Ακρίτας Φλώρινας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°48′56″N 21°18′04″E / 40.81556°N 21.30111°E / 40.81556; 21.30111

Ακρίτας
παραδοσιακή ενδυμασία
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Δήμος Δήμος Κάτω Κλεινών
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός Φλώρινας
Υψόμετρο 1.030
Πληθυσμός 100 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασία Μπόυφι
Ταχ. κωδ. 53100

Ο Ακρίτας (παλαιότερα Μπούφι) είναι ορεινό γραφικό χωριό του νομού Φλώρινας μόλις 16 χλμ από την πόλη της Φλώρινας.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.050 μέτρων στις πλαγιές του όρους Βαρνούντα. Ο Ακρίτας ανήκει στην Δημοτική Ενότητα Κάτω Κλεινών του Δήμου Φλώρινας και ο πληθυσμός, του σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, ανέρχεται σε 100 κατοίκους. Βρίσκεται σε λοφώδη περιοχή βορειοδυτικά της πόλης της Φλώρινας. Δυτικά του χωριού υψώνεται η ανατολική πλευρά του όρους Βαρνούντα, Βίγλα όπως ονομάζεται στα μέρη αυτά. Το χωριό περιβάλλεται από πλούσιο δάσος έκτασης 32.000 στρεμ, όπου υπάρχει η πηγή Σουπούρκα σε υψόμετρο 2.000μ. και η πηγή Μπραζιάνη. Η κορυφή Περιστέρι βρίσκεται σε 2.100μ. υψόμετρο.

Ιδιαίτερη θέα προσφέρει η θέση Βαρτέσκα, απ' όπου φαίνεται όλος ο κάμπος της Πελαγονίας και οι λίμνες των Πρεσπών. Θεωρείται ένα από τα ομορφότερα χωριά της περιοχής και βρίσκεται στις ανατολικές πτυχώσεις του Βαρνούντα. Εχει λιγότερους από 150 κατοίκους σήμερα, όταν την εποχή του μεσοπολέμου κατοικούσαν εδώ περισσότεροι από 3.500 άνθρωποι. Ο Ακρίτας είναι το πιο ενδιαφέρον αρχιτεκτονικά χωριό της ευρύτερης περιοχής.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπούφι ήταν ένα βλαχοχώρι[1], που κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής. Όλη η περιοχή γύρω από το χωριό λέγονταν από τους Τούρκους Μπουφ-κολ (οκόλια: διοικητική διαίρεση της εποχής). Φαίνεται ότι αρχικά το χωριό ήταν χτισμένο κάτω από το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου και η μετακίνηση των κατοίκων από εκεί έγινε το 15ο αιώνα.

Ελληνική Επανάσταση του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μπουφιώτες συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και πολλοί μετέβησαν στην Πελοπόννησο (αναφέρονται 200 μαχητές) για να συνεχίσουν τον αγώνα[2]. O Λάζαρος Μέλιος αναφέρει ότι 81 Μπουφιώτες σχημάτισαν λόχο και πολέμησαν τους Τούρκους στην Πελοπόννησο, κατά την επανάσταση του 1821. Το 1866 60 Μπουφιώτες έσπευσαν να αγωνιστούν στο Αρκάδι κατά την Κρητική επανάσταση.

Μακεδονικός Αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Μπούφι μέχρι τον 19ο αιώνα ομιλούνταν η βλαχική διάλεκτος και στη συνέχεια οι κάτοικοι εκσλαβίστηκαν γλωσσικά, όπως συνέβη σε πολλά μέρη της Μακεδονίας[3]. Το 1886 κατά τον καθηγητή Νικόλαο Σχοινά, το Μπούφι κείται σε οχυρά θέση και αποτελείται από 250 Ελληνικές οικογένειες με ρωμαλέους άνδρες και φιλοπάτριδες.

Μετά την ίδρυση της Βουγλαρικής εξαρχίας, το Μπούφι "προσεχώρησεν εις το σχίσμα, διότι ο επίσκοπος αναπληρωτής του μητροπολίτου Πελαγονίας, τότε συνοδικού, προκειμένου να εισπράξη την αρχιερατικήν επιχορήγησιν μετήλθε τοιαύτα απάνθρωπα μέσα δια την είσπραξίν της, ώστε το χωρίον ηναγκάσθη να δηλώση ότι παύει να είναι πατριαρχικόν και προσχωρεί εις το σχίσμα δια ν' αποφύγη την σκληρότητα των προς είσπραξιν ληφθέντων μέτρων.

Το 1896 φτάνει στο Μπούφι ο Βούλγαρος κομιτατζής της ΕΜΑΕΟ Γκιόρτσε Πετρώφ, προκειμένου να προετοιμάσει τους κατοίκους για επαναστατική δράση κατά των Οθωμανών. Τότε, η ΕΜΕΟ δεν είχε στραφεί ακόμα κατά Ελλήνων. Στο βιβλίο του "Υλικά σχετικά με την μελέτη της Μακεδονίας" ο Πετρώφ γράφει: "Καθοδηγητές και στήριγμα στα άλλα χωριά ήταν το χωριό Μπούφι. Εάν υπάρχει επίθεση σε κάποιο χωριό, ενημερώνονται γι αυτό οι κάτοικοι του Μπουφίου και αυτοί μαζικά προστρέχουν σε βοήθεια... παρακολουθείται κάποιος ή κάποια κοπέλα από τους Τούρκους, αυτή στέλνεται στο Μπούφι να προφυλαχθεί... το Μπούφι ανέδειξε πολλούς γενναίους ανθρώπους. Ο πιο ένδοξος ήταν ο "παπάς από το Μπούφι", ο οποίος πέθανε στο Κιουστεντίλ πρόπερσυ. Αυτός ήταν ο τύπος του παλιού Βούλγαρου αντάρτη. Το δύσβατο της περιοχής λειτουργεί ως φρούριο... η μάχη ενάντια στα γύρω τους Τούρκικα χωριά τους κάνει να είναι τόσο ενωμένοι μεταξύ τους."

Λίγο πριν το 1903, το χωριό αριθμεί περισσότερα από 240 σπίτια, όμως μετά το 1903 πολλοί κάτοικοι του Μπουφίου εγκαταλείπουν το χωριό και μεταναστεύουν σε ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία.

Κάτοικοί του συμμετείχαν στην εξέγερση του Ίλιντεν. Στις 31 Ιουλίου του 1903 αυτό το ηρωικό χωριό της περιοχής Φλώρινας δέχεται την επίθεση του Οθωμανικού στρατού που αριθμούσε χιλιάδες. Κατά την επίθεση αυτή οι ορδές των Οθωμανών έκαψαν την παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Ο Οθωμανικός στρατός το ξαναέκαψε στις 2 Αυγούστου 1903 και σκότωσε πολλούς κατοίκους του. Στις 28 Αυγούστου 1903 εξήντα επαναστάτες από το χωριό δίνουν μάχη με πολυάριθμα Τούρκικα στρατεύματα που διαρκεί περίπου 6 ώρες, μετά την οποία μάχη το Μπούφι καταστρέφεται και πάλι. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1903, χωρικοί από το Μπούφι κατήγγειλαν στον Βρετανό πρόξενο Μοναστηρίου, το βιασμό δεκαπέντε κοριτσιών από το χωριό από Οθωμανούς στρατιώτες [Δραγούμης, 280]. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1903 πολλοί κάτοικοι του Μπουφίου κατήγγειλαν, στους προξένους της Μεγάλης Βρετανίας, της Ρωσίας και της Αυστρίας στο Μοναστήρι, το φόνο του παπά Βασιλείου και τεσσάρων συγχωριανών τους από τον Οθωμανικό στρατό [Δραγούμης, 298]. Από το ίδιο χωριό κατάγεται και ο κομιτατζής Ναούμ Μπούφτσετο. Ο Ναούμ συγκέντρωσε ομάδα από 80 άτομα από τα χωριά Κρατερό, Παρόρειο, Πολυπλάτανο, Εθνικό και Αγία Παρασκευή και συμμετείχε στην εξέγερση του Ιλίντεν. Μετά την καταστολή της εξέγερσης ο Ναούμ Μπούφτσετο αναχώρησε για την Βουλγαρία, για να επιστρέψει πάλι στην Μακεδονία και να πεθάνει σε μάχη με Τούρκικο στρατό τον Νοέμβριο του 1905. Ο οικισμός κάηκε ολοσχερώς το 1903 και κατόπιν ξαναχτίστηκε.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1904 κοντά στο χωριό Μπούφι δολοφονήθηκαν από την ελληνική οργάνωση τρεις κομιτατζήδες. [εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 18/11/1904]. Βίαιη ενέργεια Ελληνικού σώματος εναντίον συνεργατών των Βουλγάρων, πραγματοποιήθηκε στο Μπούφι στα τέλη Φεβρουαρίου 1906 [Dakin, 342] Στις 8 Οκτωβρίου του 1907, 200 Βούλγαροι κομιτατζήδες με αρχηγούς τους κομιτατζήδες Άτσεφ, Τράικο, Τσόλε και Λέοντεφ κάψανε το Ράκοβο (Κρατερό). Πολλοί από αυτούς ήταν από το Μπούφι και από άλλα χωριά της περιοχής. Οι περισσότεροι κάτοικοι του Ρακόβου (Κρατερού) έλειπαν στο παζάρι στο Μοναστήρι. [Βλάχος, 506. Βακαλόπουλος Β, 295. Καραβίτης, 666-668]. Τα ελληνικά αντάρτικα σώματα θέλανε να πραγματοποιήσουν επίθεση εναντίον του Μπουφίου, για την καταστροφή του Ρακόβου (Κρατερού), αλλά επικράτησε ψυχραιμία.

Οι αγώνες των κατοίκων για ελευθερία συνεχίστηκαν έως και την τελευταία φάση του Μακεδονικού Αγώνα, όπου διακρίθηκε ο Μακεδονομάχος Κωνσταντίνος Χατζηπαπαβασίλης γιος του δολοφονημένου από τους Οθωμανούς παπα-Βασίλειου μετά την εξέγερση του Προφήτη Ηλία[4].

Απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μεταγενέστερα χρόνια ο Ακρίτας υπήρξε κεφαλοχώρι με 3.500 κατοίκους, από τους οποίους πολλοί το 1920 μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Το 1913 είχε 2.288 άτομα, 1.175 άρρενες και 1.113 θήλεις (Απαρίθμηση 1913). Το Μπούφι Φλωρίνης αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα το 1918 (ΦΕΚ 259 / 21.12. 1918). Το 1920 είχε 1.709 άτομα, 751 άρρενες και 958 θήλεις, 299 οικογένειες (Απογραφή 1920). Το 1928 είχε 1.760 άτομα (827 άρρενες και 933 θήλεις), εκ των οποίων ένας ήταν πρόσφυγας πού ήρθε μετά το 1922. Ομοδημότες ήταν 1.729, ετεροδημότες 14 και αλλοδαποί 17. Απογράφηκαν αλλού 122 δημότες (Απογραφή 1928). Το 1940 είχε 1.989 άτομα, 952 άρρενες και 1.037 θήλεις (Απογραφή 1940). Το 1955 το χωριό μετονομάστηκε σε Ακρίτας (ΦΕΚ 287 / 10. 10. 1955).[5]

Ο Ακρίτας σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό κατοικείται από 100 άτομα το χειμώνα που αυξάνονται σε 180 το καλοκαίρι, τα οποία ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Πανηγύρι γίνεται στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος, που συνδυάζει τις ομορφιές της φύσης με γλέντι. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας.

Εκκλησίες του χωριού είναι της Αγίας Τριάδας, του Αγίου Γεωργίου, του Προφήτη Ηλία και του Αγίου Νικολάου (1872). Στον παλιό Βρεφονηπιακό Σταθμό του Ακρίτα στεγάζεται η Λαογραφική Συλλογή όπου παρουσιάζεται μια γεύση της πάλαι ποτέ ακμάζουσας κοινότητας. Παραδοσιακές ενδυμασίες, γεωργοκτηνοτροφικά εργαλεία, είδη μεταλλοτεχνίας, νομίσματα και τόσα άλλα που γεφυρώνουν το παρόν με το παρελθόν.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοπική αρχιτεκτονική είναι ενδιαφέρουσα, καθώς τα σπίτια είναι πετρόχτιστα με χαγιάτι και όμορφα γείσα στη σκεπή. Υπάρχουν πολλά μονώροφα ή διώροφα πλίνθινα και πέτρινα σπίτια του 19ου αιώνα, πολλά καλοδιατηρημένα δείγματα των αρχών του περασμένου αιώνα και πάμπολλα λιθανάγλυφα και διακοσμητικά μοτίβα στα σπίτια του Μεσοπολέμου. Στο μέσον του χωριού υπάρχουν οι νερόμυλοι Σουτάρη Φώτιου και Σερβίκη Αντώνιου, ενώ μπροστά στο σχολείο υπάρχει βρύση. Το οικιστικό σύνολο του Ακρίτα συνιστά μία ξεχωριστή περίπτωση σε σχέση με τους υπόλοιπους οικισμούς της περιοχής, αφού εκεί συνυπάρχει μεγάλος αριθμός κτισμάτων που ανήκουν σε μία ευρεία γκάμα αρχιτεκτονικών στυλ. Δίπλα στα παραδοσιακά πλίθινα και πέτρινα μονώροφα ή διώροφα σπίτια του τέλους του 19ου αιώνα, συναντά κανείς καλοδιατηρημένα δείγματα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ου αιώνα. Επίσης, οι εκλεκτικιστικές επιρροές είναι εμφανείς στα λιθανάγλυφα και στα άλλα διακοσμητικά μοτίβα αρκετών σπιτιών του Μεσοπολέμου στο κέντρο κυρίως του οικισμού.

Δημοτικό Σχολείο Ακρίτα

Διαμάντι πραγματικό είναι το Δημοτικό Σχολείο, κτίσμα διατηρητέο και μοναδικό, του 1910, με οκτώ αίθουσες διδασκαλίας, πολυχώρο εκδηλώσεων, γραφεία και υπνοδωμάτια δασκάλων. Το κτίριο αυτό αποτελεί ένα ξεχωριστό και σπάνιο δείγμα δημόσιας αρχιτεκτονικής τόσο για τα χωριά του Βαρνούντα, όσο και για την ευρύτερη περιοχή.

Οι παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού εξιστορούν ότι η κοινότητα αποφάσισε το 1907, λόγω της αύξησης του πληθυσμού και των αναγκών για στέγαση των μαθητών, το κτίσιμο ενός νέου σχολικού κτιρίου και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στο γνωστό αρχιμάστορα Μπραν (ο οποίος είχε κτίσει και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου το 1872). Το σχέδιο προέβλεπε την κατασκευή ενός διώροφου κτιρίου με οκτώ συνολικά αίθουσες διδασκαλίας, γραφεία και υπνοδωμάτια δασκάλων, βοηθητικούς χώρους στο υπόγειο κλπ, με προοπτική να στεγάσει 800 - 1.000 μαθητές. Η κατασκευή του σχολείου ξεκίνησε το Μάιο του 1908 με συνεργείο 40 ατόμων και τη συμβολή των κατοίκων του χωριού και ολοκληρώθηκε το 1910, με συνολικό κόστος 3.200 λίρες. Στην τελική του μορφή, εκτός από τις αίθουσες διδασκαλίας, υπήρχε στα ανατολικά ένας μεγάλος χώρος εκδηλώσεων, ενώ στην εξωτερική του πλευρά υπήρχε εξώστης πάνω από την κεντρική θύρα εισόδου. Τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά έχουν έντονες νεοκλασικές επιρροές, με τονισμένο τον κύριο άξονα συμμετρίας και ρυθμική επανάληψη των ανοιγμάτων εκατέρωθεν των εισόδων, οι οποίες στέφονται με κυκλικά διακοσμητικά υπέρθυρα. Όλες αυτές οι αρχιτεκτονικές και μορφολογικές ιδιαιτερότητες, σε συνδυασμό με τη μοναδικότητα του κτιρίου στην περιοχή, οδήγησαν το 2000 το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης στον χαρακτηρισμό του Δημοτικού Σχολείου Ακρίτα ως διατηρητέο.

Παραδοσιακή φορεσιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παραδοσιακή φορεσιά του Ακρίτα χαρακτηρίζεται από την ξεκάθαρη και αρμονική της γραμμή, εκφράζεται δε με τα σκούρα χρώματα στα πάνω ρούχα, κάνοντας αντίθεση με τα από κάτω άσπρα πουκάμισα.

ανδρική

Τα ανδρικά πουκάμισα φτάνουν ως τα γόνατα, οι γιακάδες και τα πρόσθετα μανίκια είναι κεντητά, τα μανίκια του ρούχου είναι αρκετά φαρδιά από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα. Το πάνω ρούχο είναι χωρίς μανίκια, στο μήκος του πουκάμισου, δεμένο στην μέση με ζωνάρι από μάλλινο ύφασμα, η άκρη του οποίου πέφτει μπροστά. Το κυρίαρχο χρώμα είναι το μαύρο και το σκούρο μπλε. Για διακόσμηση χρησιμοποιούνται αλυσίδες που τοποθετούνται στο πέτο, Γκαϊτάνι (λεπτή μακριά κεντητή λωρίδα) σε ανοιχτό χρώμα ή σειρά από κουμπιά. Τα Τσοράπια (κάλτσες) είναι άσπρα, φτάνοντας πάνω από τα γόνατα.

γυναικεία

Χαρακτηριστική είναι η παραδοσιακή Μπουφιώτικη γυναικεία φορεσιά[6] Στην γυναικεία φορεσιά τα κεντήματα, τα οποία ξεχωρίζουν πάνω στα σκούρα χρώματα του πάνω ρούχου είναι με κόκκινες και άσπρες κλωστές. Έντονα παρόμοια κεντήματα σε οριζόντια γραμμή έχει και πάνω στις ποδιές, οι οποίες φτάνουν μέχρι κάτω από τα γόνατα. Το γυναικείο πουκάμισο είναι λευκό σαν χιόνι δουλεμένο από κάνναβη ή λινάρι, κεντημένο στο κάτω τμήμα του, στα μανίκια και γύρω από το μπούστο. Το τιουλμπένι (λεπτή μαντήλα) στο κεφάλι είναι άσπρο, συχνά σαν διακόσμηση πάνω του ράβονται χάντρες ή μικρά νομίσματα, που πιο συχνά τα συναντάμε στην παιδική φορεσιά.

Πηγές - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το γλωσσικό ιδίωμα περιοχών της Μακεδονίας, Δημήτριος Ε. Ευαγγελίδης, Αντίβαρο, 2008
  2. Λάζαρος Αν. Μέλιος, Από την Ιστορία της Φλώρινας, 1998
  3. Το γλωσσικό ιδίωμα περιοχών της Μακεδονίας, Δημήτριος Ε. Ευαγγελίδης, Αντίβαρο, 2008
  4. "Αφανείς, γηγενείς Μακεδονομάχοι, επιστημονική επιμέλεια Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008, σ. 162
  5. Πανδέκτης-Μετονομασίες οικισμών της Ελλάδας
  6. Εργαστήριο Παραδοσιακών Φορεσιών Κονάκι, Φορεσιά Μπουφίου