τις δεκατίες 1210 ή 1220.[3] Στα τέλη της δεκαετίας 1250, ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ ήταν ήδη ισχυρός ευγενής. Παντρεύτηκε μια κόρη του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη από τον γάμο του με την κόρη του Τσάρου Ιβάν Ασέν Β΄, Ελένη. Μέχρι το 1261, είχε γίνει Δεσπότης, υψηλόβαθμος ευγενής στην Βουλγαρική ιεραρχία. Ο τίτλος του απονεμήθηκε πιθανά από τον δικό του άρχοντα, τον ηγεμόνα της Βουλγαρίας, παρά τον Βυζαντινό αυτοκράτορα,[2] πιθανά τον Κωνσταντίνο Τιχ.[3] Ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ ήταν κοντά στην Βουλγαρική αυλή και δήλωσε υποταγή στον Κωνσταντίνο Α΄. Έτσι, ο τσάρος τον έκανε ηγεμόνα μιας κτίσης που συνήθως θεωρούνταν ότι ήταν νότια από την περιφέρεια του Βίντιν στη δυτική Βουλγαρική Αυτοκρατορία.[2] Βυζαντινές πηγές αναφέρουν για τις κτίσεις του ότι βρίσκονταν «κοντά στον Αίμο», συνεπώς κοντά στην Σόφια,[3] μεταξύ των Ουγγρικών κτίσεων στα βόρεια και την Μακεδονία στα νότια.[4]

Το 1261, διοίκησε τις Βουλγαρικές δυνάμεις σε ένα πόλεμο εναντίον της Ουγγαρίας κοντά στο Σεβερίν (δυτική Βλαχία), και το 1262 πιθανά πολέμησε εναντίον του Βυζαντίου, όταν ο Βυζαντινός στρατός εισέβαλε στα εδάφη του τον επόμενο έτος κατά τη διάρκεια μια αντιβουλγαρικής εκστρατείας. Οι αδιάρρηκτοι δεσμοί του Γιακόβ Σβέτοσλαβ με τη Ρωσική πατρίδα του μαρτυράται από το αίτημά του προς τον Βούλγαρο πατριάρχη. Ο Γιακόβ αιτήθηκε τη λήψη ενός αντιγράφου του Νομοκανόνα που μετά στάλθηκε στον Κύριλλο Β΄, τον Μητροπολίτη του Κιέβου. Είχε ως παράρτημα μια επιστολή από τον Γιακόβ όπου ο ευγενής αποκαλεί τον μητροπολίτη «επίσκοπο όλης της Ρωσικής γης... των προγόνων μου». Το αντίγραφο τελειώνει με ένα απόσπασμα στο οποίο ο Γιακόβ αποκαλείται «Βούλγαρος δεσπότης».[5] Επίσης έκοψε δικά του νομίσματα που φέρουν ατελείς εικόνες του Αγίου Δημητρίου ή του Γιακόβ του ίδιου, ντυμένου ως πολεμιστή με κράνος και σπαθί.[3]

Ούγγρος και Βούλγαρος ηγεμόνας του Βίντιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Photograph of a medieval stone castle with two rectangular towers in the foreground
Το κάστρο Μπάμπα Βίντα στο Βίντιν θεωρείται ευρέως ότι ήταν η πρωτεύουσα του Γιακόβ Σβέτοσλαβ

Το 1263, η κατάσταση στη Βουλγαρία ήταν κάθε άλλο από σταθερή, καθώς ο Κωνσταντίνος Α΄ αντιμετώπιζε ταυτόχρονα την απειλή των διεκδικήσεων του προκατόχου του Μίτσο Ασέν και μια ευρείας κλίμακας Βυζαντινή εισβολή. Επειδή ο Κωνσταντίνος Α΄ δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει τον Γιακόβ εναντίον των προελαύνοντων Βυζαντινών, ο Γιακόβ ζήτησε βοήθεια από τον βόρειο γείτονά του, Ούγγρο βασιλιά Στέφανο Ε΄. Οι Ούγγροι απώθησαν τους Βυζαντινούς έξω από την περιοχή του Γιακόβ και οι ίδιοι εισέβαλαν σε εδάφη υπό Βυζαντινό έλεγχο. Έχοντας διασωθεί από την Βυζαντινή απειλή, ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ υποτάχθηκε στην Ουγγρική κυριαρχία.[6] Ο Στέφανος Ε΄ τον όρισε ως ηγεμόνα της επαρχίας του Βίντιν στον Δούναβη, που στο παρελθόν κυβερνιόταν για λογαριασμό της Ουγγαρίας από τον αποθανόντα Ροστισλάβ Μιχαήλοβιτς και του επέτρεψε να διατηρήσει τα εδάφη του στο νότο. Αν δεν διοριζόταν ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ ως Ούγγρος υποτελής στο Βίντιν, η Βουλγαρία θα είχε ανακτήσει τον έλεγχο στην πόλη το 1263.[7]

Στο 1264, ωστόσο, η Ουγγαρία καταβυθίστηκε σε ένα άλλο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Στέφανου Ε΄ και του πατέρα του Μπέλα Δ΄. Φοβούμενος την Βουλγαρική τιμωρία και την έλλειψη ουγγρικής στήριξης αν ο Μπέλα Δ΄ έβγαινε νικητής, το 1265 ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ άλλαξε την υποταγή του προς την Βουλγαρία και αναγνώρισε την εξουσία του Κωνσταντίνου Α΄ Τιχ. Οι δύο πέρασαν τον Δούναβη του 1265 και έκαναν έφοδο στα ουγγρικά φρούρια βόρεια του ποταμού. Μέχρι την άνοιξη του 1266, ωστόσο, ο Στέφανος Ε΄ είχε καθιερωθεί ως ο μοναδικός ηγεμόνας της Ουγγαρίας, και στις 23 Ιουνίου 1266, ανακατέκτησε το Βίντιν από τον Γιακόβ μετά από σύντομη πολιορκία. Δυο κύματα Ουγγρικών επιδρομών προχώρησαν καταστρέφοντας την επαρχία του Βίντιν και μπήκαν στις κτήσεις του Κωνσταντίνου Α΄.

Παρά την αντίσταση των Βουλγάρων, οι Ούγγροι υπέταξαν μια σειρά από πόλεις όπως το Πλέβεν. Παρά την προηγούμενη αποστασία του Γιακόβ Σβέτοσλαβ στην βουλγαρική κυριαρχία, οι Ούγγροι τον επανέφεραν ως κυβερνήτη-μαριονέτα της περιφέρειας του Βίντιν. Το 1266, αναφέρθηκε ακόμη και ως «τσάρος των Βουλγάρων» (imperator Bulgarorum)[8] σε ουγγρικές πηγές, ενδεχομένως, για να ενθαρρυνθεί η αντιπαλότητα μεταξύ του Κωνσταντίνου Α΄ και του Γιακόβ Σβέτοσλαβ για το βουλγαρικό θρόνο ή απλώς για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες του Γιακόβ.[9]

Τελική υποταγή στη Βουλγαρία και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θάνατος του Στεφάνου Ε΄ το 1272 σήμαινε ότι τον διαδεχόταν το βρέφος γιος του Λαδίσλαος Δ΄, με την χήρα σύζυγό του και μητέρα του αγοριού, Ελισάβετ, ως αντιβασίλλισα. Εκείνη την εποχή, ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ διατηρούνταν ακόμη στο Βίντιν ως Ούγγρος υποτελής. Πιθανώς το 1273, η Ουγγρική ηγεμονία στο Μπρανίτσεβο, δυτικά των κτήσεων του Γιακόβ, τέθηκε σε τέρμα από δύο Κουμάνους-Βούλγαρους ευγενείς, τους Νταρμάν και Κουντελίν. Απομονωμένος από τους Ούγγρους κυριάρχους του και αντιμετωπίζοντας την απειλή μίας Βουλγαρικής επίθεσης από τα ανατολικά, ο Γιακόβ Σβέτοσλαβ για άλλη μια φορά υποτάχθηκε στην Βουλγαρία. Έφτασε στο Τάρνοβο για να διαπραγματευτεί την υποταγή του με την βασιλική σύζυγο του Κωνσταντίνου Α΄, Μαρία Καντακουζηνή, που ήταν η κυρίαρχη φιγούρα στο βασίλειο εκείνη την εποχή, λόγω της παράλυσης του τσάρου. Εκεί, ο Ιακώβ εγκρίθηκε επισήμως από την πολύ νεότερη[10] Μαρία ως δεύτερος γιος της, μετά το βρέφος διάδοχο Μιχαήλ Β΄. Αυτή η υιοθεσία σταθεροποίησε τους δεσμούς του με την Αυλή και σήμαινε ότι θα μπορούσε να διατηρήσει με ασφάλεια την αυτόνομη κτήση του ως Βούλγαρος υποτελής. Ο ίδιος έτρεφε επίσης ελπίδες να ανέβει στο θρόνο με τον παραμερισμό του Μιχαήλ Β΄, όταν ο Κωνσταντίνος Α΄ πέθαινε.[11] Υποψιασμένη για αυτές τις άπιστες προθέσεις του Γιακόβ, η σύζυγος του Κωνσταντίνου Α΄ Μαρία πιστεύεται, ότι τον δηλητηρίασε[12] και πέθανε το 1275 ή 1276/1777, λίγο πριν από την Εξέγερση του Ιβάιλο.[10]

Αν και η τύχη της πόλης του ίδιου του Βίντιν είναι ασαφής, τουλάχιστον ένα μέρος των κτήσεων του Γιακόβ σίγουρα αποκαταστάθηκε άμεσα στην κυριαρχία του βουλγαρικού κράτους στον απόηχο του θανάτου του. Ένα τέτοιο έδαφος ήταν η περιφέρεια του Σεβρλίγκ που βρίσκεται νοτιοδυτικά του Βίντιν, η οποία το 1278 είχε τεκμηριωθεί ότι ανήκε στη Βουλγαρία.[13]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 27  Νοεμβρίου 2018.
  2. 2,0 2,1 2,2 Fine, p. 175.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Павлов.
  4. Златарски, p. 499.
  5. Златарски, pp. 501–502.
  6. Engel, p. 175.
  7. Fine, pp. 176–177.
  8. Златарски, p. 508.
  9. Fine, pp. 178–179.
  10. 10,0 10,1 Павлов.
  11. Fine, pp. 181–183.
  12. Бакалов.
  13. Fine, p. 183.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Engel, Pál; Andrew Ayton; Tamás Pálosfalvi (2005). Andrew Ayton, επιμ. The realm of St. Stephen: a history of medieval Hungary, 895–1526. I.B.Tauris. ISBN 978-1-85043-977-6. 
  • Fine, John Van Antwerp (1994). The Late Medieval Balkans: A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest. University of Michigan Press. σελίδες 175–184. ISBN 978-0-472-08260-5. 
  • Бакалов, Георги; Милен Куманов (2003). «Яков Светослав (неизв.–около 1276)». Електронно издание "История на България" (CD) (στα Βουλγαρικά). София: Труд, Сирма. ISBN 954528613X. 
  • Златарски, Васил (1970). «Отношенията къмъ Маджарско и Византия при царь Константинъ Асѣня». Στο: Петър Хр. Петров. История на българската държава през средните векове (στα Bulgarian). София: Наука и изкуство. OCLC 405296440. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  • Павлов, Пламен (2005). «Руски "бродници", политически бегълци и военачалници през XII-XIV в.». Бунтари и авантюристи в средновековна България (HTML) (στα Βουλγαρικά). Варна: LiterNet. ISBN 954-304-152-0.