Βαλτόκιρκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βαλτόκιρκος
Ενήλικος θηλυκός βαλτόκιρκος
Ενήλικος θηλυκός βαλτόκιρκος
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae) Vigors, 1824
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae)
Γένος: Κίρκος (Circus) Lacépède, 1799 M
Είδος: C. cyaneus
Διώνυμο
Circus cyaneus (Κίρκος ο κυανούς)
(Linnaeus, 1766)
Υποείδη

Circus cyaneus cyaneus
Circus cyaneus hudsonius

Ο Βαλτόκιρκος είναι ημερόβιο αρπακτικό πτηνό, ένας από τους κίρκους που απαντούν και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Circus cyaneus και περιλαμβάνει 2 υποείδη. [1]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος C. c. cyaneus (Linnaeus, 1766). [2]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, Circus, είναι εκλατινισμένη απόδοση της ελληνικής Κίρκος η οποία, πιθανότατα, είναι προϊόν ονοματοποιίας (πρβλ. κρεξ «πουλάδα»). [4]

Ο όρος cyaneus (cȳănĕus, -a, -um) στην επιστημονική ονομασία του είδους προέρχεται από την ελληνική, κυανούς ή κύανος [5] «σκούρος κυανός, κυανός στο χρώμα της θάλασσας» και, μάλιστα, είναι καταγραμμένη με αναφορά στον Πλίνιο (cyaneo colore avis, Plin. 10, 32, 47, § 89: stagna, Prud. Psych. 858), [6] Ο όρος παραπέμπει στην ελαφρά κυανογκρίζα απόχρωση του φτερώματος, αλλά βέβαια, κατ’ουδένα τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ότι ο χρωματισμός του πτηνού είναι κυανός. [7] Η αγγλική ονομασία του είδους (Hen Harrier), σχετίζεται με τις διατροφικές του προτιμήσεις στα ορνιθόμορφα, [i] ενώ η ελληνική παραπέμπει στον κυριότερο οικότοπο του πτηνού.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο, ως Falco cyaneus, το 1766 και μεταφέρθηκε στο γένος Circus από τον Γάλλο φυσιοδίφη, Μ. Λασεπέντ (Bernard-Germain-Étienne de La Ville-sur-Illon, comte de Lacépède, 1756 – 1825), το 1799

Μερικοί ερευνητές θεωρούν ότι, το αμερικανικό υποείδος Circus cyaneus hudsonius πρέπει να αναβαθμιστεί στο ξεχωριστό είδος Circus hudsonius. [8] Όμως, η άποψη αυτή, δεν έχει γίνει αποδεκτή παγκοσμίως, [9] και η Διεθνής Ορνιθολογική Επιτροπή, έχει έντονες αμφιβολίες για την υιοθέτησή της. [10] Σύμφωνα με μοριακές μελέτες, οι γενετικές διαφορές μεταξύ των δύο υποειδών είναι πολύ μικρές, επομένως, μέχρι τώρα δεν παρέχεται κάποια στέρεη βάση για μια σαφή απόφαση υπέρ του διαχωρισμού τους. [11]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του είδους Circus cyaneus
Πράσινο σκούρο = Όλο το έτος (επιδημητικό)
Πράσινο ανοικτό = Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής
Μπλε = Περιοχές διαχείμασης
σημ. Στον χάρτη εμφανίζεται μόνον η εξάπλωση του ευρωπαϊκού υποείδους C. c. cyaneus

Το είδος εμφανίζει ευρύ φάσμα κατανομής κυρίως στο Βόρειο ημισφαίριο, ενώ κατά την μετανάστευση απαντά και στην Κεντρική Αμερική (οικοζώνες: Παλαιαρκτική, Αφροτροπική Ινδομαλαϊκή, Νεαρκτική και Νεοτροπική).

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βαλτόκιρκος αναπαράγεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, είτε ως μόνιμος (επιδημητικός) κάτοικος, είτε ως καλοκαιρινός επισκέπτης και απουσιάζει μόνον από την Ισλανδία. Οι περιοχές αναπαραγωγής στην Ασία, βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά σε όλη τη Σιβηρία, όπου ματαναστεύει τους καλοκαιρινούς μήνες, καθώς και σε περιοχές του Καζακστάν, της Μογγολίας και της ΒΑ Κίνας. Στην Αμερική, η αναπαραγωγή γίνεται όλο το χρόνο ή/και το καλοκαίρι σε όλο σχεδόν τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, συμπεριλαμβανομένης της Αλάσκας.

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος. Στην Ευρώπη βρίσκονται κυρίως στα Βαλκάνια, σε μεγάλο μέρος της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιβηρικής. Στην Ασία, οι περιοχές διαχείμασης περιλαμβάνονται σε μία ζώνη που ξεκινάει από τη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή και μέσω του Καυκάσου, του Ιράκ, του Ιράν, της περιοχής των Αλτάι και του Θιβέτ, φθάνει ανατολικά μέχρι την Κίνα, το Βιετνάμ, την Κορέα και όλη την Ιαπωνία.

Στην Αμερική η διαχείμαση γίνεται σε κάποιες μικρές περιοχές, στα βορειοδυτικά σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, στις ΝΑ. ΗΠΑ, στο Μεξικό, στα νησιά της Καραϊβικής και, σε όλη την Κ. Αμερική, (σπάνια μέχρι την Κολομβία και τη Βενεζουέλα, περνώντας στη νοτιοαμερικανική ήπειρο). Στην Αφρική, τέλος, οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται σε κάποιους θύλακες στο Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, τη Λιβύη και την Αίγυπτο, συμπεριλαμβανομένης της χερσονήσου του Σινά.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Circus cyaneus cyaneus Ευρώπη και B Ασία, ανατολικά προς ρωσική Άπω Ανατολή, Ν Γεωργία και, ενδεχομένως, ΒΑ Τουρκία, Καζακστάν, Κιργιζία και ΒΔ Κίνα (Σιντζιάνγκ) Ευρώπη και ΒΔ Αφρική, ανατολικά μέσω Τουρκίας προς Μέση Ανατολή, Κίνα, Κορέα και Ιαπωνία Είναι το υποείδος του Παλαιού Κόσμου
2 Circus cyaneus hudsonius Βόρεια Αμερική, νότια μέχρι Μπάχα Καλιφόρνια (ΒΔ Μεξικό) και ΝΑ Βιρτζίνια Κεντρική Αμερική μέχρι Παναμά, σπάνια μέχρι Β Νότια Αμερική (Κολομβία και Βενεζουέλα Είναι το αμερικανικό υποείδος (για διαφορές από το 1, βλ. Μορφολογία)

Πηγές: [12] [13][14][15] [16]

(σημ. με έντονα γράμματα τα υποείδη που απαντούν στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος αρσενικός βαλτόκιρκος (υποείδος C. c. cyaneus)

Ο βαλτόκιρκος θεωρείται, γενικότερα, πλήρως αποδημητικό πτηνό σε μεγάλη έκταση του φάσματος κατανομής του, αν και σε μερικές επικράτειες είναι επιδημητικό είδος. Η φθινοπωρινή αποδημία στην Ευρώπη ξεκινάει στα τέλη Αυγούστου, φθάνοντας στην κορύφωσή της τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, ενώ η εαρινή αρχίζει από τα τέλη Φεβρουαρίου και τελειώνει στα τέλη Απριλίου ή στις αρχές Μαΐου. Το μεταναστευτικό ταξίδι πραγματοπoιείται σε ευρύ μέτωπο. [17] Στην περιοχή του Νεπάλ απαντά μέχρι τα 3.000 μ. κατά την διάρκεια του χειμώνα και μέχρι τα 5.400 μ. κατά την μετανάστευση. [18]

Τυχαία, περιπλανώμενα άτομα έχουν φθάσει μέχρι την Ισλανδία και τα νησιά Φερόες, τη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη, τη Σενεγάλη και το Σουδάν. [19]

  • Στην Ελλάδα, ο βαλτόκιρκος δεν φωλιάζει και απαντά μόνον ως χειμερινός επισκέπτης, [20][21] [22] είτε ως διαβατικό, μεταναστευτικό πτηνό [23][24] (βλ. και Κατάσταση στην Ελλάδα). Από την Κρήτη αναφέρεται ως διαβατικό πτηνό [25] και από την Κύπρο ως διαβατικός και χειμερινός επισκέπτης. [26]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βαλτόκιρκος απαντά σε μεγάλες ανοικτές, υγρές περιοχές που περιλαμβάνουν τυρφώνες, παρόχθια δάση, ελώδη λιβάδια, υφάλμυρους βάλτους και παλιά, υγρά χωράφια. Επίσης, σε ξηρά υψίπεδα -συμπεριλαμβανομένων των ορεινών λιβαδιών-, αποξηραμένους βαλτότοπους, καλλιεργήσιμες εκτάσεις μέχρι τα όρια της τάιγκας, όξινα εδάφη με χαμηλή βλάστηση (moorland) και στέπες, περιοχές που γειτνιάζουν με κωνοφόρα και, ειδικά στην Δ. Ευρώπη, χωράφια με δημητριακά. [27] Τείνει να αποφεύγει τις περιοχές με συνεχή, πυκνά δάση, ενώ οι μεγαλύτερες συναθροίσεις συνήθως συνδέονται με μεγάλες εκτάσεις οικοτόπων χωρίς όχληση, που κυριαρχούνται από την ανάπτυξη πυκνής βλάστησης. [28]

Τα ενδιαιτήματα αναπαραγωγής μπορεί, επίσης, να ποικίλλουν ανάλογα με την επικράτεια. Για παράδειγμα, στην Ολλανδία, από τους 38 τόπους φωλιάσματος, οι 23 βρίσκονταν σε ημιδασώδεις περιοχές, οι 11 σε μικρά ξέφωτα υγρών δασικών περιοχών και οι 4 σε ανοικτούς οικοτόπους, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από καλαμώνες και θάμνους με βάτα (Rubus spp.). [29] Στη Γερμανία (Κάτω Σαξονία), από 27 τόπους φωλιάσματος, οι 6 ήταν σε βάλτους, ή υγρά λιβάδια, οι 17 σε υγρούς τυρφώνες (bogs), ο ένας σε ερεικώνες και οι 3 σε καλλιέργειες με σιτηρά.

  • Στην Ελλάδα, οι βαλτόκιρκοι παρατηρούνται σε ποικιλία ενδιαιτημάτων κατά την μετανάστευση (π.χ. ψηλά βουνά, βραχώδη φαράγγια), ενώ κατά την διάρκεια του χειμώνα κατεβαίνουν σε επίπεδες, ανοικτές περιοχές, όπως αγροτικές εκτάσεις και λιβάδια, κατά προτίμηση κοντά σε υγροτόπους. [30]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος θηλυκός βαλτόκιρκος εν πτήσει (κοιλιακή όψη) (υποείδος C. c. cyaneus)

Ο βαλτόκιρκος είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ευρωπαϊκός κίρκος, ελαφρά μεγαλύτερος από τον λιβαδόκιρκο, αλλά μικρότερος από τον καλαμόκιρκο. Το ουροπύγιο είναι λευκό και στα δύο φύλα, μια ειδοποιός διαφορά από τον καλαμόκιρκο στην παρατήρηση πεδίου. Οι πτέρυγες και η ουρά είναι λεπτές και μακριές. Μάλιστα, στην Βόρεια Αμερική, είναι το αρπακτικό πτηνό με τίς μακρύτερες πτέρυγες και την μακρύτερη ουρά, σε σχέση με το σώμα του. Η ίριδα, το κήρωμα και οι άπτεροι ταρσοί είναι κίτρινα στα ενήλικα πουλιά, ενώ το ράμφος και οι γαμψώνυχες είναι μαύρα. Όπως και οι άλλοι κίρκοι εμφανίζει έντονο φυλετικό διμορφισμό, με τα αρσενικά να είναι μικρότερα, ελαφρύτερα και με πιο φωτεινά χρώματα από τα θηλυκά.

Στο αρσενικό, το κεφάλι, ο λαιμός, το άνω τμήμα του κορμού, το πάνω μέρος των δευτερευόντων και των έσω πρωτευόντων ερετικών φτερών, όπως και το πάνω μέρος της ουράς είναι γκρίζα, με κάποια ελαφρά μπλέ απόχρωση. Τα μεσαία και έξω πρωτεύοντα ερετικά είναι μαύρα, ενώ στην κάτω επιφάνεια της πτέρυγας διακρίνεται λεπτή σκούρα γραμμή οριοθέτησης (trailing edge). Γενικά, είναι σχεδόν ολόκληρο γκρίζο στο πάνω μέρος, χωρίς το καφέ χρώμα του καλαμόκιρκου. Το κάτω μέρος είναι γκριζόασπρο, που έρχεται σε έντονη αντίθεση με το γκριζοκυανό άνω μέρος του στήθους.

Το θηλυκό είναι καφετί/καφεκίτρινο σε διάφορες αποχρώσεις με κάθετες γραμμές ή πιτσιλιές στο κάτω μέρος του σώματος. [31] Η άνω επιφάνεια χαρακτηρίζεται από τέσσερα χρώματα: καφέ κεφάλι και ωμοπλάτη, γκρίζα δευτερεύοντα ερετικά φτερά, μαύρα πρωτεύοντα στις άκρες τους και λευκό ουροπύγιο. Η ουρά εμφανίζει σκούρες, κατά πλάτος ραβδώσεις.

Τα νεαρά άτομα είναι όμοια με τα θηλυκά, αλλά έχουν ακόμη πιο καφεκίτρινη κάτω επιφάνεια σώματος, με λιγότερες στίξεις, ιδιαίτερα στην κοιλιά. [32] Πολύ δύσκολα ξεχωρίζουν από τα θηλυκά του λιβαδόκιρκου και του στεπόκιρκου. [33] Η ίριδα είναι γκρι-μπλε και οι ταρσοί τους είναι ροζ.

  • Τόσο στα θηλυκά, όσο και στα νεαρά άτομα, η αντίθεση που κάνει το λευκό ουροπύγιο με την καφέ άνω επιφάνεια του σώματος είναι τέτοια που, τα πουλιά μοιάζουν να φοράνε «δακτυλίδι στην ουρά», γι’ αυτό και αποκαλούνται χαρακτηριστικά, «ringtails»
  • Το υποείδος C. c. hudsonius έχει το εμπρόσθιο τμήμα του λαιμού και το πάνω μέρος του στήθους γκριζόλευκα με ενδιάμεσο καφέ που κάνει αντίθεση με τον γενικότερο κυανόγκριζο χρωματισμό του πτερώματος στο αρσενικό, ενώ το θηλυκό έχει σκουρότερη κάτω επιφάνεια σώματος.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (41-) 45 έως 52 (-55) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: (97-) 105 έως 118 (-122) εκατοστά
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: 32,8 – 40,6 εκατοστά
  • Μήκος ουράς: 19,3 – 25,8 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: 7,1 – 8,9 εκατοστά
  • Βάρος: ♂ 290-400 γραμμάρια, ♀ 370-710 γραμμάρια

(Πηγές: [34][35][36][37][38][39][40][41][42][43][44][45][46][47])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καλαμόκιρκοι κυνηγούν κατά κύριο λόγο μικρά θηλαστικά-έως και 95%- , [48] όπως κάνουν οι περισσότεροι κίρκοι. Τα προτιμώμενα είδη θηραμάτων μπορεί να περιλαμβάνουν ποντίκια, χωραφοπόντικες, αρουραίους και σκίουρους εδάφους. Ωστόσο, και πουλιά θηρεύονται αρκετές φορές, ειδικά από τα αρσενικά, όπως στρουθιόμορφα (σπουργίτια, κορυδαλλοί, κελάδες), μικρά παρυδάτια και νεοσσοί των υδρόβιων πτηνών και ορνιθόμορφων. Η συμπλήρωση της διατροφής, κατά καιρούς, γίνεται με αμφίβια (βάτραχοι), ερπετά και έντομα (κυρίως Ορθόπτερα). [49]

Μεγαλύτερα θηράματα, όπως κουνέλια και πάπιες συλλαμβάνονται μερικές φορές, με τις δεύτερες, να έχει παρατηρηθεί ότι, οι βαλτόκιρκοι προσπαθούν να τις θανατώσουν με πνιγμό κάτω από την επιφάνεια του νερού. [50]

Μέθοδοι κυνηγιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βαλτόκιρκος κυνηγάει, αιφνιδιάζοντας το θήραμα, το οποίο συλλαμβάνει σε μικρή απόσταση από την επιφάνεια του εδάφους, ενώ σπάνιες φορές κυνηγάει από θέση επόπτευσης χώρου (perching post). Πολλές φορές κάνει κύκλους σε μία συγκεκριμένη περιοχή αναζητώντας λεία. [51]

  • Οι βαλτόκιρκοι χρησιμοποιούν την ακοή τους κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, διότι έχουν ανεπτυγμένη τη συγκεκριμένη αίσθηση σε σχέση με άλλα ημερόβια αρπακτικά. Αυτό φαίνεται να οφείλεται στο, σχετικά, δισκοειδές σχήμα του κεφαλιού τους, που παραπέμπει σε γλαυκόμορφα πτηνά. [52]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος αρσενικός βαλτόκιρκος (κοιλιακή όψη) (υποείδος C. c. hudsonius)

Ο βαλτόκιρκος εμφανίζει το χαρακτηριστικό πέταγμα των κίρκων, πετάει δηλαδή χαμηλά πάνω από το έδαφος, με τις πτέρυγες ανορθωμένες σε σχήμα V. Το πέταγμά του είναι λίγο «ελαφρύτερο» από του καλαμόκιρκου, [53] αλλά με γρηγορότερα φτεροκοπήματα. [54]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζευγάρωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος αναπαραγωγής του βαλτόκιρκου ξεκινάει από τα τέλη Απριλίου στις νότιες επικράτειες, μέχρι τις αρχές Ιουνίου στις βόρειες. Εάν καταστραφεί το πρώτο φώλιασμα, υπάρχει πιθανότητα να επαναληφθεί κατόπιν. [55] Ο απαραίτητος ζωτικός χώρος αναπαραγωγής είναι, κατά μέσον όρο 2,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα. [56]

  • Πρόκειται για ένα από τα λίγα αρπακτικά που είναι γνωστό ότι εφαρμόζει την πολυγαμία, δηλαδή ένα αρσενικό μπορεί να ζευγαρώνει με πολλά θηλυκά, ιδιαίτερα στο αμερικανικό υποείδος, κατά την περίοδο μεγάλης επάρκειας σε τροφικούς πόρους. Μέχρι πέντε [57] ή και επτά [58] θηλυκά έχει παρατηρηθεί να έχουν ζευγαρώσει με ένα (1) αρσενικό σε μια σεζόν. Σ’ αυτές τις πολυγαμικές καταστάσεις, κάθε θηλυκό έχει την δική του φωλιά και το αρσενικό τείνει να επισκέπτεται κάθε θηλυκό ξεχωριστά. [59]

Οι εναέριες επιδείξεις και η προσφορά τροφής από τα αρσενικά φαίνεται να είναι οι κύριοι παράγοντες ενός θηλυκού στην επιλογή του συντρόφου. Μάλιστα, τα θηλυκά εγκαταλείπουν τους συντρόφους τους κατά τη διάρκεια της ερωτοτροπίας και την κατασκευή της φωλιάς εάν το αρσενικό δεν επιδεικνύεται αρκετά ή δεν παρέχει επαρκή τροφή. Πάντως, τα αρσενικά και τα θηλυκά δεν ζευγαρώνουν ισοβίως. Τα αρσενικά συνήθως επιστρέφουν στους τόπους αναπαραγωγής πριν από τα θηλυκά και αρχίζουν τις εναέριες επιδείξεις όταν τα καταφθάσουν τα πρώτα θηλυκά. Τα τελετουργικά είναι πιο έντονα και πιο συχνά κατά τα έτη που η τροφή είναι άφθονη, και περιλαμβάνουν σειρά από κυματιστές πτήσεις σχήματος U, σε ύψος που κυμαίνεται από 10 μέτρα έως 300 μέτρα πάνω από τη γύρω περιοχή ενώ, μερικές φορές, καλύπτουν αποστάσεις έως και ένα χιλιόμετρο ή και περισσότερο. Τα αρσενικά πετούν προς τις δυνητικές θέσεις φωλιάσματος στο τέλος της ερωτοτροπίας, και τα ενδιαφερόμενα θηλυκά τούς ακολουθούν. [60]

Φωλιά και γέννα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είτε το αρσενικό ή το θηλυκό επιλέγει την περιοχή φωλιάσματος, ενώ και οι δύο εταίροι συμμετέχουν στην κατασκευή της φωλιάς, που διαρκεί από αρκετές ημέρες έως αρκετές εβδομάδες. Μάλιστα, κάποια ζευγάρια συνεχίζουν να προσθέτουν υλικό, ακόμη και κατά την διάρκεια της επώασης και, μερικές φορές, έως ότου οι νεοσσοί είναι τριών έως τεσσάρων εβδομάδων σε ηλικία. [61] Στα προτιμώμενα αναπαραγωγικά ενδιαιτήματα (βλ. Βιότοπος), η φωλιά κατασκευάζεται πάνω στο έδαφος ή σε ένα σωρό από χώμα ή χόρτα και, συνήθως, υπό κάλυψη σε υψηλή βλάστηση ή θάμνους. Παρά το γεγονός ότι, συχνά επιστρέφουν στην ίδια ευρύτερη περιοχή, οι βαλτόκιρκοι δεν χρησιμοποιούν την ίδια φωλιά κάθε χρόνο. Κάποιες φορές, τα ζευγαρώματα γίνονται σε χαλαρές, ολιγομελείς αποικίες. [62] Το κτίσιμο της φωλιάς γίνεται κυρίως από το θηλυκό, σε ένα ξερό σημείο, με την τοποθέτηση ενός λεπτού στρώματος από μικρά κλαδιά ή καλάμια, επιστρωμένο με γρασίδι. Αν η κατασκευή γίνει πάνω σε υγρό έδαφος, τότε η φωλιά είναι συνήθως μεγαλύτερη. [63]

Ενήλικος θηλυκός βαλτόκιρκος στον οικότοπό του (υποείδος C. c. hudsonius)

Η γέννα αποτελείται από (3-) 4 έως 6, κάποιες φορές μέχρι και 12 υποελλειπτικά αβγά, διαστάσεων 46,2 Χ 35,3 χιλιοστών και βάρους 31 γραμμαρίων, εκ των οποίων ποσοστό 8% είναι κέλυφος. [64] Η εναπόθεση γίνεται με διαστήματα 2 ή και περισσοτέρων ημερών και η επώαση -που ξεκινάει είτε από το δεύτερο είτε από το τέταρτο αβγό-, πραγματοποιείται αποκλειστικά από το θηλυκό, και διαρκεί 29-39 ημέρες, με το αρσενικό να εφοδιάζει με τροφή. [65][66]

Νεοσσοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εκκόλαψη, την σίτιση των φωλεόφιλων νεοσσών αναλαμβάνει το θηλυκό, για 12-14 ημέρες. Στην συνέχεια, το θηλυκό ξοδεύει λιγότερο χρόνο στη φωλιά κατά την διάρκεια της ημέρας, αλλά συνεχίζει να σιτίζει τους νεοσσούς το βράδυ για άλλες 2 εβδομάδες, περίπου. Το αρσενικό παρέχει τροφή στο θηλυκό όταν είναι στην φωλιά και καλεί από μακριά καθώς πλησιάζει τη φωλιά. Την δίνει στο θηλυκό εν πτήσει, χωρίς να προσγειωθεί στη φωλιά και, εάν χρειαστεί να μείνει κοντά στα μικρά, δεν το κάνει για περισσότερο από 5 λεπτά. [67][68] Όταν το θηλυκό δεν είναι στην φωλιά, το αρσενικό ρίχνει την τροφή πάνω στη φωλιά, από ψηλά χωρίς να σιτίζει άμεσα τους νεοσσούς.

  • Τα θηλυκά που ζευγαρώνουν με πολυγαμικά αρσενικά λαμβάνουν, εύλογα, λιγότερη τροφή από τους συντρόφους τους, σε σχέση με τα μονογαμικά ζευγάρια, οπότε αρχίζουν το κυνήγι νωρίτερα κατά την περίοδο ανατροφής των νεοσσών. Ως αποτέλεσμα, οι νεοσσοί στις «πολυγαμικές» φωλιές είναι πιο επιρρεπείς σε θήρευση από τα περιπλανώμενα αρπακτικά ζώα. [69]

Οι νεοσσοί αποκτούν το πρώτο τους πτέρωμα στις 14 ημέρες και το ολοκληρώνουν στις 35-42 ημέρες. [70] Από την στιγμή που γίνονται δύο εβδομάδων, αρχίζουν να περπατούν και να κάνουν μικρά πηδήματα, κοντά στην φωλιά, έως 15 μ. από αυτήν. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, βγαίνουν από τη φωλιά, παραμένουν κρυμμένοι στην παρακείμενη βλάστηση και έρχονται πίσω μόνον όταν οι γονείς φέρνουν τροφή. [71] Μετά την πτέρωση (fledging), συνήθως κουρνιάζουν μαζί τη νύχτα και περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σε κρυψώνες. Τα αδέλφια, συχνά, πετάνε μαζί και κυνηγούν το ένα το άλλο, ιδιαίτερα όταν οι ενήλικες επιστρέφουν στη φωλιά με το θήραμα. Οι γονείς δίνουν την λεία στον αέρα και ο πιο δυνατός νεοσσός την λαμβάνει, παρεμποδίζοντας τους άλλους. Οι γονείς συνεχίζουν να παρέχουν τροφή για δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά την πτέρωση, ενώ οι νεοσσοί δαπανούν λιγότερο από μία ώρα κάθε μέρα στο να κυνηγούν οι ίδιοι και, σπάνια, πιάνουν τη λεία από μόνοι τους πριν ανεξαρτητοποιηθούν. Οι μικρότεροι νεοσσοί, είναι πολύ πιθανόν να πεθάνουν νωρίς, κάτι που συμβαίνει συχνά στα ημερόβια αρπακτικά πτηνά. Το πρώτο πέταγμα πραγματοποιείται στις 37 ημέρες, περίπου, αλλά μένουν κοντά στους γονείς τους, που εξακολουθούν να τους εφοδιάζουν με τροφή, ενώ αργότερα, απλώς τους συνοδεύουν. Η ανεξαρτητοποίηση των νεαρών πουλιών, δεν είναι γνωστό πόσο διαρκεί, αλλά πιθανότατα παίρνει πολύ χρόνο (πιθανόν 2 έτη στα αρσενικά και 3 στα θηλυκά). [72]

  • Στην Ελλάδα ο Βαλτόκιρκος δεν φωλιάζει, αλλά έρχεται από τον Οκτώβριο στη χώρα για να ξεχειμωνιάσει, ενώ φεύγει και πάλι νωρίς τον Απρίλιο για τις περιοχές αναπαραγωγής (βλ. και Κατάσταση στην Ελλάδα). [73]

Προσδόκιμο επιβίωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σχετικά με το προσδόκιμο ζωής στους βαλτόκιρκους. Είναι γνωστό ότι η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής ήταν 16 έτη και 5 μήνες, αλλά,ακόμη και οι ενήλικες, ζουν σπάνια περισσότερο από 8 χρόνια, με τη θνησιμότητα στα πρώιμα στάδια της ζωής να συνδέεται με τη θήρευση. Την φωλιά τους λυμαίνονται ρακούν, κουνάβια, ασβοί, αλεπούδες, κορακοειδή, σκύλοι και κουκουβάγιες. [74]

Εάν κάποιο αρπακτικό πλησιάσει, και οι δύο γονείς αντιδρούν επιθετικά, με κραυγές συναγερμού και χτυπήματα με τα νύχια. Οι βαλτόμπουφοι είναι οι κύριοι φυσικοί εχθροί του είδους, αφού μοιράζονται τα ίδια ενδιαιτήματα και θηράματα, καθώς επίσης και έχοντας μια εξίσου ευρεία περιοχή εξάπλωσης. Περιστασιακά, κατά την αναζήτηση τροφής, τόσο οι βαλτόκιρκοι όσο και οι βαλτόμπουφοι, παρενοχλούν ο ένας τον άλλο μέχρι το θύμα να ρίξει τη λεία του και να κλαπεί, μια πρακτική που είναι γνωστή ως κλεπτοπαρασιτισμός (kleptoparasitism). Συνηθέστερα, οι επιτιθέμενοι επιδρομείς είναι οι βαλτόκιρκοι, παρά το αντίστροφο.

Θηλυκός Βαλτόκιρκος (ραχιαία όψη)

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί του βαλτόκιρκου είχαν μειωθεί σε πολλές περιοχές μεταξύ του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, λόγω της εκτεταμένης καταστροφής των αρχικών οικοτόπων με την αποστράγγιση και την εντατική γεωργική χρήση των πεδινών περιοχών, των τυρφώνων και χέρσων εδαφών, καθώς και από τη γενική εντατικοποίηση της χρήσης των ανοικτών τοπίων. Ενώ τα πληθυσμικά αποθέματα, στην Δ. και ΝΔ. Ευρώπη, έχουν σταθεροποιηθεί κυρίως μετά το 1990, σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ισπανία, [75], εν τούτοις, ο βαλτόκιρκος είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό εξαφανισμένος στην κεντρική ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Στις Κάτω Χώρες και την Γερμανία, από τα μέσα του 20ού αιώνα, καταβάλλεται προπάθεια για τη δημιουργία και διατήρηση μικρών πληθυσμών στα νησιά της Βόρειας Θάλασσας ενώ, επίσης, στην Πολωνία υπάρχουν ακόμη μικροί πληθυσμοί στις ποτάμιες πεδιάδες.

Παρόλ’ αυτά, ο βαλτόκιρκος σήμερα κατατάσσεται ως είδος Ελαχίστης ανησυχίας (LC) από την IUCN. [76]

Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγόμενους πληθυσμούς στην Ευρώπη, διαθέτουν η Ρωσία (χώρα-«κλειδί»), η Γαλλία, η Φινλανδία, η Ισπανία και η Σουηδία. [77]

Ενήλικος αρσενικός βαλτόκιρκος (ραχιαία όψη) (υποείδος C. c. cyaneus)

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βαλτόκιρκοι απαντούν σε όλη την επικράτεια είτε ως χειμερινοί επισκέπτες -κυρίως-, είτε ως διαβατικά μεταναστευτικά πτηνά, κατά το ταξίδι τους προς νοτιότερες περιοχές. Ωστόσο, παρατηρούνται σε ικανοποιητικούς αριθμούς, μόνο κατά την εαρινή μετανάστευση (αρχές Μαρτίου-αρχές Μαΐου), ενώ κατά την φθινοπωρινή είναι λίγο ή πολύ σπάνιοι. Σε μελέτη του 1987 στην Θράκη, από ένα σύνολο 90 μεταναστευτικών ατόμων, ποσοστό 41% ήταν ενήλικα αρσενικά και 59 %, ενήλικα θηλυκά ή νεαρά. Πολύ σπάνια παρατηρούνται βαλτόκιρκοι καταμεσίς του καλοκαιριού. [78]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, o Βαλτόκιρκος απαντά και με τις ονομασίες Λιμνογέρακο, Περιστερογέρακο. [79][80] Χειμωνόκιρκος και Ορνιθοσιάχινο (Κύπρος). [81]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Η αγγλική λέξη hen, αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, δεν σημαίνει μόνον «όρνιθα», «κότα», αλλά το θηλυκό φύλο πολλών πτηνών, ιδιαίτερα όλων των ορνιθόμορφων. Για παράδειγμα, οι θηλυκοί λαγόποδες, οι θηλυκές πέρδικες, οι θηλυκοί αγριόγαλοι κ.α., αποκαλούνται hens, σε αντιπαραβολή με τα αρσενικά που ονομάζονται cocks. [82]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 104
  2. Howard and Moore, p. 104
  3. http://www.iucnredlist.org/details/full/22727733/0
  4. ΠΛΜ, 34:422
  5. ΠΛΜ, 36:458
  6. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.2:6173.lewisandshort
  7. Wember
  8. Simmons
  9. Die Hudsonweihe bei Avibase
  10. IOC World Bird List, Greifvögel
  11. Kocum
  12. Howard and Moore, p. 104
  13. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22727733
  14. http://ibc.lynxeds.com/species/northern-harrier-circus-hudsonius
  15. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720330
  16. http://ibc.lynxeds.com/species/northern-harrier-circus-cyaneus
  17. planetofbirds.com
  18. Grimmett et al, p.126
  19. http://www.iucnredlist.org/details/full/22727733/0
  20. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  21. RDB, σ. 152
  22. ΣΠΕΕ, σ. 254
  23. Όντρια (Ι), σ. 83
  24. Χανδρινός Γιώργος (Ι), σ. 325
  25. Σφήκας, σ. 32
  26. Σφήκας, σ. 28
  27. Northern Harrier (Circus cyaneus)". Wildlife Fact Sheets. Texas Parks and Wildlife Department
  28. planetofbirds.com
  29. Bijlsma
  30. Handrinos & Akriotis, σ. 134
  31. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  32. Mullarney et al, p. 104
  33. Bruun , p. 84
  34. Ferguson-Lees & Christie
  35. Scott & Forrest, p. 64
  36. Harrison & Greensmith, p.94
  37. Singer, p. 132
  38. Grimmett et al, p. 126
  39. Flegg, p. 86
  40. Heinzel et al, p. 90
  41. Perrins, p. 96
  42. Bruun, p. 84
  43. Όντρια, σ. 83
  44. Mullarney et al, p. 104
  45. http://www.ibercajalav.net
  46. http://ibc.lynxeds.com/species/northern-harrier-circus-cyaneus
  47. planetofbirds.com
  48. Ryser
  49. Ferguson-Lees & Christie
  50. Ferguson-Lees & Christie
  51. Northern Harrier (Circus cyaneus)". Wildlife Fact Sheets. Texas Parks and Wildlife Department
  52. Ferguson-Lees & Christie
  53. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  54. Scott & Forrest, p. 64
  55. Harrison, p. 106-7
  56. Macwhirter & Bildstein
  57. Northern Harrier, Life History, All About Birds – Cornell Lab of Ornithology. Allaboutbirds.org
  58. planetofbirds.com
  59. planetofbirds.com
  60. planetofbirds.com
  61. planetofbirds.com
  62. Harrison, p. 106-7
  63. Harrison, p. 106-7
  64. http://app.bto.org/birdfacts/results/bob2610.htm
  65. Harrison, p. 107
  66. Northern Harrier (Circus cyaneus)". Wildlife Fact Sheets. Texas Parks and Wildlife Department
  67. Weidensaul
  68. Macwhirter & Bildstein
  69. planetofbirds.com
  70. Perrins, p. 96
  71. Harrison, p. 107
  72. Harrison, p. 107
  73. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  74. Wheeler & Clark
  75. Chief Constable reminds wildlife criminals of jail threat[dead link]
  76. http://www.iucnredlist.org/details/full/22727733/0
  77. http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp3407.pdf
  78. Handrinos & Akriotis, σ. 134
  79. Απαλοδήμος, σ. 37
  80. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 84
  81. http://avibase.bsc-eoc.org/
  82. http://dictionary.reference.com/browse/hen?s=t&path=/

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bijlsma R. G.: Ecologische Atlas van de Nederlandse Roofvogels. Schuyt & Co, Haarlem 1993, ISBN 90-6097-348-8: S. 104
  • Ferguson-Lees, J.; Christie, D. (2001). Raptors of the World. London: Christopher Helm. ISBN 0-7136-8026-1.
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Kocum Α.: Phylogenie der Accipitriformes (Greifvögel) anhand verschiedener nuklearer und mitochondrialer DNA-Sequenzen. Dissertation an der Ernst-Moritz-Arndt-Universität Greifswald, 2006: S. 164–169.
  • Macwhirter, R., K. Bildstein. 1996. Northern Harrier. The Birds of North America, 210: 1–25.
  • Ryser, F. 1985. Birds of the Great Basin: A Natural History. Reno, Las Vegas: University of Nevada Press ISBN 087417080X
  • Simmons u. a. R. E.: Harriers of the world: their behaviour and ecology. Oxford University Press, 2000. ISBN 0-19-854964-4
  • Weidensaul Scott (1996). Raptors: the birds of prey. Lyons & Burford. ISBN 978-1-55821-275-6.
  • Wember Viktor: Die Namen der Vögel Europas – Bedeutung der deutschen und wissenschaftlichen Namen, Aula-Verlag, Wiebelsheim 2007, ISBN 978-3-89104-709-5: S. 98
  • Wheeler, B., W. Clark. 1995. A Photographic Guide to North American Raptors. San Diego: Academic Press Inc ISBN 071366763X

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Χανδρινός Γ. και Δημητρόπουλος Α.: Τα Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδ. Ευσταθιάδης, Αθήνα, 1982
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»