Άλωση της Τροίας (Πολύγνωτος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άλωση της Τροίας
Reconstruction of Iliupersis by Polygnotus.JPG
Προσπάθεια αναπαράστασης της τοιχογραφίας, βασισμένη στη λεπτομερή περιγραφή του Παυσανία και σε επί μέρους εικόνες από αρχαίες ελληνικές αγγειογραφίες.
Ονομασία Άλωση της Τροίας
Δημιουργός Πολύγνωτος
Έτος δημιουργίας 5ος αιώνας π.Χ.
Είδος Τοιχογραφία
Πόλη Δελφοί
Μουσείο Λέσχη των Κνιδίων
δεδομένα

Η Άλωση της Τροίας είναι φημισμένο έργο ζωγραφικήςς του αρχαίου Έλληνα ζωγράφου Πολύγνωτου. Κοσμούσε την Ποικίλη Στοά.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι επάνω από την Κασσοτίδα πηγή βρίσκεται ένα οικοδόμημα με ζωγραφιές του Πολύγνωτου. Το κτίριο αυτό το έχουν κτίσει οι κάτοικοι της Κνιδούς. Οι κάτοικοι των Δελφών το ονομάζουν Λέσχη, επειδή εκεί συναθροίζονται και συζητούν. Στην Λέσχη λοιπόν βροσκόταν ο πίνακας αυτός, στον δεξιό τοίχο. Εικόνιζε την άλωση της Τροίας και τον απόπλου των Ελλήνων. Στο πρώτο μέρος του περιείχε το ταξίδι του Μενέλαου. Βλέπουμε ένα καράβι στολισμένο με μαιάνδρους στα κουπιά και με παιδάκια. Ο κυβερνήτης του, ο Φρόντις κρατάει δύο κουπιά. Πιο κάτω δύο άλλοι κατεβαίνουν από το καράβι. Είναι ο Ιθαιμένης που κρατάει ρούχα, και ο Εχοίαξ με ένα σιδερένιο κιούπι στο χέρι. Κοντά στο καράβι είναι στημένη και η σκηνή του Μενελάου, την οποία αποσυγκροτούν ο Πολίτης, Στρόφιος και Άλφιος. Δίπλα είναι και μια τρίτη σκηνή, την οποία λύνει ο Αμφίαλος. Ένα παιδί τον συντροφεύει. Η Βρισηίδα με τον Διομήδη και την Ίφιδα μοιάζουν να θαυμάζουν την ομορφιά της Ελένης, η οποία κάθεται κοντά στον Ευρυβάτη. Οι υπηρέτριες Ηλέκτρα και Πανθαλίς δένουν τα υποδήματα της Ελένης. Ένας άνδρας συνοδεύει την Ελένη. Είναι ντυμένος με πορφυρό μανδύα και πενθεί. Μαντεύουμε ότι είναι ο Έλενος, ο γιος του Πρίαμου. Δίπλα του εικονίζεται ο Μέγης που είναι πληγωμένος στον καρπό του χεριού από τον Αγήνορα, ακριβώς όπως μας μεταφέρει ο Λέσχης, ο γιος του Αισχυλίνου. Φέρει επίσης δύο ακόμα πληγές στον αστράγαλο και στο κεφάλι. Ο Ευρύαλος είναι και αυτός πληγωμένος στο κεφάλι και τον καρπό. Δίπλα στην ωραία Ελένη εικονίζεται η μητέρα του Θησέα, Αίθρα, με κουρεμένο κεφάλι, και ένας από τους γιους του Θησέα, ο Δημοφών, ο οποίος προετοιμάζει σχέδιο απελευθέρωσης της μητέρας του. Οι αιχμάλωτες Τρωάδες θρηνούν. Η Ανδρομάχη με το παιδάκι της τον Αστυάνακτα που θηλάζει στο στήθος της. Η Μηδεσικάστη, και η Πολυξένη που βρήκε τον θάνατο επάνω στον τάφο του Αχιλλέα. Ο Νέστωρ εικονίζεται με τσόχινο καπέλο στο κεφάλι και δόρυ στο χέρι. Ένας ίππος είναι έτοιμος να καταρρεύσει στην αμμουδιά της ακρογιαλιάς. Η Κλυμένη, Κρέουσα, Αριστομάχη και Ξενοδίκη είναι αιχμάλωτες, ενώ άλλες γυναίκες, η Δεινόμη, Μετιόχη, Πεισίδα και η Κλεοδίκη εικονίζονται σκυφτές. Ο Επειός γυμνός εφορμάει για να καταρρίψει τα τείχη της Τροίας. Πάνω από τα τείχη διακρίνεται η ξύλινη αλογοκεφαλή του δούρειου ίππου. Ο Πολυποίτης, γιος του Πειρίθου με δεμένο το πληγωμένο κεφάλι και ο Ακάμας, γιος του Θησέα με περικεφαλαία, ο Οδυσσέας με πανοπλία και ο Διομήδης γυμνός. Ο Αίας, γιος του Ιλέα με ασπίδα στο χέρι στέκει σε βωμό κάνοντας εξιλαστήριο όρκο μετά το αποτρόπαια πράξη του κατά της Κασσάνδρας που εικονίζεται γονατιστή με το ξόανο της Αθηνάς στην αγκαλιά της. Οι γιοι του Ατρέα εικονίζονται με κράνος στο κεφάλι. Ο Μενέλαος κρατάει ασπίδα με φίδι. Ο Νεοπτόλεμος έχει σκοτώσει τον Έλασο, ενώ ετοιμάζεται να χτυπήσει με το σπαθί του τον Αστύνοο. Ένα μικρό αγοράκι αγκαλιάζει με φόβο έναν τεράστιο βωμό στον οποίο είναι τοποθετημένη χάλκινη πανοπλία. Πίσω από τον βωμό στέκεται η Λαοδίκη. Μια ξαπλωμένη Μέδουσα αγκαλιάζει έναν κίονα. Μια άλλη μορφή με ξυρισμένο κεφάλι, ίσως κάποια γριά ή κάποιος ευνούχος κρατάει στα γόνατά της ένα γυμνό παιδί που κλείνει τα μάτια του γιατί φοβάται.

Νεκροί σωριάζονται στη γη. Ο Πέλης είναι πεσμένος ανάσκελα. Δίπλα του οι Ειονεύς και Άδμητος που φοράν θώρακα, ο Κόροιβος και ο Λεόκριτος που σκότωσε ο Οδυσσέας. Πιο πάνω κείτονται νεκροί ο Πρίαμος, Αξίων και Αγήνωρ. Η σορός του Λαομέδοντος, του Αγχιάλου και του Ερεσού μεταφέρονται μακριά από τη μάχη.

Στο σπίτι του Αντήνορα κρέμεται μια δορά πάνθηρα επάνω στο πορτόφυλλο, ως σύνθημα προς τους Έλληνες να μην εισβάλουν. Η Θεανώ εικονίζεται με τα παιδιά της τον Γλαύκο και τον Ευρύμαχο. Δίπλα της στέκει ο Αντήνωρ και η θυγατέρα του, Κρινώ, με μωρό στην αγκαλιά. Σκλάβοι φορτώνουν κιβώτια σε ένα αχθοφόρο γαϊδουράκι, στο οποίο κάθεται ένα παιδί. Στο σημείο αυτό ο πίνακας φέρει επιγραφή: «ΓΡΑΨΕ ΠΟΛΥΓΝΩΤΟΣ ΘΑΣΙΟΣ ΓΕΝΟΣ ΑΓΛΑΟΦΩΝΤΟΣ ΥΙΟΣ ΠΕΡΘΟΜΕΝΗΝ ΙΛΙΟΥ ΑΚΡΟΠΟΛΙΝ».

Ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πίνακας χαρακτηρίζεται από έντονη συνοχή των επιμέρους εικόνων.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]