Βάθεια Λακωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°27′13″N 22°27′59″E / 36.45361°N 22.46639°E / 36.45361; 22.46639

Βάθεια
Άποψη της Βάθειας, από τη νότια πλευρά του οικισμού.
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Βάθεια
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα[1]
ΔήμοςΑνατολικής Μάνης
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΛακωνίας
Υψόμετρο180 μέτρα
Πληθυσμός6 (2011)
Ταχ. κωδ.230 71
Τηλ. κωδ.2733

Η Βάθεια είναι χωριό στην χερσόνησο της Μάνης, στο νοτιοδυτικό άκρο της Λακωνίας, αποτελεί χωριό και οχυρωμένο οικισμό του Δημοτικού διαμερίσματος Βάθειας. Ο πληθυσμός του οικισμού ήταν 6 κάτοικοι κατά την απογραφή του 2011 ενώ ο πληθυσμός της ευρύτερης κοινότητά ήταν 316 κάτοικοι.[2] Διοικητικά ανήκε στο Δήμο Οίτυλου έως το 2011 ενώ με την διοικητική μεταρρύθμιση που επέφερε το Πρόγραμμα «Καλλικράτης» εντάχθηκε στο νέο δήμο Ανατολικής Μάνης. Είναι γνωστή για τους πολλούς πανύψηλους πύργους που κυριαρχούν στον λόφο σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βάθεια βρίσκεται στο νότιο άκρο της χερσονήσου της Μάνης, 7 χιλιόμετρα βόρεια του Ταινάρου. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 174 μέτρων, στην κορυφή λόφου. Τα κοντινότερα χωριά είναι η Κυπάρισσος, τα Άλικα Λακωνίας και ο Γερολιμένας Λακωνίας στα βορειοδυτικά και η Λάγια Λακωνίας στα βορειοανατολικά. Συνδέεται οδικώς με την Αρεόπολη, την Καλαμάτα και το Ακρωτήριο Ταίναρο. Στα βορειοανατολικά του οικισμού βρίσκονται τα όρη Σανγκίας, στις πλαγιές τους κυριαρχεί η βλάστηση της Μακίας. Στους γύρω λόφους που είναι γνωστοί ως "Περίχωρα" υπάρχουν πλήθος από εγκαταλειμμένα σπίτια, πυργίσκοι και ξωκλήσια. Υπάρχουν τρεις εγκαταλελλειμμένοι μικροοικισμοί γύρω από τη Βάθεια, ο Γουλάς, ο οποίος βρίσκεται 800 μέτρα βορειοδυτικά του χωριού, τα Κστακιάνικα Καλύβια και τα Πετομονιάστικα. Περίπου 1,5 χιλιόμετρο δυτικά της Βάθειας βρίσκονται δύο μικρά αραξοβόλια τα οποία είναι γνωστά ως Μέσα και Όξω Κάποι.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του οικισμού

H Βάθεια αναφέρεται για πρώτη φορά από Βενετική διπλωματική αποστολή (1571).[4] Μια πρώτη ανεπίσημη απογραφή πραγματοποίησε ο εκπρόσωπος του αντιβασιλιά Καρόλου Α΄ της Μάντουα με τον διακεκριμένο οπλαρχηγό Μανιάτικης καταγωγής Πιέτρο Μέντικι (1618), το χωριό της Βάθειας περιείχε τότε 20 νοικοκυριά.[5] Την εποχή της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο ακολούθησε η επίσημη απογραφή του Γκριμάνι για το Βασίλειο του Μορέως (1700).[6] Οι Βενετοί κατέγραψαν αυτή την φορά 54 νοικοκυριά και 212 κατοίκους.[7] Οι λόγοι για την μεγάλη αύξηση του πληθυσμού τον 17ο αιώνα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν έχουν διευκρινιστεί.

Ο περιηγητής Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ στον δρόμο του για το Ταίναρο πέρασε από την Βάθεια (13 Απριλίου 1805), συνάντησε αρματωμένους Μανιάτες με τους οποίους διαπραγματεύτηκε την μετάβαση του στον νότο. Οι Μανιάτες του συνέστησαν προσοχή επειδή τα τελευταία 40 χρόνια είχε ξεσπάσει μεγάλη βεντέτα ανάμεσα σε δύο μεγάλες οικογένειες που είχε κοστίσει έως τότε 100 νεκρούς. Ο Ληκ κατέγραψε τρεις γειτονικούς οικισμούς και οκτώ μεγάλες οικογένειες, οι μεγαλύτερες όπως Καραμπατιάνοι, Μιχαλακιάνοι και Καλληδωνιάνοι ζούσαν μέσα στην πόλη της Βάθειας, οι υπόλοιπες στα περίχωρα.[8] Οι εκπρόσωποι των κορυφαίων Μανιάτικων οικογενειών συγκεντρώθηκαν στο Μαραθονήσι για να ορκιστούν πίστη στον Μπέη της Μάνης Αντώνιο Γρηγοράκη (15 Αυγούστου 1806), από την Βάθεια συμμετείχαν "Μιχαλακιάνοι, Γεραντωνιάνοι, Καραμπατιάνοι και πολλές άλλες εκλεκτές οικογένειες".[9] Η απόφαση να συγκεντρωθούν όλοι και να ορκιστούν πίστη στον Μπέη υποδηλώνει ότι έληξε ο εμφύλιος που καταγράφεται την προηγούμενη χρονιά στην περιοδεία του Ληκ, ήταν η μοναδική φορά που αναφέρονται οι Γεραντωνιάνοι. Οι οικογένειες αυτές θα έχουν καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση της Μανιάτικης κοινωνίας από το 1764 μέχρι την εποχή που ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Το 1829 ο πληθυσμός της Βάθειας ήταν 330 άτομα και παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σταθερός μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[3] Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αποτελούσε περίοδο ακμής του οικισμού και περίπου το 60% των σωζόμενων κτισμάτων του χρονολογούνται μεταξύ του 1840 και του 1900.[10] Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το χωριό σε μεγάλο βαθμό ερημώνει και ο πληθυσμός του μειώνεται σε μερικές δεκάδες κατοίκους.[3] Το 1975 ο ΕΟΤ ανέλαβε τη τουριστική αξιοποίηση της Βάθειας και μέχρι το 1977 είχε αγοράσει το 35 κτίρια με 11ετή συμβόλαια του οικισμού, όμως μέχρι το 1998 είχαν αποκατασταθεί μόνο 14 από αυτά και το 2003 τα υπόλοιπα επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους με καταβολή αποζημίωσης.[11]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνα και πυργόσπιτα

Η Βάθεια είναι κτισμένη στην κορυφή λόφου. Ο οικισμός αναπτύχθηκε μετά τον 18ο αιώνα από την εγκατάσταση των οικογενειών Καραμπατιάνοι, Μιχαλακιάνοι, Καληδωνιάνοι και Κουτριγάροι και με κάθε μετέπειτα γενιά ο οικισμός γινόταν και πιο πυκνός. Σήμερα καλύπτει έκταση 17 στρεμμάτων και αποτελείται από 70 σπίτια, 4 εκκλησίες και πέντε λιοτρίβια. Για την ασφάλεια των κατοίκων του οικισμού κτίστηκαν και δύο πολεμόπυργοι.[3]

Στη βορειοδυτική πλευρά είναι η γειτονιά των Καραμπατιανών, αποτελούμενη από 20 σπίτια οργανωμένα σε δύο ενότητες και ένα λιοτρίβι. Δίπλα, προς το κέντρο του χωριού, βρίσκεται η γειτονιά των Καληδωνιάνων, η οποία αποτελείται από 15 σπίτια που βρίσκονται γύρω από την εκκλησία του Άι-Λια. Στη γειτονιά αυτή βρίσκεται ένας ερειπωμένος πολεμόπυργος τον οποίο χρησιμοποιούσαν τόσο οι Καληδωνιανοί όσο και οι Καραμπατιανοί. Προς τα βόρεια βρίσκεται η μικρή γειτονιά των Κουτριγάρων, αποτελούμενη από 6 με 7 σπίτια και το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, ένα λιοτρίβι και ένα καφενειό-κατάστημα.[3]

Η γειτονιά των Μιχαλακιάνων είναι η μεγαλύτερη και καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της Βάθειας. Αποτελείται από 35 με 40 σπίτια οργανωμένα σε πέντε ομάδες. Στη γειτονιά αυτή βρίσκεται ο ναός της Υπαπαντής, μία μικρή παλιά εκκλησία, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, ο οποίος είναι νεότερος, και πέντε ελαιοτριβεία. Ο πολεμόπυργος της γειτονιάς, γνωστός ως Αντωνιάνικος πύργος, βρίσκεται κοντά στη γειτονιά Καραμπατιάνων-Καληδωνιάνων.[3]

Ο μικροσυνοικισμός Γουλάς βρίσκεται 800 μέτρα βορειοδυτικά της Βάθειας. Ο οικισμός αυτός είναι κτισμένος σε πλαγιά σε υψόμετρο 130 μέτρων. Ο Γουλάς αποτελούσε ξεμόνι των Λαγουδιάνων, οι οποίοι προέρχονται από το γένος Καραμπατιάνων. Ο οικισμός έχει έκταση 50 περίπου στρεμμάτων. Στον πυρήνα του οικισμού υπάρχουν οχτώ σπίτια και ένας πολεμόπυργος. Τα πέντε από τα σπίτια κτίστηκαν πριν την επανάσταση του 1821. Προς τα δυτικά βρίσκεται το κοιμητήριο του Γουλά, όπου βρίσκεται η βυζαντινή εκκλησία του Άι-Γιάννη.[12]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Ελληνικά) Βάση δεδομένων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
  2. "Απογραφή Πληθυσμού - Κατοικιών 2011. ΜΟΝΙΜΟΣ Πληθυσμός" (Στα Ελληνικά)
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Σαΐτας 1992, σελ. 118.
  4. Κόμης 2007, σελ. 396.
  5. Κόμης 2007, σελ. 40, 585.
  6. Κόμης 2007, σελ. 585.
  7. Κόμης 2007, σελ. 599.
  8. Σαΐτας 1992, σελ. 115.
  9. Ανώνυμος, Ιστορικαί Αλήθειαι Συμβάντων Τινών της Μάνης, τύποις Φ. Καραμπίνη & Κ. Βάφα, 1858, σ. 45
  10. Σαΐτας 1992, σελ. 119.
  11. Ελ. Μαΐστρου, Αµ. - Μ. Κονίδη, Σ. Κριεµάδη, Π. Μακρής, Ευαγγ. Μαλκάκης, Ισ. Μπαλντά, Α. Μπενέτου, Γ. Νίκας, Ξ. Ξανθοπούλου, Μ. Σκαµαντζάρη, Ευαγγ. Στρατάκη (2016) Βάθεια Λακωνικής Μάνης Σχεδιασµός ολοκληρωµένης προστασίας και ανάπτυξης του ιστορικού οικισµού 8ο Διεπιστημονικό Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο του Ε.Μ.Π. και του ΜΕ.Κ.Δ.Ε.
  12. Σαΐτας 1992, σελ. 114-115.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κόμης, Κώστας (2007). Πληθυσμός και Οικισμοί της Μάνης 15ος-19ος αιώνας (2η έκδοση). Ιωάννινα. 
  • Σαΐτας, Γιάννης (1992). ΜΑΝΗ. Αθήνα: εκδοτικός οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ.